Οι κρεμασμένοι του ουρανού

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Ο άντρας περπατούσε ανάμεσα στο πλήθος. Ήταν απόγευμα, ο ήλιος ένας τεράστιος απαστράπτων αστέρας και ο ουρανός η γαλάζια παλέτα. Το κρύο τσουχτερό και η πόλη γεμάτη από ήχους και φωνές. Άνθρωποι περπατούσαν ή οδηγούσαν. Κινητά κουδούνιζαν και φωτογραφίες απαθανάτιζαν στιγμές αγάπης, χαμόγελα και γεωγραφικά σημεία.

Φορούσε κοστούμι και δερμάτινο μπουφάν. Όχι πολύ ακριβά ρούχα, αλλά σίγουρα τραβούσαν μερικά βλέμματα απορίας ή θαυμασμού. Για λίγο, για μερικά δευτερόλεπτα· μετά ο κάθε παρατηρητής γυρνούσε στη δουλειά του. Τα σκαρπίνια του ακούγονταν καθαρά στο πεζοδρόμιο.

Κάτω από τα γυαλιά ηλίου, δύο μάτια με μαύρους κύκλους να τα πλαισιώνουν. Κούραση και δάκρυα. Το τριαντάχρονο σώμα ταλαιπωρημένο, αλλά δεν έφτανε ούτε στο ελάχιστο τα βάρη που σήκωνε η ψυχή του. Τα χέρια του παρατημένα, αφημένα να κρέμονται παράλληλα στο κορμί, σαν να ήταν άχρηστα. Οι άλλοι γύρω του κρατούσαν πράγματα ή έκαναν νοήματα ή χειρίζονταν μηχανές. Αυτός ό,τι είχε να κάνει με τα χέρια του το έκανε. Τώρα μόνο τα πόδια του είχαν μια τελευταία δουλειά που έπρεπε να φέρουν εις πέρας.

Ένα περιπολικό πέρασε με ταχύτητα δίπλα του. Ο φάρος αναμμένος και η κόρνα να στριγκλίζει. Το ακολούθησε ένα ασθενοφόρο, που έκανε και αυτό το δικό του σαματά. Έστριψαν στη γωνία και εξαφανίστηκαν.

Μακάρι να εξαφανίζονταν όλα τόσο απλά, σκέφτηκε ο άντρας.

Μια ανεπαίσθητη κίνηση από ψηλά. Κι άλλη μία. Και μια τρίτη.

Όχι, σκέφτηκε, δεν εξαφανίζονταν τόσο απλά. Ποτέ.

Δεν σταμάτησε να περπατάει, αλλά σήκωσε το βλέμμα.

Ξανά εκεί. Όλοι τους. Κρεμασμένοι. Το σχοινί να εκτείνεται μέχρι τον ουρανό, σαν να ήταν καρφί μπηγμένο στον μπλε τοίχο. Τα πρόσωπα και το δέρμα των νεκρών χλωμά, τα μάτια σχεδόν έτοιμα να πεταχτούν έξω από τις κόγχες. Τα ρούχα φθαρμένα, κάποια σκισμένα εδώ κι εκεί. Όλα λερωμένα.

Κάποιοι περαστικοί ξέχασαν το παράταιρο ντύσιμό του και τον είδαν που κοίταζε στον ουρανό, λες και έρχονταν εξωγήινοι. Το σχολίασαν αναμεταξύ τους, σίγουρα θα το έλεγαν και στους δικούς τους όταν θα γυρνούσαν σπίτι, αλλά μετά από λίγο μάλλον θα είχαν ξεχάσει την ύπαρξη αυτού του άντρα.

Τα σώματα των κρεμασμένων δεν ήταν ακίνητα. Ο αέρας που φυσούσε τα έκανε να πηγαίνουν μπρος πίσω, δεξιά και αριστερά. Αργά, σαν έλικες ελικόπτερου που ξεκινάνε τους κύκλους τους. Τα ρούχα θρόιζαν, οι άκρες τους παρασέρνονταν. Αλλά οι θηλιές δεν επρόκειτο να ελευθερώσουν τους νεκρούς.

Είχε φροντίσει εκείνος για αυτό.

