Οι περισσότεροι άνθρωποι, από μικρά παιδιά, σε κάποια φάση της ζωής μας νιώθουμε άτρωτοι και ανίκητοι. Ναι! Ακόμα και σήμερα, που η τεχνολογία έχει εισβάλλει τελεσίδικα κι ορμητικά στην καθημερινότητα και ακολούθως, έχει μειώσει σημαντικά το ποσοστό των παιδιών που βρίσκονται με ματωμένα γόνατα, καρούμπαλα, περίεργα χτυπήματα ή γρατζουνιές, κάποια πράγματα δεν αλλάζουν.

Οι περισσότεροι άνθρωποι, δεν θέλουν να χτυπάνε, να πονούν ή να αρρωσταίνουν – γι’ αυτό όταν τελικά αυτό συμβαίνει, αναλόγως του χαρακτήρα τους φυσικά, μπορεί και να το πάρουν λίγο αψήφιστα. Κάπως έτσι, ένα παιδί επιστρέφει μια μέρα σπίτι του μες στα αίματα και δοκιμάζει τα όρια των γονιών του πριν πάθουν καρδιακή προσβολή στο άνθος της ηλικίας τους. Ή κάπως έτσι, ο πόνος κρύβεται πίσω από μια μεγάλη μάσκα, ένα τεχνητό χαμόγελο και ένα «Καλά είμαι, σου λέω!» μέχρι που διπλώνεσαι στη μέση και αποφασίζεις, άξαφνα, πως όχι, δεν είσαι καθόλου καλά.
Και κάπως έτσι, με οκτώ πακέτα χαρτομάντηλα στην τσάντα μου, βρέθηκα στο νοσοκομείο για πρώτη φορά στη ζωή μου για κάτι που αφορούσε εμένα, αποκλειστικά εμένα και όχι κάποιον συγγενή ή φίλο. Η πανοπλία του άτρωτου απέκτησε μια τοσοδούλα ρωγμή, στην πλάτη κιόλας, εκεί που ήταν αδύνατο να την δω.

Γιατί, ήταν αδύνατο να το προβλέψω αυτό το πράγμα, μπείτε στη θέση μου δηλαδή: Ξυπνάς μια μέρα και έχεις ελαφρύ πυρετό. Οκτώβρης είναι, εποχική ίωση, σκέφτεσαι, τι άλλο; Κάθεσαι σπίτι, πίνεις ζεστά, παίρνεις αντιπυρετικά και μετά από τρεις μέρες, πέφτει. Αλλά κάπου εκεί, ξεκινάει ένα βηχαλάκι. Αθώο στην αρχή. Πίνεις και σιρόπια τώρα. Κάθε μέρα το βηχαλάκι θεριεύει και χειροτερεύει, χωρίς να έχεις βγει από το σπίτι παρά μόνο για να πας στο φαρμακείο.

Μετά από άλλες τρεις μέρες, ο βήχας μοιάζει με αυτό που θα περίμενες να ακούσεις από γέρο θαλασσόλυκο, αυτόν που ο καπνός, η αρμύρα και οι αέρηδες του έχουν μακελέψει τα πνευμόνια και την αναπνοή μια για πάντα, μετά από πενήντα χρόνια στη θάλασσα. Δεν είναι καλή ιδέα να περιμένεις να περάσει, σκέφτεσαι, γιατί πρώτα απ’ όλα δεν περνάει!

Με την ιδιοσυγκρασία του ανθρώπου που ως «αρρώστησα σοβαρά» είχε να θυμάται μόνο κάποια γρίπη με πυρετό 5 ημερών στο Λύκειο, ή κάτι τέτοιο, επισκέπτεσαι τα επείγοντα σκεπτόμενος ότι εντάξει, θα σου γράψουν κανένα φάρμακο -αντιβίωση, αντιβηχικό, κάτι απ’ αυτά που γενικά ποτέ δεν έχεις πάρει τέλος πάντων- και θα πας σπίτι σου να κουκουλωθείς στην κουβέρτα σου μέχρι να γιάνεις.

