Το φαλαινοθηρικό Tall Serpent ακολουθούσε από απόσταση την γαλάζια φάλαινα, που υπεισερχόταν στην ανεξάρτητη Γη Μαρί Μπερντ της Ανταρκτικής. Ο σαραντάρης Νορβηγός καπετάνιος Κρις Βάιγκ καθόταν στη γέφυρα του πλοίου, κοντά στο πηδάλιο. Κρατούσε στα χέρια του μια κούπα με αχνιστό καφέ και είχε τα κιάλια περασμένα στο λαιμό του. Είχε βγάλει το βαρύ μπουφάν του, λόγω της ζέστης στο εσωτερικό. Οι ναύτες του κυκλοφορούσαν στο πλοίο, με τον ύπαρχο να τους επιτηρεί. Τα άλλα δύο πλοία που ανήκαν στον στόλο βρίσκονταν δεξιά και αριστερά του Tall Serpent.

Ο ουρανός ήταν καταγάλανος και ο ήλιος φώτιζε τον παγωμένο ωκεανό και την λευκοντυμένη ήπειρο.
Η φάλαινα συνέχιζε ακάθεκτη το ταξίδι της. Βυθιζόταν και έβγαινε για να αναπνεύσει και να εκτοξεύσει πίδακες νερού από τον φυσητήρα της. Μια τέτοια στιγμή περίμεναν τα φαλαινοθηρικά.
Όταν έμαθε γι’ αυτό θηλαστικό, ο Βάιγκ βρισκόταν στην Ιαπωνία, για συζήτηση με άλλους φαλαινοθήρες. Κατά τη διάρκεια της συνεδρίασης, οι Ιάπωνες ανέφεραν το δορυφόρο της NASA που είχε απαθανατίσει μια γαλάζια φάλαινα που έκανε κάτι «εκπληκτικό». Ανέφεραν για τους ακτιβιστές που είχαν κινητοποιηθεί και ζητούσαν την προστασία της φάλαινας από διεθνείς οργανισμούς. Και, τέλος, ανέφεραν ότι, στην μαύρη αγορά, η φάλαινα θα έπιανε σίγουρα εξαψήφιο νούμερο, αν την πουλούσαν ζωντανή.
Εξαψήφιο. Όσο το σκεφτόταν ο Βάιγκ, τόσο δεν το πίστευε.
Αλλά, όταν είδε στη συνεδρίαση τα βίντεο και τις φωτογραφίες του δορυφόρου, που είχαν ανέβει στο Youtube, κατάλαβε γιατί μπορεί κάποιος να ήθελε αυτή τη φάλαινα.

Κινητοποίησε άμεσα τους ναύτες του και ξεκίνησαν το πρωί της έβδομης μέρας. Τους είπε πού έπρεπε να πάνε και ποιο κύτος θα κυνηγούσαν. Επίσης, ότι έπρεπε να το κρατήσουν ζωντανό, αν ήθελαν να πουλήσουν τη φάλαινα και να βγάλουν πολλά, πολλά φράγκα.
Ωστόσο, ο Βάιγκ δεν είχε πειστεί εντελώς για όσα είχε δει. Είχε κυνηγήσει πολλές φάλαινες από τότε που ξεκίνησε την επιχείρησή του, πριν δεκατρία χρόνια. Κανένα από αυτά τα θηλαστικά δεν ήταν ικανό για ό,τι είχε δει σε εκείνα τα πλάνα.

Ήπιε μια γουλιά καφέ και έβαλε ξανά τα κιάλια. Η φάλαινα με τη γκρίζα ράχη, ο Γαλάζιος Γίγαντας, όπως την είχαν ονομάσει τα μίντια, κατευθυνόταν με ταχύτητα πάνω από πενήντα κόμβους προς την παγωμένη γη, πάνω στην οποία διακρίνονταν κινούμενες σκιές, πιθανότατα πιγκουίνοι.
Το Tall Serpent σταδιακά επιβράδυνε, ώσπου σταμάτησε και έριξε άγκυρα, προτού μπει στον κολπίσκο. Τα άλλα δύο πλοία ήρθαν στα πλαϊνά του.
Ο Βάιγκ έμεινε στη θέση του για δέκα λεπτά. Το ίδιο και οι καπετάνιοι των άλλων πλοίων.
Τόσο χρόνο χρειάστηκε ο Γαλάζιος Γίγαντας για να πέσει πάνω στο παγόβουνο που είχε αποκολληθεί από τον παγετώνα. Ήταν ένα μεγάλο και πολύ πλατύ, αστραφτερό κομμάτι με ακανόνιστο σχήμα, που έφτανε σίγουρα τα πενήντα μέτρα σε ύψος.
Η φάλαινα το χτύπησε στο κατώτερο σημείο, όπου το παγόβουνο αναδυόταν από την επιφάνεια της θάλασσας.
Ο ύπαρχος: «Καπετάνιε; Το βλέπετε αυτό;»
Καμιά απόκριση.
Ο Βάιγκ έβλεπε με τα κιάλια. Είχε ακινητοποιηθεί στη θέση του και οι μόνες κινήσεις που έκανε ήταν από την αναπνοή του και το σκαμπανέβασμα λόγω των κυμάτων. Απλά έβλεπε. Προσπάθησαν και οι άλλοι καπετάνιοι να επικοινωνήσουν μαζί του, αλλά δεν τους αποκρίθηκε.
Γιατί έβλεπε μια φάλαινα να σπρώχνει ένα τεράστιο παγόβουνο. Δεν τον γελούσαν τα μάτια του. Μετακινιόταν. Η φάλαινα κουνούσε τα γκρι και λευκά πτερύγιά της, βυθιζόταν και επανεμφανιζόταν εκτοξεύοντας νερό από τους πνεύμονές της και έσπρωχνε το παγόβουνο. Το έσπρωχνε προς το εσωτερικό του κολπίσκου, πίσω, εκεί από όπου είχε ξεφύγει. Κομμάτια του έπεφταν στο νερό, αλλά ο Γαλάζιος Γίγαντας δεν σταματούσε. Βουτούσε και αναδυόταν. Ξανά και ξανά.
Και το παγόβουνο υποχωρούσε με ταχύτητα τριών ή τεσσάρων κόμβων.
Κάποια στιγμή, ο Βάιγκ έβγαλε το κινητό του και κοίταξε ξανά τα πλάνα από το δορυφόρο. Παρόμοιο θέαμα, μόνο που τώρα έβλεπε ιδίοις όμμασι τι μπορούσε να κάνει αυτή η φάλαινα.
Θα πιάσει εξαψήφιο νούμερο, θυμήθηκε. Πλέον, συμφωνούσε εκατό τοις εκατό.

«Καπετάνιε; Κάτι κινείται στο παγόβουνο».
Ο Βάιγκ εστίασε. Δύο φιγούρες, κοντά-κοντά η μία στην άλλη. Σαν τις υπόλοιπες στον «κυρίως» παγετώνα.
«Είναι πιγκουίνοι», είπε. «Πρέπει να ξέμειναν όταν αποκολλήθηκε».
Ο Γαλάζιος Γίγαντας τραγούδησε για δέκα δευτερόλεπτα. Ακουγόταν σαν να μια ομάδα βρεφών που όλα τους χαμογελάνε πολύ, πολύ δυνατά.
«Γιατί το κάνει αυτό, καπετάνιε;» ρώτησε ο ύπαρχος.
Ο Βάιγκ το σκέφτηκε. Όντως, γιατί; Οι πιγκουίνοι ήταν ενήλικοι. Άνετα θα μπορούσαν να μπουν στο νερό.
Εκτός…
«Έχουν νεοσσό. Είναι γονείς. Πρέπει να κρατήσουν το μωρό ζεστό. Η φάλαινα τούς επιστρέφει στο κοπάδι».

Δέκα λεπτά αργότερα, ο Γαλάζιος Γίγαντας είχε τοποθετήσει το παγόβουνο στη θέση του -με τους πιγκουίνους να κατεβαίνουν αργά-αργά προς τους δικούς τους- και ήδη απομακρυνόταν. Έβγαινε από τον κολπίσκο.
Κατευθείαν προς τα φαλαινοθηρικά.
«Ετοιμαστείτε», διέταξε ο Βάιγκ.
Ένας άντρας σε κάθε πλοίο όπλισε την καραμπίνα με το φυσίγγι με το υπνωτικό.
Είκοσι λεπτά μετά, ο Γαλάζιος Γίγαντας προσέγγιζε το Tall Serpent.
«Στόχευσε», διέταξε ο Βάιγκ τον ναύτη.
Ίδια διαταγή και στα άλλα πλοία.
Η φάλαινα ήταν κάτω από το νερό.
Περίμεναν να αναδυθεί.
Όταν συνέβη αυτό, τρία φυσίγγια εκτοξεύτηκαν. Ο Βάιγκ αμφέβαλλε για το αν θα διαπερνούσαν τη ράχη της φάλαινας -σπρώχνει παγόβουνα· ποιος ξέρει τι δέρμα έχει;- αλλά δεν υπήρξε τέτοιο θέμα. Ο Γαλάζιος Γίγαντας έβγαλε ένα δυνατό ήχο, κυρίως από ενόχληση, και βούτηξε ξανά στο νερό.
Αναδύθηκε ύστερα από μερικά λεπτά και έμεινε στην επιφάνεια ακίνητος.
«Τώρα», διέταξε ο Βάιγκ και οι ναύτες του έπιασαν δουλειά. Έριξαν βάρκες στο νερό, πλησίασαν τη φάλαινα και τύλιξαν σε τέσσερα σημεία με σχοινιά το σχεδόν τριάντα πέντε μέτρα σώμα της. Από το Tall Serpent τράβηξαν τον Γαλάζιο Γίγαντα στο πίσω μέρος.
Έπειτα, τα πλοία γύρισαν και έφυγαν.
Το πρόβλημα τούς βρήκε λίγο αργότερα, όταν έπεσαν σε θύελλα. Έβρεχε και η θάλασσα φουρτούνιασε και τους χτυπούσε μανιασμένα. Τα άλλα δύο πλοία δεν είχαν θέμα, αλλά το Tall Serpent δυσκολευόταν πάρα πολύ, λόγω του Γαλάζιου Γίγαντα που έσερνε.
«Καπετάνιε; Πλησιάζει ένα πολύ μεγάλο κύμα», ούρλιαξε κάποιος.
Ένα σκοτεινό τείχος ερχόταν κατά πάνω τους.
Ο Βάιγκ τρομοκρατήθηκε.
Το πλοίο σκαμπανέβαζε δεξιά αριστερά. Όλοι κρατιόντουσαν από κάποιο σημείο, αλλά με πολύ κόπο.
Δεν θα τα καταφέρουμε.
Μια ιδέα καρφώθηκε στο μυαλό του: Η φάλαινα. Μας επιβραδύνει. Αν την αφήσουμε, θα μπορέσουμε να κινηθούμε όπως θέλουμε.
Ο Βάιγκ βγήκε από την γέφυρα. Κατέβηκε στην πρύμνη, παρά τα παγωμένα, αφρώδη νερά που τον έλουζαν.
Ο Γαλάζιος Γίγαντας κινιόταν ελαφρώς. Η επίδραση των υπνωτικών έπαυε σιγά-σιγά.

Ο Βάιγκ δίστασε για μια στιγμή, σκεπτόμενος τα πιθανά εξαψήφια νούμερα που ετοιμαζόταν να θυσιάσει, αλλά εντέλει έπιασε τον ασύρματο.
Δέκα άντρες εμφανίστηκαν και έπιασαν δουλειά. Δεν τους είπε για το κύμα που απείχε 328.0840 γιάρδες*, παρά ευχήθηκε για το καλύτερο και τους βοήθησε.
218.7227 γιάρδες.
185.9143 γιάρδες.
131.2336 γιάρδες.
Στις 109.3613 γιάρδες, τα κατάφεραν: έκοψαν όλα τα δεσμά. Ο Γαλάζιος Γίγαντας χάθηκε στα βάθη του ωκεανού και το πλοίο αμφιταλαντεύτηκε πιο πολύ.
87.4891 γιάρδες.

«Γαμώτο», είπε ο Βάιγκ, γυρίζοντας και βλέποντας το τείχος να τους σκεπάζει.
54.6807 γιάρδες.

Τότε κάτι απογειώθηκε από το νερό, ένα υποβρύχιο της φύσης που τραγουδούσε. Υψώθηκε στον γκρίζο ουρανό, με μια αστραπή να το φωτίζει στιγμιαία, έπεσε πάνω στο θαλάσσιο τείχος και το κατεδάφισε απ’ άκρη σ’ άκρη.
Οι ναύτες πανηγύρισαν.
Ο Βάιγκ είδε τον Γαλάζιο Γίγαντα να πέφτει στο νερό ξανά και να κολυμπάει μπροστά τους. Βυθιζόταν και αναδυόταν.
«Θα μπορούσε να μας αφήσει», είπε ο Βάιγκ. «Το αξίζαμε. Αλλά δεν το έκανε. Γιατί;»
«Ίσως γι’ αυτό να είναι πλασμένη, καπετάνιε», πρότεινε ο ύπαρχος. «Για να σώζει».

 

 

——————————————————-
Σημειώσεις: Η ιστορία προέρχεται από ανάθεση φωτογραφίας.
*Η γιάρδα (yard ή yd) είναι μονάδα μήκους που χρησιμοποιείται από ναυτικούς. Η 1 γιάρδα ισούται με 0,9144 μέτρα. Οπότε οι 328.0840 γιάρδες αντιστοιχούν σε 300 μέτρα (http://www.calcfun.com/calc-69-cid1-metatropi-monadon-mikous-giardes.html).