Ο Άνθρωπος με την Στολή

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Πριν μερικά χρόνια έβλεπα μια ταινία, από εκείνες τις λυπητερές, τις κοινωνικές με τον κόμπο στο λαιμό. Εκεί λοιπόν ο πρωταγωνιστής έλεγε ότι πάντα φοβόταν τους ανθρώπους με στολή. ”Τροχονόμους, πυροσβέστες, αλλά περισσότερο τους τελωνειακούς” και νομίζω δεν έχω ταυτιστεί περισσότερο στη ζωή μου. Ποτέ δεν μου άρεσαν οι στολές. Τα μπλε, τα χακί, τα γαλάζια. Ακόμη και σήμερα όταν μας σταματάει για έλεγχο η Τροχαία, σφίγγομαι. Ζορίζομαι κι ας μην έχω κάτι να κρύψω. Φοράω πάντα ζώνη και το μικρό είναι πάντα στο ειδικό κάθισμα. Και έχουμε πάντα τακτοποιημένα μαζί μας άδεια-δίπλωμα-ασφάλεια.  Εγώ όμως παλεύω να μην κοιτάξω το όργανο καχύποπτα, όση ώρα μας ελέγχει.

Όταν ήρθε η ώρα μου για τις πανελλήνιες, το ξέκοψα στους δικούς μου: «Μην μου πείτε για στρατιωτικές σχολές. Είμαι κάθετη!». Κάτι η τύχη των πανελληνίων, κάτι η δική μου κλίση να βοηθώ τους ανθρώπους, κάτι η επιστημονική μου φάτσα και περισσότερο ο Θεούλης που ήθελε να σπάσει μάλλον λίγο πλάκα, κατέληξα να γίνω άνθρωπος με στολή. Ευτυχώς η δικιά μου στολή είναι άσπρη. Από εκείνες με την εξουσία της ελπίδας, τον πιο πολύ καιρό τουλάχιστον.

Και μερικά χρόνια μετά ήρθε και η σειρά του αδερφού μου. Έτσι που τα έφερε η τύχη του και σε δικό μου πείσμα, έγινε άνθρωπος με στολή. Χακί στολή. Ναι! Ναι! Χειροκροτήστε με! Όλη μου η οικογένεια πανηγύριζε κι εγώ μέσα μου έκλαιγα. Για να ακριβολογήσω σπάραζα. Γιατί θα φορούσε τη στολή της εξουσίας του πολέμου. Ήρθε κι η ώρα να τον παραδώσουμε στην πύλη. Ο πατέρας, αυτός κι εγώ. Η τελευταία αγκαλιά και ωωωπ, πέρασε την πύλη, δείχνοντας τα διαπιστευτήριά του στον αλφαμίτη. Άθλια αίσθηση. Γύρισε και μας κοίταξε, όταν τον παραλάμβανε ένας υπαξιωματικός. Ή τουλάχιστον αυτό μου είπε ο πατέρας ότι ήταν. Δεν μπόρεσα ποτέ να ξεχωρίσω τις ιεραρχίες βασισμένη σε αστέρια και τα συναφή. Όταν ακούω τους βαθμούς τους, δεν ξέρω καν ποιος είναι ο ανώτερος και ποιά στο καλό είναι η διαφορά μεταξύ τους. Γύρισε λοιπόν ο μικρός και κοίταξε και ο πατέρας σήκωσε την γροθιά του στον αέρα, σε ένδειξη δύναμης. Εγώ κοκαλωμένη, έτοιμη να αρχίσω να ουρλιάζω να τον αφήσουν κάτω. Να μην τον αγγίζουν ρε παιδί μου. Βασικά ήθελα να πηδήξω την μπάρα, να ρίξω μια κουτουλιά στον αλφαμίτη και μια μπουνιά στον άλλον που ήταν λέει ανώτερος και να πάρω τον αδερφό μου από το χέρι και να χαθούμε για μπύρες. Κι ας μην γυρνάγαμε στο σπίτι μας. Φυσικά δεν το έκανα. Έσκυψα το κεφάλι και σχεδόν άρχισα να τρέχω στο αυτοκίνητο, για να μην με δουν οι άντρες να κλαίω.

Πέρασε ο καιρός. Ήταν ένα από εκείνα τα καλοκαίρια που νόμιζες ότι η Ελλάδα συνορεύει με το Ντουμπάι ξερωγώ. Ήμουνα στο κλιματιστικό, μαγείρευα και φορούσα το bluetooth μιλώντας ταυτόχρονα με τον αδερφό μου. Όταν ένας από τους δύο ένιωθε μόνος, μιλούσαμε με τις ώρες, με τις μικροσυσκευούλες μας καρφωμένες στα αυτιά. Δηλαδή δεν  μιλούσαμε ακριβώς.  Απλά είχαμε ανοιχτή τη γραμμή και ακούγαμε ο ένας την καθημερινότητα του άλλου. Ήταν σε υπηρεσία μέσα στο καταμεσήμερο του νησιού. Αυτός πάλευε κάτι να μαστορέψει και εγώ έβριζα για τη μπεσαμέλ που θα έκοβε, όταν μου είπε να περιμένω. Κρύφτηκε το bluetooth στην τσέπη (τον είχα μάθει πια τον ήχο) και τον άκουσα να μιλάει με έναν άλλο εκνευρισμένα. «Θα πάω σε πορεία τους νέους. Θα σε πρήξουμε για μερικά λεπτά, αλλά μετά θα χαλαρώσει η κατάσταση. Κάνε υπομονή.» Παρά τις αντιρρήσεις μου δεν το έκλεισε. Μου εξήγησε βιαστικά ότι κάποιος από τους ανώτερους είχε την φαεινή ιδέα να τρέξει καμιά 30αριά νεοσύλλεκτους μέσα στην αποπνικτική ζέστη.

Κι έτσι άρχισε ο εφιάλτης. «Ένα, δύο, εν δυο, εν δυο, ένα!» τον άκουγα να φωνάζει. Για την ακρίβεια να γαβγίζει. Το ορκίζομαι πως αν δεν ήξερα στ΄ αλήθεια ότι ήταν ο μόνος ανώτερος εκεί γύρω, θα αρνιόμουν ότι ήταν η δική του φωνή. Ο δικός μου αδερφός δεν έχει τέτοια φωνή «Ένα, δύο…» δεν ουρλιάζει σαν παλαβός «…εν, δυο…», με αγκαλιάζει και με σκαλίζει για να νευριάσω και να γελάσει μαζί μου, «…εν, δυο…» κι εγώ τον αφήνω, αλλά φωνάζω τον άντρα μου ή την αδερφή μου και καλά για να με σώσουν. Τελικά με σώζουν και ξεκαρδιζόμαστε όλοι μαζί «…ένα!». Έχω ιδρώσει γιατί τον ακούω να διατάζει άλλους με την εξουσία του πολέμου. Η καρδιά μου χτυπάει σαν τρελή, μου έρχεται αναγούλα.  Αρχίζω σιωπηλά να κλαίω. Δεν θέλω να με ακούσει. Αυτό ήταν. Ο αδερφός μου είχε γίνει και επίσημα  ο Άνθρωπος με τη Στολή! Θα το κλείσω σκέφτομαι μέσα στον πανικό μου. Θα πω ότι κόπηκε η γραμμή. Μάλλον με άκουσε αφού μου πετάει ψιθυριστά  ένα «κάνε λίγη υπομονή» ανάμεσα στα παραγγέλματα. Και ξαφνικά τους σταματάει. «Λοιπόν παλικάρια, την αράζουμε στο ξέφωτο για κάνα εικοσάλεπτο. Βγάζετε ό,τι σας βαραίνει και ό,τι σας ζεσταίνει για να μην κουβαλάμε κανέναν αγκαλιά μεσημεριάτικα. Κάντε τσιγάρο, πιείτε νερό, βολέψτε την όπως σας φωτίσει ο Θεός, αλλά με ησυχία. Όταν γυρίσουμε πίσω θα πείτε ότι σας έλιωσα. Σύμφωνοι;»

«Ναι! Ναι!» συμφώνησα χαρούμενη κι εγώ μαζί με τα φαντάρια και μάζεψα τις μύξες.

«Ε αφού συμφωνείς κι εσύ δεν συζητώ!» είπε γελώντας. «Έλα πάμε για τσιγάρο. Τελικά δεν μου είπες τι μαγειρεύεις;»

«Παστίτσιο» απάντησα πονηρά, γιατί ήξερα ότι ήταν το αγαπημένο του. «Και στην επόμενη άδειά σου θα σου κάνω δυο ταψιά!»

Το λοιπόν, εκείνη την ημέρα συνειδητοποίησα ότι ούτε αυτός ούτε κι εγώ είμαστε οι Άνθρωποι με τις Στολές. Είμαστε άνθρωποι με μια έξτρα στολή στη ντουλάπα, που μας βοηθάει απλά στη δουλειά μας. Τελεία. Δεν είμαστε απόλυτοι, ούτε κακοί. Όχι όλοι μας τουλάχιστον. Και να σας πω και κάτι ακόμα; Φέτος ήταν η σειρά της αδερφής μου να διαλέξει «τι θα γίνει όταν μεγαλώσει». Και φυσικά έγινε κι αυτή – τι άλλο; – άνθρωπος  με στολή! Μόνο που ο καλός Θεούλης αποφάσισε ότι αρκετά κράτησε η πλάκα, δίνοντάς της άσπρη στολή. Όχι ακριβώς ίδια με την δικιά μου. Μια άλλη παρόμοια, που όμως δίνει κι αυτή ελπίδα.

 

Mdw C.

Μοιράσου το!

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook