Ο Γιαννάκης

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Ήταν αρχές καλοκαιριού και εξεταστικής όταν πρωτοείδα τον Γιαννάκη, σε μια καφετέρια της Θεσσαλονίκης όπου σπούδαζα, στην πλατεία Ναυαρίνου.

Όπως πάντα είχαμε κάψει την πρωινή εξέταση γιατί ΓΙΑΤΙ ΟΧΙ κ είχαμε πάει για καφέ γιατί πάλι ΓΙΑΤΙ ΟΧΙ. Αφού δεν είχαμε διαβάσει, γιατί απλά να μην πάμε για καφέ.

“Ένα φρέντο εσπρέσο σκέτο όσο πιο βαρύ μπορείς, ένα φρέντο εσπρέσο μέτριο και δύο φραπέδες πολύ γλυκούς με πολύ γάλα.”

Και μαζί και τα κουλουράκια. Δεν τα θέλαμε τα κουλουράκια τότε. Τα είχαμε υποσχεθεί αλλού και τις υποσχέσεις πρέπει να τις κρατάμε πάντα.

Όμως ας το πάρω απ’ την αρχή.

Λοιπόν, την πρώτη φορά λοιπόν που είδα τον Γιαννάκη ένα πρωί-11 η ώρα; Νομίζω-, έπρεπε να επιστρατεύσω όλη μου την εγκράτεια για να μην τον ζουπήξω. Δύο χρονών “άντρακλας” με μια κοιλίτσα που εξείχε απ το πάμπερ έτρεχε πάνω-κάτω μπροστά στην καφετέρια και η μαμά του από πίσω κυνηγούσε να τον πιάσει.

“Γιαννάκη μην ενοχλείς τα κορίτσια! Αχ συγγνώμη!”

Δεν υπήρχε συγγνώμη, τι συγγνώμη, ο Γιαννάκης ήταν η μασκότ μας. Ίσως βέβαια να μας ήθελε μόνο για τα κουλουράκια. Άτιμε Γιαννάκη, όλοι οι άντρες ίδιοι.

Λοιπόν, τα κουλουράκια που ήθελε του τα δίναμε στη ζούλα. Η μαμά του πάντα μας μάλωνε γιατί του είχε ήδη δώσει αρκετή ζάχαρη και δεν έπρεπε.

Ο Γιαννάκης λάτρευε τον ανεμιστήρα του μαγαζιού. Νόμιζε ότι ήταν ανεμόμυλος-δικαίως βέβαια-και έπρεπε πάντα να μας ενημερώσει ακριβώς για το ότι είναι ανεμόμυλος. Και για το ότι γυρίζει, μην ξεχνιόμαστε.

Ο Γιαννάκης φορούσε φορμίτσες και Converse και είχε μια ιδιαίτερη απέχθεια προς τα μπλουζάκια. Ειδικά στους 38 βαθμούς της Θεσσαλονίκης, που τους νιώθεις 42 και βαθιά μες στο πετσί σου, ήταν πολύ κατανοητό.

Ο Γιαννάκης πάντα ήθελε να ξέρει τι είναι πίσω απ’ την μπάρα του μαγαζιού. Πάντα του έδειχνε ο σερβιτόρος της βάρδιας αλλά ποτέ δεν ήταν ικανοποιημένος με αυτά που έβλεπε.

Έξυπνα ματάκια, παρατηρούσε ό,τι υπήρχε και απορροφούσε εικόνες και χρώματα. Κυρίως χρώματα.

Ο Γιαννάκης πάντα καθόταν παρέα με τους θαμώνες του μαγαζιού, όσο και να προσπαθούσε η μαμά του να τον ξεκολλήσει για να πάνε σπίτι τους.

“Βρε αγάπη μου άσε τους ανθρώπους να πιουν τον καφέ τους.”
“Άντε Γιαννάκη πάμε και σου χω κάνει μακαρόνια με κιμά.”

“Γιαννάκη δεν είναι για σένα τα τσιγάρα, αυτά είναι για τους μεγάλους.”
“Θες να σε αφήσω εδώ να παίξεις τάβλι με τα κορίτσια;”

Ο Γιαννάκης ήθελε πάντα να επιμορφώνει τους γύρω του με παρατηρήσεις για τον περιβάλλοντα χώρο. “Μαμά, πουλί!”, “Κοίτα! Σύννεφο! Μπλε!”, “Παπούτσια!”.

Και όλο του υποσχόταν το αφεντικό του μαγαζιού να τον κεράσει μπύρες και όλο ο Γιαννάκης έλεγε “Ναι!” σαν μεγάλος άντρας που ήταν.

Και σαν μεγάλος άντρας, κατέληγε με μια παγωμένη παγωμένη λεμοναδα Έψα σε μεγάλο ποτήρι ΜΕ καλαμάκι ΚΑΙ φέτα λεμόνι.

Ο Γιαννάκης πάντα έπαιρνε τα κουλουράκια μας.

Ο Γιαννάκης τώρα θα είναι περίπου δέκα χρονών.

Ο Γιαννάκης είναι ένα παιδάκι υιοθετημένο από την Αφρική.

Και μακάρι το μόνο πράγμα που θα του αρνηθούν ποτέ να είναι κουλουράκια, επειδή έχει φάει πολλή ζάχαρη για μία μέρα.

Μακάρι ποτέ να μην δει τι σημαίνει μια μπότα να σε πατάει.

Μοιράσου το!

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook