Τετάρτη βράδυ. Εκείνη καθισμένη στη γωνία του καναπέ σχεδόν μαζεμένη μπάλα διαβάζει ένα βιβλίο. Εκείνος πίνει μπύρες στο μπαλκόνι. Από το λάπτοπ έρχεται μουσική.

“Έλα να παίξουμε…

Θα σου χαρίσω τη βασίλισσα μου

Ήταν για εμένα μια φορά η αγαπημένη

Τώρα δεν έχω πια δεν έχω αγαπημένη”

“Ξέρεις πως λέγεται αυτό το τραγούδι;” τη ρωτά.

“Όχι” απαντάει αφηρημένη.

“Το σκάκι.”
Σιωπή για λίγο, η μουσική συνεχίζει, οι στίχοι καλύπτουν τη σιωπή τους.

“Έλα να παίξουμε…

Ο βασιλιάς αυτός δεν ήτανε ποτέ δικός μου”

“Το ξέρεις ότι είναι ποίημα του Αναγνωστάκη;”

Εκείνη δεν απαντά.

“Σου μιλάω!”

“Σε ακούω. Όχι, δεν το ήξερα.”

“Σκατά ποιήτρια είσαι και εσύ.”

“Ποιός σου είπε ότι είμαι ποιήτρια;” Τώρα έχει κλείσει το βιβλίο, ο αντίχειρας της παίζει τον ρόλο του σελιδοδείκτη καθώς γέρνει με τα μάτια κλειστά στα μαξιλάρια του καναπέ.

“Δεν χρειάζεται να το πεις εσύ. Το λένε τα μάτια σου.”

“Λένε τα μάτια μου ότι είμαι ποιήτρια; Σώπα!”

Τον ακούει να ανοίγει άλλη μια μπύρα.

“Τα πάντα λένε τα μάτια σου. Ευτυχώς γιατί αν περίμενα από εσένα…” αυτό το τελευταίο το λέει σιγανά αλλά εκείνη το ακούει. Κάτω από τα κλειστά βλέφαρα τα μάτια της βουρκώνουν αλλά το στόμα της μένει πεισματικά κλειστό, μια λευκή, λεπτή γραμμή τα συνήθως κόκκινα χείλη της. Καταπίνει τις λέξεις αμάσητες.

Σάββατο βράδυ. Εκείνη κάθεται στο μπαλκόνι και γράφει σε ένα τετράδιο εκείνος μόλις έχει μπει στο σπίτι. Της αφήνει μια σακούλα, πάνω στο τετράδιό, χαλάει τον ειρμό της. Θέλει να του φωνάξει και να γκρινιάξει αλλά δεν το κάνει.

“Τι είναι αυτό;”

“Δώρο.” Γυρνάει και μπαίνει πάλι μέσα στο σπίτι. Θα γδυθεί, θα μπει για μπάνιο και αν είναι τυχερή θα έρθει να κάτσει μαζί της.

Ανοίγει τη σακούλα και βρίσκει μέσα ένα βιβλίο. Του Αναγνωστάκη. Στη πρώτη κενή σελίδα με μπλε στυλό τα αρτσούμπαλα γράμμα του έχουν χαράξει μια αφιέρωση.

“Στην πιο μούφα ποιήτρια της ζωής μου. Στη δική μου ποιήτρια.”

Αγγίζει με τα δάχτυλα της τις λέξεις του. Τι παράξενες λέξεις. Έντεκα λέξεις όλες και όλες και την θυμώνουν, την κάνουν να χαμογελάει και της ζεσταίνουν την καρδιά ταυτόχρονα. Μετά το μπάνιο κλείνετε στη κρεβατοκάμα.

Πέμπτη βράδυ. Εκείνη μαγειρεύει μια ιταλική μακαρονάδα φούρνου όταν ανοίγει η εξώπορτα. Στέκεται με το γάντι του φούρνου στο χέρι, φορώντας μόνο ένα μπλουζάκι και εσώρουχο και τον κοιτάζει μέσα από πρισμένα, κατακόκκινα μάτια. Πόσες μέρες έχει να τον δει; Δύο πρέπει να είναι. Σίγουρα δύο.

Για μια στιγμή μένει να τη κοιτάζει στο άνοιγμα της πόρτας. Έπειτα μπαίνει, πάει κοντά της και την αγκαλιάζει. Η φωνή του συναντιέται με τα αυτιά της μα όχι με το μυαλό της. Δεν έχει ιδέα τι λέει αυτός ο σχεδόν άγνωστος άντρας με τη γνώριμη μορφή ή γιατί της χαϊδεύει στοργικά τη πλάτη.

Κυριακή βράδυ. Κάθονται μαζί στο μπαλκόνι τους, μιλάνε για χίλια δύο άσχετα, μοιράζονται ένα μπουκάλι κρασί και γελάνε. Από το λάπτοπ έρχεται μουσική.

“Για να σε εκδικηθώ

Πετάω ενθύμια και δώρα

Και εσύ όπως και εγώ

Θρυψαλα και σκουπίδια τώρα

Τις ζωγραφιές σου σκίζω

Τα πόστερ που αγαπούσες

Και βάφω τις κουρτίνες στο χρώμα που μισούσες.”

“Δεν το βαριέμαι ποτέ αυτό το κομμάτι.”

“Το ξέρω. Αν με ρωτούσαν πιο είναι το αγαπημένο σου τραγούδι αυτό θα έλεγα. Τον τίτλο τον ξέρεις;”

Εκείνος γελάει. “Για να σε εκδικηθώ, λέγεται.”

Τώρα γελάει εκείνη. “Όχι, αυτό είναι κάτι σαν υπότιτλους. Στον δίσκο δεν λέγεται έτσι, απλά έτσι το έλεγε ο κόσμος και του έμεινε.”

“Και πως λέγεται;”

“Τι χρώμα ήταν το χρώμα που μισούσε ξέρεις;”
Τον ρωτάει και γελάει ακόμα. Εκείνος τη κοιτάζει για μισό περίπου λεπτό και μετά χαμογελάει.

“Αποκλείεται.”

“Κι όμως.”

“Με δουλεύεις, όχι.”

“Βρε κι όμως!”

“Ξεκόλλα!”

“Κίτρινες κουρτίνες λέγεται. Ή Οι κίτρινες κουρτίνες. Πάντως το κίτρινο μισούσε.”

“Δεν σε πιστεύω.”

“Πρόβλημα σου. Τον έχει τον δίσκο η μάνα μου, θα στο βρω.”

“Εγώ δεν το μισώ όμως το κίτρινο. Εσύ το μισείς. Εμένα είναι το χρώμα μου.”

Τώρα εκείνη σοβαρεύει.

“Τώρα αυτό τι πάει να πει;”

“Τίποτα δεν πάει να πει, είναι αυτό που είναι.”

“Αμφιβάλλω… Έλα, πες το τι εννοείς.”

“Εσύ δεν θα φύγεις ποτέ.” Της λέει σοβαρά αλλά έχει εκείνο το κλασσικό του, ειρωνικό χαμόγελο στο στόμα. “Άρα δεν θα χρειαστεί να βαφτούν οι κουρτίνες κίτρινες. Ίσως να τις βάψεις κόκκινες όταν φύγω εγώ, είναι και κοντά στο χρωματολόγιο.”

Εκείνος γελάει, εκείνη όχι.

Δευτέρα βράδυ.

Εκείνος γυρνάει στο σπίτι. Όλα τα φώτα είναι σβηστά, ησυχία. Κάνει το μπάνιο του και πάει να φάει. Άδειες κατσαρόλες, τίποτα στο ψυγείο. Την παίρνει στο κινητό και το έχει κλειστό. Πάει στο σαλόνι και ανάβει το φώς. Πρώτα βλέπει την άδεια βιβλιοθήκη. Μετά το χαρτί στο τραπέζι.

“Για να μη σε βάλω σε κόπο, πήρα και τις κουρτίνες μαζί.” Σηκώνει το βλέμμα. Κοιτάζει σε όλα τα δωμάτια. Ναι, οι κουρτίνες δεν είναι πουθενά. Τα παράθυρα στέκουν γυμνά. Προσπαθεί όλο το βράδυ να τη βρει στο κινητό. Κλειστό.

Από εδώ και πέρα κλειστό.

Ήξερε πάντα να παίζει καλό σκάκι, σκέφτεται καθισμένος στο σαλόνι με τα μάτια μια στην βιβλιοθήκη, μια στο παράθυρο, μια στο χαρτί στο τραπέζι. Χαμογελάει μόνος του.

Ας είναι.

Αυτή, δεν έχει τέλος, η παρτίδα.