Μπλέκονται περίεργα μεταξύ τους οι ανθρώπινες ζωές. Καμία φορά τόσο περίεργα που μοιάζουν τα τερτίπια της τύχης με ειρωνεία. Ή μήπως τίποτα δεν είναι τελικά τυχαίο;

——–

Εκείνην την είχε κυνηγήσει. Την είχε κυνηγήσει σαν λυσσασμένος. Στα είκοσι ο έρωτας μοιάζει απόλυτος. Επικίνδυνα απόλυτος… Θα μπορούσε να είχε διαλέξει οποιαδήποτε κοπέλα της τάξης τους, εκείνος όμως διάλεξε εκείνην και ας ήταν η πλέον ακατάλληλη. Στο πατητήρι την είχε αντικρίσει για πρώτη φορά. Ιδρωμένη γυάλιζε κάτω από τον ήλιο με το φόρεμα της ελαφρά ανασηκωμένο λίγο πάνω από τις γάμπες της, που μεθυσμένες από τα σταφύλια ανεβοκατέβαιναν ρυθμικά σε κάτι που έμοιαζε με μυστικιστικό χορό. Το καινούργιο απόκτημα του αστού πατέρα του ήταν εκείνος ο αμπελώνας στη Νεμέα. Μια παρορμητική αγορά από εκείνες που συνήθιζε και που η μητέρα του χαρακτήριζε ως “τρέλες”, και ας μην του εναντιωνόταν ποτέ σε αυτές. “Όποιος έχει πολύ πιπέρι, ρίχνει και λάχανα”, του έλεγε η γιαγιά του, που παρά τον ανέλπιστο πλούτο που είχαν αποκτήσει, δεν ξεχνούσε την ταπεινή καταγωγή της. Έτσι ο νεαρός φοιτητής της νομικής, ο φέρελπις νέος που θα κληρονομούσε την αυτοκρατορία, εξαιτίας μιας τρέλας του πατέρα του να παράγει δικό του κρασί, βρέθηκε εκείνο το Σεπτέμβρη στο πατητήρι στη Νεμέα για να συναντήσει τη νεαρή κοπέλα που θα τρέλαινε τον ίδιο.

Τρία ολόκληρα χρόνια την κυνηγούσε. Με κάθε ευκαιρία, έτρεχε στο αρχοντικό στον αμπελώνα δήθεν για να πάρει λίγο οξυγόνο, επειδή οι απαιτήσεις των σπουδών του τον πίεζαν. Και όσο εκείνη τον αρνιόταν πεισματικά, τόσο εκείνος κόρωνε. Γιατί μπορεί να ήταν αμόρφωτη, μπορεί να ήταν ορφανή, μπορεί και εκείνη να τον έβλεπε και να κοβόντουσαν τα πόδια της, ήταν όμως έξυπνη και ήξερε πως ένα τέτοιο ταίριασμα μόνο καταιγίδες θα έφερνε. Η οικογένεια του ποτέ δεν θα την δεχόταν ως ισάξια τους. Ο πόθος όμως, και μάλιστα ο άσβεστος, μπορεί να κινήσει γη και ουρανό. Αυτός θεώρησε ο ανόητος πως ήταν ο λόγος που οι γονείς του, όταν τους έδωσε το τελεσίγραφο, δέχτηκαν χωρίς δεύτερη κουβέντα. Τόσο ερωτευμένος ήταν που δεν είδε καν την ανακούφιση στα πρόσωπά τους, παρά έτρεξε σε εκείνη να της πει τα νέα.

Που να κρατήσει η λογική τα μπόσικα όταν σπίθες γεννιόνται μέσα σε βλέμματα, όταν αναστεναγμοί γεμίζουν τα στόματα, όταν κορμιά διψάνε να ενωθούν; Σταμάτησε έτσι και εκείνη να αντιστέκεται. Αύγουστο παντρεύτηκαν σ΄ ένα ξωκλήσι λίγα μόλις χιλιόμετρα μακριά από τον αμπελώνα. Και ήταν ο μήνας του μέλιτος κυριολεκτικά μήνας. Θα μπορούσαν να είχαν ταξιδέψει οπουδήποτε στον κόσμο, από κοινού όμως το μόνο που αποζητούσαν ήταν ο ένας το κορμί του άλλου. Δεν θέλει λεφτά και λούσα η ευτυχία. Ένα καθαρό κρεβάτι, λίγο φαΐ και ένα παράθυρο να μπαίνει λίγη δροσιά τους αρκούσαν. Έμειναν έτσι μέχρι και τον τρύγο στο αρχοντικό, ζώντας σχεδόν σαν τους πρωτόπλαστους. Αυτή θα ήταν όμως και όλη η ευτυχία που τους αναλογούσε.