Και κάπου εδώ έχουμε την ανατροπή, αυτό που οι αγγλοσάξονες αποκαλούν “plot twist”: Οι εξετάσεις στα επείγοντα δείχνουν «σοβαρή πνευμονία» και ο γιατρός με ύφος που δεν σηκώνει αμφισβήτηση ιδιαίτερα, σοβαρό μα και επεξηγηματικό, σου λέει πως συστήνει να μην φύγεις από το νοσοκομείο και να καθίσεις τρεις, τέσσερις μέρες για ενδοφλέβια αγωγή. Δεν είναι αυτό που περίμενες να ακούσεις, έτσι;
Μα…εγώ δεν αρρωσταίνω, ρε! Δεν ήξερα καν τι είναι βιβλιάριο υγείας! Τα ασφαλιστικά ταμεία πάρτι κάνανε με την ολοστρόγγυλη μηδενική δαπάνη που τους προκαλούσα όλα μου τα χρόνια! Χα. Μη φας, έχουμε γλαρόσουπα φρεσκότατη!

Πήγα σπίτι μου, έφτιαξα μια τσάντα με πράγματα για 3-4 μέρες, κανόνισα κυριολεκτικά τελευταία στιγμή να ταΐζει και να ποτίζει ένας συγγενής τη γάτα μου (κι ας μη γουστάρει τα ζώα, δε φταίει σε τίποτα το ζωντανό) και επέστρεψα σε απογευματινή ώρα για να εισαχθώ.
Την ίδια ιδέα πρέπει να είχαν αρκετές εκατοντάδες άτομα ακόμα βεβαίως, εφόσον ήταν προφανές ότι παρ’ όλες τις φιλότιμες προσπάθειες του προσωπικού, το νοσοκομείο που είχα επισκεφθεί σφάδαζε κάτω από το πλήθος που έπρεπε να εξυπηρετήσει σε ημέρα εφημερίας.
Μέχρι να ολοκληρωθεί η εισαγωγή μου, κάτι που πήρε κάποιες ώρες, δεν είχα ενημερώσει κανέναν για τα καθέκαστα. Στο κάτω-κάτω, θα έμενα για τρεις-τέσσερις μέρες, δεν άνοιξε και η γη να με καταπιεί! Βέβαια, το γεγονός του ότι το κινητό μου δεν είχε σήμα μέχρι να μεταφερθώ σε κλινική, δε βοηθούσε την κατάσταση και πολύ.

Βράδυ πια, οδηγήθηκα σε ένα κρεβάτι, σε ένα διάδρομο. Ρε φίλε, αυτά που έβλεπα στην τηλεόραση…να τα, μπροστά μου. Είναι ημέρα εφημερίας, είναι βράδυ και δεν υπάρχει χώρος ούτε για ζήτω. Αντιλαμβάνομαι μετά από άλλες τρεις ώρες, όταν έρχεται μια γιατρός που προηγουμένως ήταν στα επείγοντα τρέχοντας πανικόβλητη να με δει, «τώρα που ηρέμησαν τα πράγματα λίγο» ότι είμαι τυχερός, γιατί έχω κρεβάτι και όχι πτυσσόμενο ράντζο, ή φορείο! Κοσμοσυρροή, όχι αστεία.

Το επόμενο πρωϊνό, η γιατρός που έμελλε να με παρακολουθεί με ενημέρωσε πως θα πρέπει να κάνουμε κάποιες εξετάσεις για να αντιμετωπιστεί η κατάσταση πιο άμεσα και αποτελεσματικά. Ο πυρετός που νόμιζα ότι δεν είχα, έχει επανέλθει δριμύτερος και σίγουρα δεν έχω καμία απολύτως διάθεση να αδράξω την ημέρα ή κάτι τέτοιο τρεντοχίπικο.

Έχω μεταφερθεί σε ένα παντελώς σουρεαλιστικό περιβάλλον άξαφνα: Μου παίρνουν αίμα ιδιαίτερα συχνά, για πολλούς και διάφορους λόγους. Ο ορός που μου έχουν βάλει αναγκάζει το χέρι μου να μένει απλωμένο σα να ζητιανεύω κάτι από τον αέρα, γιατί η λάθος κίνηση, τη λάθος στιγμή, μπορεί να τσακίσει το σωληνάκι, να γυρίσει το αίμα μέσα στο σωληνάκι από τη φλέβα μου, να το ένα και να το άλλο.
Παράλληλα, οι γιατροί, χωρίς να πανικοβάλλονται, θεωρούν ότι έχω ήπια αναπνευστική ανεπάρκεια και έχουν φρικάρει λίγο γιατί δεν είμαι στο κλασσικό target group των 60+ με αδύναμο αναπνευστικό για όλα αυτά: Είμαι σχεδόν 34, το Δεκέμβρη τα κλείνω δηλαδή και δεν καπνίζω πια, μόνο ηλεκτρονικό τσιγάρο κι αυτό όχι φανατικά.

Οπότε, μου συστήνουν, με χαμόγελο αλλά και δίχως να σηκώνουν αντίρρηση, να μην βγάζω ποτέ και για κανένα λόγο το οξυγόνο που μου έδωσαν στη μύτη. Αισθάνομαι κάπως σαν να είμαι καλωδιωμένος στα λάθος πράγματα. Αντί να είμαι στο Matrix και να γουστάρω με κάποια ιδεατή ψηφιακή ζωή, είμαι με ορούς και οξυγόνα και ξαφνικά το απλούστερο πράγμα στον κόσμο, το να πάω να κατουρήσω 3 μέτρα πιο πέρα, είναι κάτι που πρέπει να καλοσκεφτώ και να οργανώσω πώς θα γίνει ακριβώς. Do you feel lucky, punk?

Εν τω μεταξύ, δεν είμαι μόνος μου στο διάδρομο, είναι κι άλλοι προφανώς, ο καθένας με το μακρύ του και το κοντό του. Μια κυρία, απροσδιορίστου ηλικίας αλλά σίγουρα μεγάλη, είχε μια εκπληκτική ομοιότητα με τη Σαπφώ Νοταρά και το βράδυ έκρινε σκόπιμο να φωνάζει και να παραπονιέται σχεδόν για όλη τη νύχτα. Το βράδυ, τα φώτα του διαδρόμου έσβηναν κάποια στιγμή. Αλλά αυτό που ήταν από πάνω μου, δεν έσβηνε, ήταν από τα φώτα ασφαλείας ή κάτι τέτοιο. Ρε παιδιά; Θα τα πω όλα, αλήθεια, ό,τι με ρωτήσετε, θα ομολογήσω – μην το κάνετε τόσο Γκουαντάναμο το σκηνικό!

Μετά το πρώτο εικοσιτετράωρο, αναβαθμίζονται οι υπηρεσίες, πάω σε ένα σημείο του διαδρόμου όπου το φως σβήνει το βράδυ (αφού χόρεψα ένα μικρό χορό της νίκης) και επίσης μαθαίνω πως στην ημερήσια ρουτίνα εκτός από τις μετρήσεις πίεσης, πυρετού και τις αντιβιώσεις μπαίνει και ένα εξτραδάκι, εικοσάλεπτα κάθε πρωί, μεσημέρι, απόγευμα, βράδυ και νύχτα με μάσκα οξυγόνου και εισπνεόμενα φάρμακα.
Στο τριήμερο, μετά από περαιτέρω μπαράζ εξετάσεων διότι ο πυρετός καλά κρατούσε, μαθαίνω πως πρώτον, το «τρεις-τέσσερις μέρες» που μου είπαν ότι θα κάτσω είναι κόλπο ιατρικού μάρκετινγκ, γιατί με την έκταση της πνευμονίας που ‘κονόμησα δεν είχαν καν εκτιμώμενη ημερομηνία εξόδου να μου δώσουν και δεύτερον, θα μεταφερθώ σε θάλαμο.

Αν δεν είναι αυτό ισχυρό hint του «δε θα βγεις αύριο ή μεθαύριο, μην τα ξαναλέμε, έχουμε και δουλειές», δεν ξέρω τι είναι. Ως τώρα, είχα ενημερώσει τους πάντες για το πού ήμουν, αλλά στους περισσότερους που ρωτούσαν που είμαι, αν θέλω να έρθουν να με δουν, και τέτοια, απαντούσα αρνητικά. Αυτό που δεν έλεγα και ιδιαίτερα παραέξω είναι ότι ο συνδυασμός πυρετού και διαολεμένου βήχα, ως τώρα δεν μου επέτρεπε να είμαι όσο χαλαρός θα ήθελα μέσα στη μέρα. Κι ας είχα μείνει με πέντε πακέτα χαρτομάντηλα.

Αφού οι γιατροί είδαν και αποείδαν και μου άλλαξαν την αντιβίωση με κάτι που ήταν ισχυρότερο (το οποίο και φανταζόμουν σα να μαζεύεται στα σημεία με τη λοίμωξη και να σκάνε είκοσι-είκοσι μικρές πυρηνικές βόμβες, με τα μικρόβια να τρέχουν στα δικά τους καταφύγια), ο πυρετός έπεσε μαχαίρι και η βελτίωση της υγείας μου ήταν μάλλον ταχεία. Να φανταστείτε, παρ’ όλες τις έντεκα ημέρες νοσηλείας, βγήκα έξω και είχα ακόμα 2-3 χαρτομάντηλα από το τελευταίο πακέτο αχρησιμοποίητα! Τέτοια βελτίωση.

Μετά την πρώτη εβδομάδα, όσο φιλικό και εξυπηρετικό και γενικά υπεράνθρωπο και αν είναι το ιατρικό και νοσηλευτικό προσωπικό, αντιλαμβάνεσαι πως πρέπει να βγεις από κει μέσα. Τα φάρμακα αρχίζουν και προκαλούν δυσφορία ακόμα και στον πιο θετικό άνθρωπο και όταν, τις τελευταίες 48 ώρες πριν πάρω εξιτήριο, μου έβγαλαν τον ορό και μπορούσα να επισκεφθώ το κυλικείο ας πούμε πιο εύκολα, γύριζα στην κλινική και έπιανα την χαρακτηριστική «μυρωδιά νοσοκομείου» από τα φάρμακα, τα καθαριστικά και το κολάζ ασθενών που υπήρχε φιλοξενούμενο εκεί.

Χαίρομαι που (τυχαία) έπεσα σε καλούς γιατρούς, στους οποίους είμαι ευγνώμων. Χαίρομαι που δεν έχω, ως τα τώρα, τίποτα χρόνιο ή εξαιρετικά σοβαρό – κάτι που δεν είναι σαν να μην έγινε ποτέ περνώντας, έστω, 7-10 μέρες σε ένα νοσοκομείο, γιατί είδα και τέτοια, αρκετά. Χαίρομαι που η πανοπλία μου είναι κατά 98% ακέραια. Για το υπόλοιπο 2%, εφόσον δεν είμαι παντελώς άτρωτος, θα με προσέχω λίγο παραπάνω στο μέλλον. Και θα ήταν καλό όλοι να μας προσέχουμε λίγο παραπάνω, πάντοτε. Γιατί έτσι. Γιατί μας αξίζει. Να είστε όλοι καλά! Υγεία ολούθε!