Ο άντρας απέστρεψε το βλέμμα του. Έφτασε στη γωνία, όπου είχαν στρίψει λίγο πριν το περιπολικό και το ασθενοφόρο. Τους είχε τηλεφωνήσει ο ίδιος, μαρτυρώντας τους πού είχε αφήσει την νεκρή γυναίκα: στο εξοχικό της. Δεν την είχε βιάσει, όπως άφηναν ορισμένα μίντια να υποτεθεί. Δεν ερεθιζόταν από αυτό που έκανε. Είχε ξεκινήσει από μια στιγμή ανεξέλεγκτης οργής. Μια μέρα τον τσάντισε ένας από τους δύο φίλους του. Του είπε πράγματα για τους γονείς του. Του φώναζε. Τους εξευτέλισε. Ο άντρας δεν άντεχε τα λόγια που έβγαιναν από εκείνο το στόμα. Του όρμησε. Πιάστηκαν στα χέρια, έπεσαν αρκετά χτυπήματα –όχι τόσο από τον ίδιο, αλλά από τον φίλο του. Αλλά, στο τέλος, ο άντρας τον έπνιξε με ένα καλώδιο. Το πέρασε γύρω από το λαιμό του, το ξαναπέρασε και έσφιξε. Ο φίλος συσπόταν, έβγαζε υγρά αναφιλητά, αλλά δεν άντεξε πολύ. Το σώμα του ακινητοποιήθηκε. Δεν είχε πεθάνει ακόμα, όπως διαπίστωσε –είχε σφυγμό.

Ο άντρας έφτιαξε τη θηλιά και συνέδεσε το καλώδιο (που δεν ήταν πολύ μακρύ) με ένα άλλο. Έδεσε τη μια άκρη στη λάμπα στο ταβάνι, χρησιμοποιώντας μια καρέκλα. Ήταν δύσκολο, αλλά γινόταν. Στο τέλος, το κορμί του φίλου έμεινε να αιωρείται. Ο λαιμός έγειρε και κάτι ακούστηκε να σπάει. Μερικά τινάγματα και ύστερα το σώμα απλά πήγαινε πέρα δώθε, ώσπου σταμάτησε.

Η μητέρα του και ο πατέρας του ναι, δεν ήταν οι καλύτεροι άνθρωποι, ούτε γονείς, αλλά εκείνος δεν αποδέχθηκε το θάνατό τους. Ούτε τα κουτσομπολιά που περιφέρονταν στην πόλη για αυτούς. Ήταν πολλοί οι φίλοι και οι γνωστοί που δεν ήλεγχαν τι ξεστόμιζαν. Μόλις τον έβλεπαν, άρχιζαν τα βλέμματα συμπόνιας. Του φέρονταν σαν να ήταν ένα παιδί χωρίς παιχνίδια. Του έφτιαχναν καφέ και τον τάιζαν και τον έβαζαν να κοιμηθεί στα πολυτελή τους στρώματα. Και δεν είχαν απαιτήσεις, πέραν από λίγη βοήθεια σε δουλειές του σπιτιού.

Τώρα αιωρούνταν και αυτοί, κρεμασμένοι. Η τελευταία που προστέθηκε ήταν αυτή που ακόμα δεν είχε χάσει κάθε χρώμα ελπίδας από το πρόσωπό της. Σαν να περίμενε να αναστηθεί.

Ο άντρας, με κάθε φόνο, ένιωθε αντικρουόμενα συναισθήματα να μάχονται μέσα του. Ναι, υπήρχε κάποια δικαίωση και αγαλλίαση, αλλά όχι, δεν μπορούσε να ησυχάσει για πολύ. Γιατί ήξερε τι είχε κάνει. Ήξερε τι θα συνέβαινε, αν μαθευόταν. Ήξερε τι μοίρα τον περίμενε, αν τον έπιαναν.

Επιπλέον, άρχισε να βλέπει τους νεκρούς του. Ναι, έτσι τους είχε στο μυαλό του. Οι νεκροί του. Οι κρεμασμένοι του. Στην αρχή, ο φίλος του. Εκεί, στον ουρανό, να κρέμεται σαν δείχτης ρολογιού. Σταδιακά, ήρθαν και οι υπόλοιποι. Η σήψη ήταν εμφανής, αλλά όχι τόσο. Προχωρούσε αργά, ίσως λόγω του κρύου και επειδή τα πτώματα δεν είχαν πεθάνει πολύ καιρό τώρα.

Αλλά ήταν εκεί. Δεν ξεχνιούνταν. Δεν εξαφανίζονταν έτσι απλά. Ίσως, όμως, να ικανοποιούνταν κάπως. Ίσως.

Ο άντρας συνέχισε να προχωράει και να τραβάει μερικά βλέμματα πάνω του, ενώ τα κρεμασμένα σώματα ήταν πάντα ψηλά πάνω από το κεφάλι των ζωντανών.

