Δεν έχω να σου πω πολλά πράγματα. Δεν υπήρξα ποτέ καλός δάσκαλος. Ακόμα και τα όποια ιδιαίτερα μαθήματα επιχείρησα να κάνω κάποτε υπήρξαν οικτρή αποτυχία. Ας ήταν και στο αντικείμενο των σπουδών μου. Βλέπεις ακόμα και τις σπουδές μου απέτυχα να τις τελειώσω. Κι ας έλεγα πάντα ότι τα μαθηματικά ήταν όλη μου η ζωή.

Με ρωτάς ποιος είναι ο ίσος δρόμος. Ο δρόμος που πρέπει να ακολουθήσεις στη ζωή σου για να τα κάνεις όλα σωστά. Χαμογελάω με πικρία. Δεν υπάρχει το «όλα σωστά», παιδί μου. Στο λέει ο άνθρωπος που δεν έκανε τίποτα σωστά, αυτό που τέλος πάντων ορίζουν οι γύρω μας, η κοινωνία, η εκκλησία, το σχολείο, το κράτος ως «σωστά». Απ’ όσο θυμάμαι τον εαυτό μου είχα αλλεργία σ’ αυτό το «σωστά». Παιδί ακόμα πήγα κι έβαλα πινέζα στο κάθισμα της δασκάλας μόνο και μόνο για να τη δω να αναπηδά από τον πόνο, ελπίζοντας να χτυπήσει το κεφάλι της στο ταβάνι. Το κεφάλι που σίγουρα χτύπησε ήταν το δικό μου πάνω στην παλάμη του πατέρα μου μόλις το έμαθε. Κυκλοφορούσα για μέρες με ένα γιγάντιο καρούμπαλο στο μέτωπο, έτσι για να δουν όλη τις συνέπειες της απειθαρχίας μου στο «σωστό» του σχολείου. Στο κατηχητικό, έβαζα σκάστρες στο θυμιατήρι κι όταν ο παπάς πήγαινε να το ανάψει γινόταν ο χαμός! Διώξιμο κι από το κατηχητικό και τσιρίδες από τις θεούσες στα παιδιά τους να μη κάνουν παρέα μαζί μου…

Πιο μεγάλος πάλι, στο γυμνάσιο, καβάλησα το μηχανάκι του κολλητού μου θεωρώντας ότι είναι απλό να μάθεις να οδηγείς. Σπασμένο χέρι, σπασμένα πλευρά και νέες κατσάδες από τον πατέρα και κλάματα από τη μάνα για την κατάντια και πού θα πάω μ’ αυτά τα μυαλά και τί θα κάνουν αυτοί με μένα. Αλλά εγώ εκεί. Αποβολή από το λύκειο για τα «τσιγαριλίκια» στις τουαλέτες, αυτόφωρο για τις μολότωφ στους μπάτσους, ξύλο στο γήπεδο με τους βάζελους, ξενύχτια χωρίς τέλος στα μπιλιάρδα. Απορώ και που πέρασα πανελλήνιες. Η μόνη φορά που άστραψε το μούτρο όλων. Φίλοι, συγγενείς, καθηγητές, συμμαθητές. Το παιδί μπήκε Μαθηματικό, θα μπει και στον «ίσιο δρόμο». Αστείο. 18 χρονών παιδί μακριά από το σπίτι πού να μαζευτεί. Αλητεία μέχρι το πρωί. Στο δρόμο. Ύπνος όπου να’ναι. Σε παγκάκια, σε σπίτια φίλων, σε αμάξια, στην παραλία. Ποιο διάβασμα;

Και μετά, οι εξαρτήσεις. Να δοκιμάσουμε στο χαλαρό. «Έλα μωρέ, μια μυτιά είναι, σιγά μην κολλήσουμε με την πρώτη». Πόσο αστείο φαινόταν. Αλλά η πρώτη έφερε τη δεύτερη. Και την τρίτη. Και να που ξαφνικά, αν δεν σνιφάρεις, δεν ζεις. Δεν αναπνέεις. Γίνεσαι φρικιό που θέλεις να πιεις το αίμα των ανθρώπων γύρω σου. Και να που το φρικιό μέσα μου έγινε ανθρωποφάγο. Πρώτα άρχισε να τρώει εμένα και μετά για να ζήσει άρχισε να τρώει τους γύρω μου. Τον πατέρα που με ξέγραψε. Τη μάνα που πέθανε απ’ τον καημό της. Τα αδέρφια που δεν με αναγνώριζαν. Τους φίλους που με έκαναν πέρα όταν είδαν ότι είμαι καμένο χαρτί.

Αλλά να που δεν κάηκα. Γιατί βρέθηκε αυτή που προσπάθησε μαζί μου. Που ξόδεψε χρόνο, χρήμα και εν τέλει τον ίδιο της τον εαυτό. Για να ζήσω εγώ και να γίνω ξανά άνθρωπος. Κι εγώ να την διώχνω. Να μη την θέλω. Να θέλω να γλυτώσει από το σκοτάδι μου. Ακόμα κι όταν μου ανακοίνωσε ότι θα έρθεις εσύ, δεν σε ήθελα. Δεν ήθελα τίποτα που θα μπορούσε να συνεχίσει το δικό μου έρεβος. Αλλά επέμεινε. Κι εσύ επέμεινες. Θέλατε με το ζόρι να μου δώσετε ζωή. 12 ώρες προσπαθούσες να βγεις, 12 ώρες σε γεννούσε για να δώσει συνέχεια σε μένα. Έδωσε και τη ζωή της για μένα και για σένα. Για να μπορούμε τώρα εγώ κι εσύ να καθόμαστε στο ίδιο τραπέζι και να μιλάμε. Κάτω από την χαμογελαστή φωτογραφία της.

Δεν έχω να σου πω κάτι για τον ίσιο δρόμο, γιε μου. Γιατί «τον ίσιο δρόμο τον περπάτησα εγώ από την άλλη». Δεν ξέρω αν «έτσι βαδίζουν οι τρελοί, οι δυνατοί και οι μεγάλοι». Δεν είμαι τίποτα από όλα αυτά. Δεν είμαι παράδειγμα για κανέναν. Δεν έχω συμβουλές να σου δώσω. Μόνο μυαλό, μάτια και κυρίως καρδιά ανοιχτή για τους ανθρώπους να έχεις. Κι αν έχεις λίγη τύχη να σ’ αγαπήσουν όπως εμένα την ώρα που έπρεπε. Τον δρόμο σου θα τον φτιάξεις εσύ. Μπορεί να είναι ίσιος ή και όχι. Μπορεί να σε πάει μπροστά, μπορεί και όχι. Δεν ξέρω να σου πω. Δεν γνωρίζω.

Δεν είμαι τίποτα…