Τακ τακ τακ…
Οι χάντρες του κομπολογιού, χτυπούσαν ρυθμικά, έτσι όπως τις πέργανε μία μία στα δάχτυλά του.
Ροζιασμένα, δουλεμένα, γέρικα.Κι όμως, όταν έπιανε το κομπολόι του, τις χάντρες του, τότε, τα δάχτυλά του, λες κι ήτανε πιανίστας, τις έπιανε και μία μία απαλά αλλά και σταθερά, περνούσαν και του χάριζαν αυτόν τον μονότονο ήχο.
Ο γέρος, καθόταν πάντα σ εκείνο το τραπέζι, στην άκρη της ταβέρνας, στο πέρασμα. Εκεί που περνούσαν οι προμήθειες, καρότσια βαρυφορτωμένα με κάσες από κρασιά και κρέατα και τσουβάλια πατάτες. Ήταν η θέση του εκεί, χρόνια τώρα, ούτε που θυμόταν κανείς πόσα χρόνια καθόταν εκεί, μοναχικός, ήσυχος αν και πάντα είχε μπροστά του ένα ποτήρι κρασί και το κομπολόι του.
Την ματιά δεν την σήκωνε ποτέ και σε κανέναν. Έπινε κι έπαιζε με τις χάντρες του.
«Άντε μπαρμπα Ανέστη, κλείνουμε» του λεγε ο Θανάσης (καλό παιδί και άξιο, γαμπρός ήρθε στην πόλη, μα τ ανάστησε το μαγαζί του πεθερού του)
Κι εκείνος, σηκωνόταν αργά, άφηνε τα χρήματα, πάντα παραπάνω, ρέστα δεν καταδέχτηκε ποτέ να πάρει.
Ρώτησε ο Θανάσης για τον μπαρμπα-Ανέστη όταν πρωτοήρθε, κάτι του είπαν πως κάποτε ήταν κύριος τρανός στην πόλη, είχε γυναίκα και κόρη, μα σκοτώθηκε η κόρη κι η κυρά πέθανε από τον καημό της δέκα χρόνια αργότερα. Κι ο μπαρμπα-Ανέστης, που κάποτε ήταν ο κύριος Ανέστης, ρήμαξε, φτώχυνε, όχι στην τσέπη, μα στην κουβέντα και στο χαμόγελο, άραξε σ εκείνη την γωνιά της ταβέρνας κι από τότε, κανείς δεν τόλμησε να τον κουνήσει.
Ο Θανάσης, δεν ρώτησε πολλά. Δεν τον ένοιαζε άλλωστε. Εκείνος ήθελε μόνο να αναστήσει το μαγαζί του πεθερού του. Ερωτικός μετανάστης ήρθε σ αυτήν την πόλη πριν εικοσιπέντε χρόνια, για τα μάτια της Δέσποινάς του, που του χάρισε τ αφράτο της κορμί και πέντε γιους.
Παράπονο δεν είχε. Μόνο μια χάρη ήθελε από τον Θεό: μια κόρη. Μια κόρη με τα μάτια της μάνας της, μια κόρη να παιρνε το όνομα της μάνας του. Ελένη.
Τον ήξερε κι ο γέρος τον καημό του. Μια φορά, που έξω είχε χιόνι και άνθρωπος δεν είχε πατήσει στο μαγαζί, κάθισε ο Θανάσης δίπλα του και του τα πε όλα, χαρτί και καλαμάρι.
Πώς του ρθε; Ο γέρος αδιάφορος, μπορεί και να μην άκουσε ούτε λέξη. Μόνο όταν του είπε για τ όνομα κάπως του φάνηκε πως ο γέρος τσίτωσε, αλλά μπα, ιδέα του θα ήταν.

Εκείνο το βράδυ, ο Θανάσης έιχε μεγάλα σχέδια για το μαγαζί. Επιτέλους, το όνειρό του για ζωντανή μουσική θα γινόταν πραγματικότητα. Έκλεισε ορχήστρα και τραγουδίστρια σωστή, έφτιαξε τα τραπέζια του έτσι που να έχει χώρο πολύ ο κόσμος να διασκεδάσει και η βραδιά των εγκαινίων θα ήταν μοναδική.
Όλα έτοιμα ήταν από νωρίς.
Ο κόσμος μαζευόταν σιγά σιγά, το χρειαζόταν κάτι τέτοιο η πόλη: ένα μαγαζί που θα μπορούσε κάποιος να διασκεδάσει, χωρίς παρατράγουδα και πιοτά και μεθυσμένους και φασαρίες.
Ο γέρος ήταν εκεί. Φόρεσε τα καλά του και στρώθηκε από νωρίς στην γωνιά του. Τακ τακ το κομπολόι, μα πού ν ακουστεί; Το γλέντι άναψε για τα καλά, η τραγουδίστρια την ήξερε την δουλειά της, άναψε το κέφι με την φωνή της και το νάζι της.
Του Θανάση, γελούσαν κα τα μουστάκια. Δωστου ο χορός, το πιοτί, δώστου και το χρήμα στο μαγαζί. Μα τι λαχείο ήταν αυτό; Τι ιδέα;;
Θα ταν γύρω στις δύο τα ξημερώματα πια, όταν οι οικογένειες είχαν φύγει κι είχαν μείνει οι αντροπαρέες, αλλά το πρόγραμμα συνεχιζόταν με αμείωτο κέφι.
Όλοι είχαν ζεσταθεί, το κέφι ήταν αμείωτο, οι σερβιτόροι αεικίνητοι όταν μπήκαν εκείνοι.
Κάθισαν σ ένα από τα μπροστινά τραπέζια και ζήτησαν ουίσκι και λουλούδια. Ο Θανάσης έτρεξε να τους εξυπηρετήσει, ήταν πλουσιόπαιδα, σίγουρα θ άφηναν καλά λεφτά.
Ο γέρος ζήτησε κι άλλο κρασί, το κομπολόι πήρε φωτιά στα χέρια του. Αν κάποιος τον έβλεπε προσεκτικά, θα παρατηρούσε πως το κορμί του ορθώθηκε, τακ τακ δυνατότερα οι χάντρες.
Η τραγουδίστρια, ήξερε καλά την δουλειά της, τους αφιερώθηκε, δωστου τραγούδια, δώστου λουλούδια, δώστου πιοτί.
Γκλιν γκλιν ανοιγόκλεινε η ταμειακή κι άλλο μπουκάλι κι άλλα λουλούδια, τακ τακ οι χάντρες του κομπολογιού.

Γλυκοχάραζε πια όταν η ορχήστρα κι η τραγουδίστρια ευχαρίστησαν τον κόσμο και τα μικρόφωνα έκλεισαν. Η αντροπαρέα του μπροστινού τραπεζιού γρίνιαξε, μα έπρεπε μα κλείσουν πια. Είπαν του Θανάση «αύριο παιδιά, σήμερα τέλος, ξημέρωσε πια» μα εκείνοι πιεστικοί και φορτικοί, ήθελαν ένα ακόμη τραγούδι.
‘Έφυγαν παραπατώντας.
Έφυγε κι η ορχήστρα.
Έμεινε η κοπέλα, γυναίκα βλέπεις, έπρεπε ν αλλάξει τα ρούχα της δουλειάς. Άργησε.
Όταν βγήκε από τα καμαρίνια, με το φούτερ και το τζην της, την έκανες δεν την έκανες 22 χρονών. Πέρασε μπροστά από τον γέρο «καληνύχτα παππού, σ άρεσε το πρόγραμμα;»
Εκείνος της είπε: «μόνη σου φεύγεις;»
«Ναι, παππού, τι φοβάσαι; Μακριά δεν μένω» Τίναξε τα μαύρα της μαλλιά και βγήκε από το μαγαζί.
Ο γέρος άφησε τα λεφτά και βγήκε ξοπίσω της.
Πήγε προς το χωράφι που εκτελούσε χρέη πάρκινγκ, αυτό διέσχιζε κάθε βράδυ για να πάει σπίτι του.
Την είδε την πάλη από μακριά. Το ήξερε πως θα την δει, την οσμίστηκε από νωρίς.
Την είχαν αρπάξει από τα μαλλιά και προσπαθούσαν να την βάλουν μέσα στο αυτοκίνητό τους. Εκείνη, τόσο φοβισμένη που δεν έβγαινε μιλιά από τα χείλη της, πάλευε, αντιστεκόταν, κλοτσούσε αλλά μάταια. Ήταν άντρες, ήταν δυνατοί, ήταν δύο κι ήταν μία. Μια κοπελίτσα, πόσο μπορεί να παλέψει; Πόσο;
Δεν τον πήραν χαμπάρι πόσο πλησίασε. Για την ακρίβεια, δεν κατάλαβαν για πότε σωριάστηκαν πρώτα ο ένας κι ύστερα ο άλλος, σφαγμένοι σαν κοτόπουλα στα πόδια της.
Η κοπέλα, συνέχιζε να κλοτσάει στον αέρα για μερικά λεπτά, πριν καταλάβει κι αυτή τι έγινε. Μόλις τους είδε κάτω, τότε μόνο βγήκε φωνή από τα χείλη της- όχι φωνή, κραυγή, μια ζωώδης δυνατή κραυγή που σήκωσε τους πάντες.

Μπλε και κόκκινες ανταύγειες, τα φώτα των περιπολικών και των ασθενοφόρων. Ο γέρος εκεί ολόρθος, η κοπέλα να τρέμει και να κλαίει και δυο κορμιά κάτω, σφαγμένα.
Μαζεύτηκε ο κόσμος, ο Θανάσης άφωνος, σοκαρισμένος, δεν ήθελε τέτοια εγκαίνια, «τι σ έπιασε ρε γέρο και μου κατάστρεψες το μαγαζί;»
Σχεδόν μεσημέρι έφτασε σπίτι του πια.

Τότε έμαθε πως ο γέρος είχε κάποτε μια κόρη όμορφη, μονάκριβη που κάποιοι σκότωσαν και πέταξαν στα βράχια, επειδή αντιστάθηκε στις ορέξεις τους. Κι έκλαψε πικρά που τον μάλωσε τόσο άσχημα κι είχε πάντα ένα ποτήρι κρασί στο τραπέζι της γωνίας μαζί μ ένα κομπολόι κι ήξερε καλά πως αν του χε δώσει κι αυτουνού ο Θεός μια κόρη που θα την έλεγαν Ελένη το ίδιο θα ‘κανε.

 

portrait painting:Pier-Francesco-Mola-retrato-de-un-barbado-anciano-El-hombre