 

Η μητέρα του έλεγε συχνά πως ο μόνος τρόπος για να σε αφήσουν οι άλλοι ήσυχο ήταν να τους δώσεις κάτι υπερβολικά πολύτιμο, που πιθανότατα δεν το άξιζαν. Και ολοκλήρωνε τη φράση της: Έτσι κάνουμε και με σένα, μικρέ. Σου δίνουμε περισσότερα απ’ όσα αξίζεις.

 

Το νεκροταφείο. Ένα και μοναδικό στην μικρή πόλη.

Τα θύματά του είχαν ταφεί εκεί. Σε διάφορα σημεία. Κάποια άλλα, παλιότερα λείψανα τα είχαν πάρει. Ο άντρας θυμήθηκε το δήμαρχο να αναγγέλλει εδώ και χρόνια ότι θα φτιαχτεί κι άλλο νεκροταφείο, αλλά δεν έκανε κάτι. Ίσως άλλαζε γνώμη μετά τα τελευταία.

Ο άντρας είδε μερικές γυναίκες και έναν ιερέα να περιδιαβαίνουν τους τάφους, να στέκονται σε κάποιους και ο ιερέας να ψέλνει.

Στάθηκε σε έναν από τους τάφους. Στον πιο πρόσφατο. Έβγαλε τα γυαλιά του. Περίμενε.

Πέρασαν ώρες. Ο ιερέας του είπε κάποια στιγμή ότι θα έπρεπε να φύγει. Ο άντρας τον διαβεβαίωσε ότι δεν θα αργούσε.

Έμεινε μόνος, ενώ το σκοτάδι απλωνόταν γύρω του.

Τι ήταν υπερβολικά πολύτιμο για να δώσει, είχε σκεφτεί μια μέρα.

Το χώμα στους τάφους των νεκρών παρέμενε ατάραχο.

Αλλά από τον ουρανό έπεσαν στη γη οι κρεμασμένοι. Τα σχοινιά τους ακούμπησαν στο έδαφος. Πλησίασαν.

Ο ιερέας είδε πως ο άντρας δεν είχε κουνηθεί. Αποφάσισε να του ξαναμιλήσει.

Ο άντρας μύρισε τη δυσωδία και άκουσε τα βήματά τους. Άκουσε και την επιτακτική φωνή του παπά.

Οι νεκροί τον έφτασαν. Τα κεφάλια τους παρέμεναν σε αυτή την παράταιρη κλίση του σπασμένου λαιμού.

Πέρασε ένα δευτερόλεπτο.

Δύο.

Τρία.

Έπειτα δεκάδες σχοινιά απλώθηκαν και περάστηκαν γύρω από το λαιμό του άντρα. Τυλίχτηκαν γερά και έμοιαζαν με ακτίνες ρόδας ποδηλάτου που ενώνονται στον άξονα. Σήκωσε τα χέρια του. Προσπάθησε να πάρει ανάσα, ενώ το κεφάλι του κοκκίνιζε και τα μάτια του γούρλωναν.

Ο παπάς έμεινε στήλη άλατος.

Ώσπου είδε το σώμα του άντρα να υψώνεται στον αέρα και τα πόδια του να κουνιούνται σπασμωδικά. Γύρισε και έτρεξε.

Δεν είχε δει τους νεκρούς που υψώνονταν μαζί με τον άντρα.

 

——————————————————————————————————

Σημειώσεις: Το κείμενο αποτελεί προϊόν μυθοπλασίας και ουδεμία σχέση έχει με την πραγματικότητα.

Θα ήθελα την άποψή σας είτε εδώ, είτε (και) στην σελίδα του TheBluez.gr στο Facebook: https://www.facebook.com/TheBluez.gr

Βρείτε όλα τα κείμενά μου εδώ: https://thebluez.gr/author/anastkom/

Και εδώ όλα τα κεφάλαια της «Εντολής της Κόμισσας», που δημοσιεύονται σε συνέχειες: https://thebluez.gr/category/serials/%ce%b7-%ce%b5%ce%bd%cf%84%ce%bf%ce%bb%ce%ae-%cf%84%ce%b7%cf%82-%ce%ba%cf%8c%ce%bc%ce%b9%cf%83%cf%83%ce%b1%cf%82/

 

 

Μοιράσου το!

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Τα βιβλία μας

Φευγάτος
Αλέξανδρος Κουτρούλης - Φευγάτος
Ελευθερία Τσιντάρη - Χωρίς την ελπιδα
Μαργαρίτα Τσεντελιέρου - Το Μυστικό

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook