Όσο έστρωνε τραπέζι σκεφτόταν όλα τα κουλά: Την πρώτη τους ματιά. Όταν την είδε να περνάει ανάμεσα στους επιβάτες με εκείνο σαν να κάλπαζε. Coffee or tea. “Tea είπες τώρα;” της απάντησε και άκουσε για πρώτη φορά το ξεκαρδιστικό γέλιο της. Εντάξει δεν ήταν και τόσο θηλυκό είναι η αλήθεια. Όμως το λάτρεψε αυτό το παράφωνο χαχάνισμα.

Άναψε τα κηροπήγια στο τραπέζι, πρώτη φορά τα έκανε αυτά. Ακόμα δεν είχε καταλάβει αν τα έκανε επειδή ήταν ερωτευμένος ή επειδή ήθελε να δώσει άλλη μια ευκαιρία σε όλο αυτό. Το ψητό είχε μοσχομυρίσει. Ήλπιζε να το πέτυχε. Είχε αρκετά αστέρια η συνταγή που βρήκε και μικρό βαθμό δυσκολίας.

Όπου να’ ναι θα ερχόταν. Πότε δεν της άρεσε να πηγαίνει να την παραλάβει από το αεροδρόμιο. Ήταν άλλωστε η δουλειά της. Φαντάζεσαι να τον ανάγκαζε κάθε τρεις και λίγο να τρέχει;

Έλειπε αρκετές μέρες. Περίπου δέκα. Υπό κανονικές συνθήκες μόλις θα έμπαινε σπίτι θα έβγαζε τα ρούχα της δουλειάς θα έβαζε εκείνη την άθλια φόρμα και θα ξεκινούσε τη φασίνα. Περίπου δύο μέρες καθάρισμα και μετά αν προλάβαιναν καμία έξοδο πριν ξαναφύγει. Η τρελή με το τσεμπέρι την είχε πει στον τελευταίο τους καβγά. Και εκείνη τον είπε αχάριστο.

Τώρα όμως είχε βρει λύση. Το πρωί πλήρωσε για πρώτη φορά γυναίκα και κυριολεκτικά οκτώ ώρες το έγλειψε το σπίτι. Της σιδέρωσε και τα ρούχα. Και εκείνος μαγείρεψε και έστρωσε τραπέζι.

Θα έμπαινε και δεν θα είχε καμία δουλειά να κάνει. Μόνο να φάνε μαζί, να ακούσουν μουσική και μετά να τα δώσουν όλα στο κρεβάτι. Μόνο αυτό.

Πρώτα άκουσε τον ήχο των τακουνιών και μετά το κλειδί στην πόρτα. Την είδε να μπαίνει. Είδε την έκπληξη στο πρόσωπο της. “Σε λάθος σπίτι μπήκα;”
Γέλασε. Την πλησίασε και πήρε από το χέρι τη βαλίτσα της. Της είπε να πάει στο μπάνιο να φρεσκαριστεί όσο εκείνος θα σερβίρει. Τον υπάκουσε. Φαινόταν σαν υπνωτισμένη. Τόσο εντύπωση θα της είχε κάνει όλο αυτό. Την είδε να ρίχνει κλεφτές ματιές προς τα εκεί που ήταν η στοίβα με τα ασιδέρωτα, να κοιτάει τα έπιπλα αν έχουν σκόνη, να μυρίζει τον χώρο. Καλά, λαγωνικό είχε αγαπήσει;

Έκατσαν στο τραπέζι και άρχισαν να τρώνε. Εκείνη δεν φαινόταν να πεινούσε πολύ. Και εκείνος δεν ήθελε να βαρύνει για να μπορεί μετά να είναι σε φόρμα. Ήπιαν λίγο κρασί. Δεν πρόλαβε να βάλει μουσική. Την είδε να σηκώνεται από το τραπέζι και να του παίρνει το χέρι να την ακολουθήσει. Ο ίδιος είχε κάνει μπάνιο αμέσως πριν γιατί ήξερε πως και λίγο βρόμικος να ήταν θα τον έβαζε να ξαναπλυθεί πριν την αγγίξει.

Τον έριξε πάνω στο κρεβάτι και τον φίλαγε. Του έκανε εντύπωση η επιθετικότητά της. Δεν τον είχε συνηθίσει έτσι.

Την είδε να βγάζει από το συρτάρι κάτι χειροπέδες που της είχε κάνει δώρο αλλά εκείνη ποτέ δεν της είχανε χρησιμοποιήσει. «Καλά τόσο εύκολο ήταν» σκέφτηκε. Του έπιασε τα χέρια ψηλά. Τα έδεσε προσεκτικά στο κεφαλάρι του κρεβατιού. Μετά έβγαλε της γόβες της και ξεκίνησε να ξεντύνεται. Όταν ξέδεσε το μαντήλι της στολής από το λαιμό της το έχωσε βίαια μέσα στο στόμα του. “Τι κόλπα είναι α…”, Πήγε να πει αλλά δεν πρόλαβε.

Την είδε να σηκώνεται απότομα. “Σου είπα να μην πάρεις γυναίκα. Χάλια το έκανε. Πρέπει να τα ξανακάνω όλα από την αρχή», του είπε. Έβαλε τη γνωστή φόρμα και ξεκίνησε να καθαρίζει.

 

Ράινα Μελισσινού