TheBluez.gr » 🤣 The FunnyBluez » Ο έρως στα χρόνια της τσιγκουνιέρας

Ο έρως στα χρόνια της τσιγκουνιέρας

Σωτήριον έτος κάπου στο 2000. Η ζωή είναι ωραία, έχω χάσει 25 (ολογράφως: εικοσιπέντε) κιλά, λαϊκιστί είμαι κομενέτο τσίλικο, διαμπερές, κάτι το οποίο με κάνει να αισθάνομαι όμορφα, τίμια, δροσερά και αποφάσισα να κάνω διακοπάς εις τας Αθήνας, να χαρώ κι εγώ ήλιο, θάλαττα, πιτόγυρα και παγωτό από τον Τίλλα (γεύση τριαντάφυλλο Ω ΡΕ ΜΑΝΑΜ).

Γνωρίζω κομενάκι φιλοσοφημένο, ευγενή και κανονίζουμε καφέ. Με τα πολλά γνωριζόμαστε, μου άρεσε και η φιλοσοφία οπότε κάνουμε ένα είδος σχέσης, όπως κάνουν όλα τα παιδάκια όταν είναι σε αναπαραγωγική ηλικία. Καλώς; Καλώς. Έλα μου ντε που το κομενέτο είχε ένα κουσούρι, (καλά πολλά είχε αλλά οκ είπαμε, δε μπορείς να τα έχεις όλα και τελοσπάντων δε κρίνουμε): ήτο ΤΣΙΓΚΟΥΝΗΣ. Και όχι τσιγκούνης που το δείχνει φόρα παρτίδα και παίρνεις τα χαμπάρια σου εξ αρχής. Οοοοοοόχι. Ήταν τσιγκούνης πλαγιομετωπικός, διακριτικός, ύπουλος.

Να τονίσω σε αυτό το σημείο πως εγώ και οικογενειακά αλλά και φιλικά, δεν είχα σχέση ΠΟΤΕ με την τσιγκουνιά. Ακόμα και με τις φίλες μου, ποτέ δε βγάλαμε κομπιουτεράκι και μπαρμπούτσαλα. Πότε πλήρωνε η μία, πότε η άλλη, ακόμα και εάν ήμουν άφραγκη ή ήταν άφραγκες, ποτέ δε σκεφτήκαμε καν να μη βγούμε. Πληρώνω εγώ για σένα ρε φίλη, αν είναι δυνατόν και τούμπαλιν. Οπότε εμένα αυτά τα «πολιτισμένα διά δύο» με ξενίζουν αφάνταστα, όχι γιατί έχω απαίτηση να με κερνάει ο γκόμενος, αλλά γιατί προτιμάω το «μία εγω, μια εσύ».

Στο δια ταύτα τώρα. Ξεπερνάμε πως δε κέρναγε ούτε του αγγελού του νερό. Τίποτα ΟΛΑ διά δύο. Καφές; Ενάμισι εγώ, ενάμιση εσύ. Φαγητό; Ακόμα κι εάν ήταν 10 ευρώ λογαριασμός και σε είχε καλέσει αυτός να βγείτε, 5 εγώ, 5 εσύ. Γενικά δεν έχω κανένα θέμα να πληρώνω τα δικά μου όπως είπα και παραπάνω, αλλά ακούστε τώρα: όταν πήγαινα να πάρω στο χέρι καφέ και πάντα ρώταγα «θα ήθελες τίποτα;», έπαιρνα πάντα απάντηση «ναι θα έπινα κάτι», με βλέμμα στοχαστικό, έξω από το παράθυρο. Αδελφέ εάν την έχεις δεί Γερμανός, ευρωπαίος, πολιτισμένος διά δύο, ΔΕ ΚΟΙΤΆΣ ΑΠΟ ΤΟ ΠΑΡΑΘΥΡΟ ΟΤΑΝ ΕΙΝΑΙ ΝΑ ΣΕ ΚΕΡΑΣΟΥΝ ΟΙ ΑΛΛΟΙ ΟΜΩΣ! Πετάγεσαι και δίνεις το μερτικό σου, σωστά και όμορφα.

Κι εγώ είχα ξηγηθεί κατάλληλα, και παγωτάκι κέρναγα και καφεδάκι και από όλα. Άσε που κουβάλησα και δύο σακούλες δώρα, διαλεγμένα με προσοχή έτσι; (Α ρε μάνα που με έκανες λαρτζ και αισθηματία). Σούπερ μάρκετ για τις διακοπές στο εξοχικό μου; Ήταν 40 (ολογράφως: σαράντα) ευρώ και μου βγάζει ένα δεκάρικο. Εκτός του ότι όταν πας στο σπίτι κάποιου, ΔΕ πας με άδεια χέρια και το σύνηθες και πιο εύκολο για να βγάλεις την υποχρέωση είναι να πληρώσεις το σούπερ μάρκετ έστω μία φορά, όταν πας σούπερ με τον άλλον και προσθέτεις πράγματα στο καλαθάκι του εεεεεεεε, ε ρε τσίπη, τι το βγάζεις το δεκάρικο; Σοβαρά τώρα. Κάνω με νόημα «θα τα βρούμε μετά», άλλη χαρά που δεν είχε! Δε τα βρήκαμε ποτέ! Πήγαμε για μπάνιο στη παραλία, ήταν 2 ευρώ ο καφές, ε κοίταξα κι εγώ στοχαστικά στην δύση, του πούστη λέω, δεν έβαλε για το φαΐ, ε θα πληρώσει τον καφέ. Σκούντημα στον ώμο «είναι δύο ο καθένας μας», ΜΠΑ ΠΟΥ ΝΑ ΣΚΑΣΕΙΣ ΠΧΙΑ ΜΕ ΤΗΝ ΔΙΑΙΡΕΣΗ. Άσε που δεν ήθελε να πηγαίνουμε σε παραλία με μπαρ για να μη πληρώσει τίποτα. Θα προτιμούσε να κάτσει στις κοτρόνες, μέσα στον ήλιο προκειμένου να δώσει τα δύο ευρώ του καφέ και να κάτσει σε ξαπλώστρα με στρώμα και ομπρέλα με άνεση, ωιμεεεεεε. Το δε βράδυ μου πέταξε διακριτικά πως «δεν είναι ανάγκη να τρώμε κάθε βράδυ έξω, έχουμε και φαγητό στο σπίτι» (ναί που είχα αγοράσει εγώ, το έχω στα υπόψιν μου φίλε, να ‘σαι καλά.) Όχι του λέω αδελφέ, δε παίζει κάτι τέτοιο, εσύ βγάλτην με τοστ, εγώ θα πεταχτώ να φάω δυο πιτόγυρα. Μια άλλη φορά πήγαμε για κοψίδια, ε ήταν κάπου στα 25; 30 όλα μαζί; Πληρώσαμε μισά μισά εννοείται και μου κάνει «ε δεν ήταν και λίγα, εάν καθόμασταν σπίτι, δε θα δίναμε τίποτα». Ε και εάν αυτοκτονήσουμε, θα κοπούν τα έξοδα μας μια και καλή, αλλά δε πάει έτσι ρε αδελφέ. Έπαιρνα σάντουιτς και πατάτες; Μου έδινε ΑΚΡΙΒΩΣ ΤΟ ΚΟΣΤΟΣ ΤΟΥ ΔΙΚΟΥ ΤΟΥ ΦΑΓΗΤΟΥ και ήθελε να μου φάει και τις πατάτες όμως ( JOEY DOESN’T SHARE FOOD ΡΕ).

Η πλάκα είναι πως θεωρούσε τον εαυτό του λαρτζίλα, επειδή μαγείρευε. Ναι, ρύζι και μακαρόνι. Και φυσικά η καλύτερη του ήταν να την βγάζουμε οοοοολη μέρα μέσα.

Wow, groundbreaking dude.

Έκανα υπομονή, το σκεφτόμουν, λέω δε πειράζει, δε μπορείς να τα έχεις όλα, οικογένεια και φίλοι να έχουν φρίξει με τον τύπο σε βαθμό που να με ρωτάνε «τι έγινε με τον δικό σου, κέρασε κάνα καφέ ή κοιτάει προς την δύση με ύφος φουκώ», τί να πω κι εγώ, ΕΧΕΙ ΑΛΛΑ ΚΑΛΑ ΛΕΜΕ, η δε κολλητή να μου κάνει «ΚΑΝΟΝΙΣΕ ΝΑ ΒΓΟΥΜΕ ΟΛΟΙ ΜΑΖΙ ΝΑ ΤΟΝ ΣΤΡΙΜΩΞΩ ΛΙΓΟ ΤΟΝ ΤΣΙΠΗ» (οχι δε βγήκαμε όλοι μαζί, αυτή θα τον έδερνε ξέρω γω), η άλλη κολλητή να ασημογελάει κάθε φορά που τον έβλεπε να ψάχνει τα ψιλά, ο αδελφός μου να ωρύεται «ΟΠΟΙΟΣ ΕΙΝΑΙ ΤΣΙΓΚΟΥΝΗΣ ΕΔΩ (κοπάνημα τσέπης), ΕΙΝΑΙ ΚΙ ΕΔΩΩΩΩ (κοπάνημα καρδιάς)», εγώ να μην έχω πού να κρυφτώ και να λέω κάτι βαρύγδουπα «γκόμενο θέλω, όχι χορηγό» ( ε κάπως να το σώσουμε για το θεαθήναι).

Τελοσπάντων περνάει ο καιρός, φτάνει η ώρα της αποχώρησης, πάμε για δείπνο, ο λογαριασμός ήταν 30 ολόκληρα (ολογράφως: τριάντα), αναμένω κι εγώ ρε φίλε δε μπορεί, θα κεράσει την κοπέλα του που φεύγει, ένα δείπνο σωστά; ΛΑΘΟΣ, ΜΙΚΡΗ ΗΛΙΘΙΑ. Μου λέει «α φθηνό είναι, 15 ο καθένας». Τον κοιτάω σαν ζαβό, τέσπα, βγάζω 20, τα δίνω και τον βλέπω να τσεπώνει τα ρέστα. «Εεεε συγνώμη» λέω «τα 5 μου ευρώ σε παρακαλώ;». «Αααα» μου κάνει, «ναι, αλλά θα κεράσω παγωτό». Αφού ξεκόλλησα το σαγόνι μου, που είχε κάτσει σε ορθή γωνία, λες και είχα πάθει εγκεφαλικό στην ώριμη ηλικία των 25, είπα «εεεε άρα εγώ θα κεράσω παγωτό. Με τα ρέστα μου» στο οποίο φυσικά και δεν απάντησε. Κοίταζε στοχαστικά στην δύση.

Κράτησε λίγο ακόμα αυτή η εξαιρετική σχέση, με την απίστευτη χλιδή και γαλαντομία (ή πως λέγεται αυτό) μέχρι που τον ξαπόστειλα γιατί εκτός της τσιπιάς του, είχε και μεγαλομανία και νόμιζε πως ήταν κάτι σπέσιαλ και ιδιαίτερο, και πως εγώ θα κάτσω να μου το παίζει βαρύ πεπόνι ξέρω γω. Άσε μας γυφτοκουκλίτσε μου, εγώ θα θυμάμαι για πάντα τον αδελφό μου να κοπανάει τσέπη και στήθος και θα σκέφτομαι τι σοφός που είναι μωρέ, αχ πολύ τον αγαπάω τον αδελφούλη μου και την άλλη φίλη μου που ήθελε να τον αρχίσει στις καρπαζιές. Οπότε παιδιά, από τσιγκούνηδες και καρμίρηδες ΜΑΚΡΙΑ.

Cruella DeVil

Πώς σας φάνηκε αυτή η ιστορία;

Πατήστε πάνω σε ένα αστέρι για να την βαθμολογήσετε!

Μέση βαθμολογία / 5. Αριθμός ψήφων:

Αφού σας άρεσε...

Ακολουθήστε μας στα social media!

TheBluez Guest

Αφήνω εδώ μια ιστορία, λίγες σκέψεις, δυο κουβέντες. Είμαι επισκέπτης, αναγνώστης, ένας φίλος, μια παρέα.
TheBluez Guest

Latest posts by TheBluez Guest (see all)

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *