‘Οσα ζήσαμε μαζί

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Τρίτος όροφος, Καρδιολογικό.  Στο δωμάτιο 302, απέναντι από τη στάση των Νοσηλευτών, ετοιμάζομαι για τη νυχτερινή βάρδια, σηκώνω το βλέμμα και κοιτάζω τη γυναίκα που κάθεται στητή στην καρέκλα δίπλα στο κρεβάτι του ασθενή για 17η συνεχόμενη ημέρα.

Γύρω στα εβδομήντα, ωραία γυναίκα, ψηλή, ευθυτενής, γαλάζια μάτια σαν θάλασσες αγριεμένες και τα γκριζόξανθα μαλλιά της λυμένα στους ώμους της, δεν τα κόβει για το χατίρι του. Και του μιλάει, ούτε μια στιγμή δεν σταμάτησε να του μιλάει και τις 17 μέρες που έχει πέσει σε κώμα, αρνείται να δεχτεί πως ίσως να μην την ακούει, εξάλλου σχεδόν πενήντα χρόνια τώρα πάντα εκείνη μιλούσε κι εκείνος άκουγε και καταλάβαινε, πάντα καταλάβαινε.

Αμάν Βασίλη μου! Σαν πολύ δεν το τράβηξες; Αρκετά ξεκουράστηκες, άντε, άνοιξε τα μάτια σου να πάρεις τα πάνω σου να πάμε σπίτι μας, έχουμε δουλειές Βασίλη, είχες υποσχεθεί στα κορίτσια πως θα τα βοηθούσες, το ξέχασες;  Αλλά το πείσμα σου δεν έχει όρια,  όλοι στο λέγαμε πως έπρεπε να ξεκουράζεσαι πού και πού και να τρως πιο υγιεινά για την καρδιά σου αλλά εσύ ξερό κεφάλι.  Και ιδού τα αποτελέσματα Βασίλη, είμαστε εδώ ένα μήνα σχεδόν και οι γιατροί δεν είναι και πολύ αισιόδοξοι, δεν τους πιστεύω όμως, σε σένα πιστεύω και περιμένω…

Τι συμβαίνει Βασίλη; Αυτό το μηχάνημα πάνω από το κεφάλι σου κάνει ένα περίεργο θόρυβο! Τι γίνεται; Γιατί τρέχουν όλοι μέσα στο θάλαμό μας; Οι γιατροί μου ζητούν να βγω έξω, με παίρνουν με το ζόρι από το πλάι σου. Πεθαίνεις τελικά, ε; Δεν θέλω να το πιστέψω αλλά ας είν’ καλά το γινάτι σου!

Δεν θα λυγίσω εδώ μπροστά τους, θα κάνω ό,τι χρειάζεται με ψηλά το κεφάλι όπως με έμαθες εσύ και μετά θα πάω στο σπίτι να ετοιμαστώ.  Δουλειές μου άνοιξες αγάπη μου αλλά χαλάλι σου, όλα θα γίνουν όπως πρέπει, μετά θα έχω όλο τον καιρό δικό μου να βρω τρόπο να συνεχίσω τη ζωή μου χωρίς εσένα.

Πενήντα χρόνια ήμαστε μαζί και λείπεις δέκα μέρες που ήδη μετράνε πενήντα κι άλλα πενήντα.  Θυμάσαι την πρώτη μας συνάντηση; Είκοσι δύο χρονών ήμουν με δυο μωρά και ήδη χήρα! Ούτε εγώ που το έζησα δεν το πιστεύω!  Έψαχνα απεγνωσμένα δουλειά και περνώντας έξω από το μαγαζί σου είδα στην πόρτα ένα χαρτί που έγραφε «ζητείται υπάλληλος». Άνοιξα και μπήκα μέσα. Σχεδόν λιποθύμησα μπροστά στο ταμείο από την κούραση, από το κρύο εκείνου του Γενάρη και, ντρέπομαι που το λέω, από την πείνα.

Τότε δεν μπόρεσα να καταλάβω τι ήταν εκείνο που με έκανε να ανοίξω σε έναν ξένο το στόμα μου, την καρδιά μου, την ψυχή μου ολόκληρη και να τα πω όλα, μα τώρα καταλαβαίνω, ήταν η δική σου ψυχή που ήταν ορθάνοιχτη για τα δεινά όλου του κόσμου και της δικής μου μικρής και ταλαιπωρημένης ζωής.

Πάνω από ένα φλυτζάνι καυτό τσάι και λίγα παξιμάδια που έβαλες μπροστά μου χωρίς να με ρωτήσεις, σου ζήτησα δουλειά γιατί είχα δυο μωρά και μηδέν πόρους, άρχισα να μιλάω για τον πατέρα τους, τον μεγάλο μου έρωτα, που κλεφτήκαμε και παντρευτήκαμε κρυφά γιατί ο πατέρας μου δεν τον ήθελε  και με έδιωξε από το σπίτι. Ήμαστε ευτυχισμένοι μαζί και μέσα σε δύο χρόνια είχαμε δύο κοριτσάκια, η ζωή μας χαμογελούσε. Έτσι νομίζαμε.

Μια Κυριακή με καλό καιρό και μπουνάτσα έφτασε για να τα καταστρέψει όλα, έφυγε για ψάρεμα, που το αγαπούσε τόσο πολύ, και δεν γύρισε ποτέ!  Μετά από μια βδομάδα με ειδοποίησαν ότι βρέθηκε ξεβρασμένο το πτώμα του. Όλα συντρίμμια! Κανείς δίπλα μας, ούτε οικογένειες, ούτε φίλοι. Μόνο η σπιτονοικοκυρά μου μας στάθηκε, ο Θεός να την έχει πάντα καλά!

Έβλεπα το βλέμμα σου να σκοτεινιάζει και νόμιζα πως δεν με πιστεύεις, φοβήθηκα πως θα με έδιωχνες αλλά έκανα λάθος, θύμωνες για την αδικία, για τα μωρά μου που δεν τα σκέφτηκε κανείς, για τον άνισο αγώνα που έπρεπε να δώσω από δω και πέρα μόνη μου κόντρα στις δυσκολίες που με περίμεναν.

«Αύριο στις οκτώ» μου είπες.

«Τι είναι εδώ;» σε ρώτησα

«Φωτογραφείο» απάντησες.

«Δεν ξέρω από φωτογραφίες».

«Θα μάθεις».

Έτσι ξεκίνησε το ταξίδι μου δίπλα σου.  Ο εργοδότης και η υπάλληλος, ο δάσκαλος και η μαθήτρια, ο μέντοράς μου στη δύσβατη ζωή που απλωνόταν μπροστά μου.  Πάντα σοβαρός και φαινομενικά απόμακρος, μετρημένες οι κουβέντες σου αλλά ουσιαστικές, συμβουλές και μαθήματα και το χέρι σου δεν απλώθηκε προς το μέρος μου ούτε για χειραψία.  Περνούσε ο καιρός κι ένιωσα να ξαναγεννιέμαι, πάτησα ξανά στα πόδια μου, πήρα τη ζωή μου στα χέρια μου, φόρεσα ξανά χαρούμενα χρώματα, πήγα κομμωτήριο, ψώνιζα στα παιδιά όμορφα πράγματα, είχα πάλι προοπτικές!

Κάτι έλειπε όμως, κάτι με έτρωγε βαθιά μέσα μου που δεν είχα το θάρρος να το ομολογήσω ούτε στον ίδιο μου τον εαυτό, αλλά πόσο να κρυφτεί το προφανές;  Σε είχα αγαπήσει με όλη τη δύναμη της ψυχής μου, ήμουν ερωτευμένη μέχρι τον ουρανό μαζί σου αλλά και μόνο στη σκέψη με έπιανε τρόμος. «Μην τολμήσεις!» ούρλιαζε μια φωνούλα μέσα στο κεφάλι μου, «ο άνθρωπος είναι ο εργοδότης σου! αυτό και μόνο! τι θα πει σου’χει σταθεί όσο κανείς; έτερον εκάτερον!»

Κι εσύ πάλι μωρέ Βασίλη μου, στρείδι κλειστό, γράμμα εφτασφράγιστο! Ας χαλάρωνες λιγάκι πού και πού να μου έδινες κι εμένα κάτι για να πιαστώ να μη βολοδέρνω μόνη μου στα πέλαγα των συναισθημάτων μου…

Μόνο να ήξερες τι ήταν για μένα ο πρωινός καφές μαζί σου, που μου τον είχες πάντα έτοιμο μόλις έμπαινα στο μαγαζί! Η ώρα που περνούσαμε το μεσημέρι τρώγοντας σουβλάκια από το διπλανό σουβλατζίδικο ήταν το όνειρό μου της κάθε μέρας, γιατί τότε με ρωτούσες για τα παιδιά, για το σχολείο τους, ένιωθα πως γινόταν πιο προσωπική η σχέση μας μα μετά άρχιζε η δουλειά και όλα έμπαιναν στο καλούπι τους, πόσο λυπόμουν τότε…