Γυρνώντας μαζί πλέον στην πρωτεύουσα, εκείνη επιβεβαίωσε πόσο παράταιρη ήταν στον κόσμο του. Τις ατελείωτες ώρες που τον περίμενε να επιστρέψει, της έλειπε το οξυγόνο και ο τόπος της. Σαν φυλακισμένο καναρίνι ένιωθε μέσα στους ταφτάδες και τις δαντέλες. Και μόνο όταν εκείνος γυρνούσε σπίτι και τη γύμνωνε, μόνο τότε μπορούσε να ανασάνει. Ένα παιδί. Ένα παιδί θα έδινε τη λύση, είχαν καταλήξει. Οι μήνες όμως περνούσαν και παιδί δεν ερχόταν. Και όσο παιδί δεν ερχόταν, τόσο μεγάλωνε μέσα του ο φόβος πως θα ξυπνούσε ένα πρωί και δεν θα την έβρισκε στο πλάι του.

Για χρόνια ευχόταν να είχε σταματήσει ο χρόνος πριν από εκείνο το απόγευμα. Εκείνο το απόγευμα που τρελαμένος από τη χαρά του είχε τρέξει να ανακοινώσει στους γονείς του πως επιτέλους θα γινόντουσαν παππούδες. Για δεύτερη φορά όμως η δική του έξαψη δεν του είχε επιτρέψει να διαβάσει σωστά τις αντιδράσεις στα πρόσωπα τους. Ούτε που είχε δει την ανησυχία στα μάτια της μητέρας του που έμοιαζε με μια ανάμεικτη χαρμολύπη, ούτε που είχε αντιληφθεί τη χλιαρή και αμήχανη αγκαλιά του πατέρα του. Και το “παραμύθι” τους θα είχε ένα “έζησαν αυτοί καλά και εμείς καλύτερα” κάπου εδώ, αν δεν είχε κάνει το λάθος να ξεχάσει το χαρτοφύλακα του στο πατρικό του, αν δεν είχε επιστρέψει λίγα λεπτά αφού τους είχε αποχαιρετήσει να το πάρει, αν δεν είχε εκείνη τη σημαντική δίκη την επόμενη μέρα και αν ο μάστορας δεν είχε λαδώσει νωρίτερα την κεντρική πόρτα…

-Ερμιόνη, σύνελθε! Δώρο Θεού ήταν αυτό!

-Πρέπει να μάθει την αλήθεια… Πρέπει να του την πω!
.
-Παραλογίζεσαι! Μα, αυτό δεν θέλαμε; Αφού το ξέρεις πως αλλιώς δεν γινόταν. Μας έβγαλε και από τον κόπο να ρίξουμε τα μούτρα μας και να πέσουμε στα βρόμικα πόδια της.

-Δεν το καταλαβαίνεις; Αλλιώς θα ήταν να το έκανε επειδή θα της το ζητούσαμε εμείς. Τον απάτησε Αντρέα! Τον απάτησε και τώρα νομίζει πως μπορεί να του φορτώσει το παιδί χωρίς κανένας να ξέρει. Και αν τον αγαπάει τον πατέρα του μωρού; Και αν φύγει μαζί του; Θα το χάσουμε το παιδί μας… Έπρεπε να με αφήσει να του το πω πριν την παντρευτεί! Τι ήθελα και σε άκουσα και δέχτηκα αυτή την τρέλα. Είναι απλή κοπέλα, είναι αμόρφωτη, είναι κατώτερη του, για να μην τον χάσει θα κάνει τα πάντα! Θυμάσαι τι μου έλεγες τότε;

-Είσαι γυναίκα και δεν καταλαβαίνεις! Έναν μοναχογιό έχουμε και αυτός έπρεπε να μείνει στείρος από τη ριμάδα την παιδική αρρώστια! Αν του το λέγαμε τι θα κέρδιζες; Θα τον καταστρέφαμε και μαζί θα καταστρεφόταν και η συνέχεια της οικογένειας μας. Δες πόσο τυχεροί σταθήκαμε. Θα μαζευτεί και αυτή με το παιδί τώρα. Αφού τη βλέπεις κατά βάθος τον αγαπάει. Και πού να πάει μ’ ένα παιδί; Πού θα βρει καλύτερα; Τι ήταν αυτός ο θόρυβος;

————————–

Εκείνην την είχε κυνηγήσει. Και όσο απόλυτα την είχε διεκδικήσει, το ίδιο απόλυτα την είχε πετάξει έξω από τη ζωή του, πετώντας μαζί της και ότι καλό είχε μέσα του. Η προδοσία όλων τους τον είχε μεταλλάξει οριστικά. Πληγωμένος δεν δέχτηκε τις εξηγήσεις κανενός τους. Με το καταπίστευμα της γιαγιάς του και με μια βαλίτσα γεμάτη θυμό και οργή έριξε μαύρη πέτρα πίσω του. Για χρόνια φερόταν σε όσες γυναίκες πλάγιαζαν μαζί του χειρότερα και από ιερόδουλες. Η πίστη του στο αντίθετο φύλο είχε κλονιστεί οριστικά και η επίγνωση της στειρότητας του τον ακρωτηρίαζε τόσο συναισθηματικά, που ούτε και αποπειράθηκε ξανά να ανοίξει την καρδιά του.

Δεν περίμενε ποτέ πως θα ξανά ένιωθε κάτι. Λίγο μετά τα πενήντα, και μόνο αφού πεθάναν και οι δύο του γονείς, επέστρεψε στην Ελλάδα για να πουλήσει την περιουσία που είχε περιέλθει πλέον στην κυριότητα του. Ξεκίνησε διαδικασίες ρευστοποίησης όλων των ακινήτων. Όλων εκτός από το σπίτι και τον αμπελώνα στη Νεμέα και ας ήταν εγκαταλελειμμένα και σε άθλια κατάσταση… Βεβαιώθηκε πως ίχνη εκείνης δεν υπήρχαν στην περιοχή, περίφραξε την έκταση και προσέλαβε προσωπικό για να επαναφέρει σ’ ένα βαθμό τη λειτουργικότητα του σπιτιού με μια μικρή ανακαίνιση. Ποια εσωτερική ανάγκη τον είχε σπρώξει να πράξει έτσι, δεν το διερωτήθηκε. Ίσως είχε κουραστεί να είναι θυμωμένος. Αυτό το σπίτι θα το συντηρούσε και ας μην κατοικούσε ο ίδιος ποτέ ξανά εκεί. Μόλις τελείωναν οι επισκευές θα κρατούσε έναν επιστάτη και θα έφευγε.

Ανάμεσα στο εποχικό προσωπικό του σπιτιού ήταν η άλλη. Την άλλη δεν την κυνήγησε. Ίσως να μην την είχε προσέξει καν. Παραήταν εκείνος μεγάλος για τέτοια, παραήταν εκείνη μικρή. Στους δύο μήνες όμως που κράτησαν οι εργασίες, κυνήγησε εκείνη αυτόν και μάλιστα τόσο απροκάλυπτα και επίμονα, που κάτι μακρινά οικείο σκίρτησε μέσα του. Στη αρχή πίστεψε πως ήταν ο πληγωμένος του ανδρισμός που κολακευόταν και η μεσήλικη ματαιοδοξία του που τρεφόταν. Γι’ αυτό και πάλεψε να κρατήσει αποστάσεις. Η μικρή όμως δεν δεχόταν την απόρριψή του και αυτό τον έκανε να συνειδητοποιήσει, πως η έλξη που του ασκούσε ήταν γιατί του θύμιζε τον ίδιο. Έχοντας ήδη κανονίσει την επερχόμενη επιστροφή του στην έδρα του στον εξωτερικό, παραμονές της αναχώρησης του έριξε τις άμυνες του. Ίσως “πηδώντας” την νεανική του εκδοχή στο θηλυκό να έκλεινε οριστικά τις εκκρεμότητες του.

Μ’ένα τσιγάρο στο στόμα γυμνός κοιτούσε το πατητήρι από το παράθυρο όταν την άκουσε να του λέει:

“Κρίμα που φεύγεις αύριο. Ίσως χρειαστώ στο μέλλον τη νομική βοήθεια σου. Ψάχνω τον βιολογικό μου πατέρα και όταν τον βρω θα τον αναγκάσω να με αναγνωρίσει. Η μάνα μου ήταν από εδώ, γι’ αυτό ήρθα φέτος το καλοκαίρι. Δυστυχώς πέθανε πέρσι και δεν μου είπε ποτέ το όνομα του. Τον προστάτευε μέχρι την τελευταία της ανάσα και ας της φέρθηκε τόσο σκάρτα. Την κατηγορούσε πως είχε υπάρξει άπιστη. Αυτή άπιστη… Για χρόνια βασανιζόταν τι είχε κάνει λάθος. Χωρίς εξηγήσεις, χωρίς τίποτα, την εγκατέλειψε στο έλεος του Θεού. Ευτυχώς ένα μοναστήρι την μάζεψε έγκυο και τη βοήθησε. Και ύστερα μια μέρα ήρθε μια γυναίκα και της είπε με μίσος πως ο πατέρας μου ήταν στείρος επειδή είχε περάσει άσχημα μαγουλάδες όταν ήταν πέντε χρονών και πως εκείνη είχε υπάρξει η αιτία που τον είχαν χάσει και οι δύο από τη ζωή τους. Αυτή η γυναίκα ήταν η γιαγιά μου. Πληγωμένη κόλλησε επιτέλους τα κομμάτια στο μυαλό της. Μέχρι και που πέθανε μου ορκιζόταν πως ο μόνος άντρας που είχε πλαγιάσει ποτέ ήταν ο πατέρας μου. Γι’ αυτό τον ψάχνω. Για να ηρεμήσει η ψυχή της.”

————————

 

“Μπλέκονται περίεργα μεταξύ τους οι ανθρώπινες ζωές, μάνα. Καμία φορά τόσο περίεργα που μοιάζουν τα τερτίπια της τύχης με ειρωνεία. Τίποτα όμως δεν είναι τυχαίο. Μπορεί η ψυχή σου τώρα να αναπαυτεί ήρεμη. Δεν είμαι το βιολογικό σου παιδί. Το έχασες εκείνο όταν σε παράτησε από τη στεναχώρια. Ήμουν όμως το θετό σου παιδί. Το μωρό που μάζεψες μέσα στο μοναστήρι και γέμισε το κενό που άφησε το δικό του μωρό. Το κορίτσι εκείνο που το μεγάλωσες με αγάπη και αυταπάρνηση και ας είχες προδοθεί έτσι. Και εγώ μάνα τον εκδικήθηκα για σένα. Τον βρήκα και στον κανόνισα. Που είχε το θράσος να εμφανιστεί και πάλι στον αμπελώνα. Δεν θα αργήσει να σου έρθει. Γονατιστός θα σε παρακαλάει να τον συγχωρέσεις. Δεν την άντεξε ο νους του την πιθανή “αιμομιξία” που έπραξε και τρελάθηκε. Δυο φορές έχει αποπειραθεί ήδη να αυτοκτονήσει. Πήγαινε τώρα και περίμενε…θα έρθει. Και όταν έρθει ίσως να είστε πιο τυχεροί αυτή τη φορά.”

 

 

σσ: Η παιδική νόσος της παρωτίτιδας (μαγουλάδες) στο παρελθόν αποτέλεσε βασική αιτία στειρότητας στους άντρες. Από την ανακάλυψη του εμβολίου και έκτοτε το ποσοστό αυτό μειώθηκε στο ελάχιστο. Λόγω έλλειψης διαγνωστικών και θεραπευτικών μέσων που σήμερα διαθέτουμε, πολλές φορές εσφαλμένα θεωρούταν, πως όταν ένα αγοράκι περνούσε πολύ βαριά την παρωτίτιδα, σχεδόν με βεβαιότητα έμενε στείρο. Η ιστορία αυτή είναι μυθοπλασία εμπνευσμένη όμως από αληθινή μαρτυρία τέτοιας εσφαλμένης ιατρικής γνωμάτευσης. Διότι η παρωτίτιδα μπορούσε να προκαλέσει και απλή υπογονιμότητα.