Κι ένα καλοκαίρι είπες ξαφνικά «φέρε καμιά μέρα μαζί σου τα κορίτσια να δουν πού δουλεύει η μαμά τους», και την άλλη μέρα τις έντυσα με τα καλά τους και τις έφερα.  Και τότε είδα τα μάτια σου να γλυκαίνουν, μπορεί και να κοκκίνισαν λίγο, δε θυμάμαι,  και το πρόσωπό σου ξάνοιξε σε ένα τεράστιο χαμόγελο και έτρεξες στο τηλέφωνο να παραγγείλεις πορτοκαλάδες και κρουασάν και μετά είπες «αν θέλετε το απόγευμα που θα κλείσουμε πάμε όλοι μαζί κινηματογράφο!». Οι κόρες μου σου παραδόθηκαν ανεπιστρεπτί την ίδια ώρα, όπως κι εσύ σ’αυτές. Τότε το ένιωσα βαθιά μέσα μου ότι δεν ήταν φρούδες ελπίδες τα όνειρά μου, αλλά έπρεπε να περιμένω.

Πέρασαν άλλα πέντε χρόνια και ήμαστε φίλοι, συνεργάτες και εξομολογητές ο ένας του άλλου. Τα κορίτσια μου μεγάλωναν, δεκατρία η μικρή, δεκατέσσερα η μεγάλη, όταν μια μέρα είπαν με ύφος συνωμοτικό «μαμά μετά το μάθημα θα καθυστερήσουμε λίγο, μας θέλει η γυμνάστρια για το μπάσκετ» και μέσα στην κούραση μου συμφώνησα κι έκλεισα τα μάτια μου στον καναπέ.

Γύρισαν το απόγευμα με ένα μυστηριώδες ύφος και ένα επίσης μυστηριώδες χαμόγελο.  «Αύριο στη δουλειά να βάλεις το γαλάζιο φόρεμα το καινούργιο» μου πέταξε η μεγάλη, «τι το’χεις και το τρώει η ντουλάπα;». Περίεργα που είναι τα παιδιά καμιά φορά…

«Να κλείσουμε νωρίτερα σήμερα, Σάββατο και καύσωνας, όλοι έχουν φύγει για διήμερο, ας πάμε κι εμείς μια βόλτα, τι λες;».

Και πήγαμε. Φορούσα και το γαλάζιο φόρεμα σύμφωνα με τις υποδείξεις των μικρών συμμοριτισσών, (ακόμη το έχω μπροστά μπροστά στη ντουλάπα να το βλέπω) και εκεί, πλάι στη θάλασσα που πήρε κάποτε την ευτυχία μέσα απ’τα χέρια μου, άνοιξαν και πάλι οι ουρανοί και έβρεξε μάννα!

«Χθες μίλησα στα παιδιά, έπρεπε πρώτα να σιγουρευτώ πως θα με δέχονταν για πατέρα τους, πως δεν θα με έβλεπαν ανταγωνιστικά σε σχέση με τη μητέρα τους, τώρα που πήρα την έγκρισή τους μπορώ να στο πω χωρίς κανένα φόβο. Μάρθα μου θέλεις να γίνεις γυναίκα μου;».

Δεν ξέρω πόση ώρα έκανα να σου απαντήσω Βασίλη μου, το μόνο που θυμάμαι είναι το βλέμμα σου της προσμονής λες και δεν ήξερες!

Παντρευτήκαμε μετά από ένα μήνα σε ένα μικρό εκκλησάκι με τα παιδιά δίπλα μας και τον καλύτερό σου φίλο για κουμπάρο.

Σ’ευχαριστώ που βρέθηκες στο δρόμο μου, σε ευγνωμονώ που έγινες ο πατέρας των παιδιών μου που σε λάτρεψαν. Σου είμαι λίγο θυμωμένη που παραμέλησες τον εαυτό σου γιατί σου άρεσε το καλό φαγητό και το κόκκινο κρασί και δεν τα αποχωρίστηκες ποτέ. Καλά έκανες! Μην κοιτάς που γκρινιάζω, ήθελα πάντα να είσαι ευχαριστημένος και να περνάς καλά. Ζήσαμε καλά, ζήσαμε μαζί με τα πάνω μας και τα κάτω μας, αλλά ζήσαμε πολλά και τα ζήσαμε χέρι χέρι.  Σ’αφήνω τώρα, έχω ακόμη δουλειές εδώ, μόλις τις τακτοποιήσω περίμενέ με, μπορεί να αργήσω αλλά το δικαιούμαι, στο μαγαζί δεν είχα αργήσει ποτέ ούτε λεπτό! Έτσι δεν είναι αφεντικό;

 

 

Μοιράσου το!

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Τα βιβλία μας

Φευγάτος
Αλέξανδρος Κουτρούλης - Φευγάτος
Μαργαρίτα Τσεντελιέρου - Το Μυστικό

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook