TheBluez.gr » 📔 The BlueBluez » Ο γιος της κυρά-Μαρίας

Ο γιος της κυρά-Μαρίας

Ένας Θεός ξέρει πόσο καιρό τον περίμενα! Πόσο καιρό προσευχόμουν να έρθει! Ήξερα πως θα ερχόταν! Βαθιά μέσα μου το ήξερα, ακόμη κι αν όλοι γύρω μου, μου έλεγαν να πάψω να ελπίζω. Ακόμη κι αν όλοι πίσω απ’ την πλάτη μου, ήταν σίγουροι πως δεν θα τα κατάφερνα. Κι όμως… ήρθε! Ήρθε και ήταν ακριβώς όπως τον ονειρευόμουν!

Κοντεύαμε έξι χρόνια παντρεμένοι με τον άντρα μου. Έξι χρόνια που προσπαθούσαμε και στεναχωριόμασταν. Έξι χρόνια γεμάτα άγχος και απογοήτευση. Έξι χρόνια! Κι εκεί που είπαμε πως “Πάει! Μας ξέχασε ο Θεός!”, κάπου εκεί ήρθε! Ένα μικρό πλασματάκι φυτεύτηκε μέσα μου! Και το ένιωθα να μεγαλώνει! Και λίγο αργότερα άρχισε να κινείται! Να κλωτσάει! Άγγιζα την κοιλιά μου με τα χέρια μου κι έκλαιγα από ευτυχία!

Κι ήρθε η μέρα του τοκετού, ήρθαν οι πόνοι και ένα μέτωπο που δεν σταματούσε να στάζει ιδρώτα. Δυο μάτια που δεν σταματούσαν να στάζουν δάκρυα. “Δύσκολη γέννα” είπε ο γιατρός. Πάνω από 24 ώρες κοιλοπονούσα, μέχρι να ακούσω το πρώτο του κλάμα. Κι όμως… όταν το άκουσα, τα ξέχασα όλα! Και τους πόνους και τη στεναχώρια και το άγχος! Και τα έξι χρόνια αναμονής και τις “κακές γλώσσες” που έλεγαν πως δεν θα τα καταφέρουμε! Τα καταφέραμε! Τα καταφέραμε και τον κράτησα στα χέρια μου σαν τον πιο ανεκτίμητο θησαυρό! Σαν το πιο σημαντικό δώρο του κόσμου! Γιατί αυτό ήταν για μένα! Το πιο σημαντικό δώρο! Ο γιος μου!

Αν με ρωτήσει κανείς τώρα, δεν μπορώ να καταλάβω πόσο γρήγορα πέρασαν τα χρόνια. Σαν χτες μου φαίνεται, που ήταν μικρό παιδάκι και χωνόταν στην αγκαλιά μου κλαίγοντας, κάθε φορά που χτυπούσε τα γόνατά του. Σαν χτες μου φαίνεται που καθόταν δίπλα μου και με ρωτούσε “Γιατί μαμά έφυγε ο ήλιος απ’ τον ουρανό;”, “Γιατί μαμά δεν είμαι ψηλός σαν τον μπαμπά;”… Ένα “γιατί” η παιδική του ηλικία ολόκληρη! Όλο ρωτούσε! Ασταμάτητα! Κι εγώ… τι να του κάνω; Ένα δημοτικό είχα τελειώσει κουτσά στραβά και δεν είχα τις απαντήσεις για όλα! Τότε ήταν που έτρεχε στον πατέρα του, που ήταν πιο μορφωμένος! Είχε πάει και δυο χρόνια στο Γυμνάσιο! Εκείνος του έλυνε όλες τις απορίες! Μέχρι που, εκεί, κάπου δέκα χρόνια μετά τη γέννησή του, ο Θεός μας τον πήρε τον πατέρα του, τον άντρα μου…

Πέρασαν τα χρόνια… Δύσκολα χρόνια… Προσπάθησα πολύ να τα καταφέρουμε! Και να που τόσα χρόνια τώρα, είμαστε μια χαρά! Δούλεψα σκληρά, στερήθηκα, κουράστηκα, αλλά χαλάλι του! Και σπούδασε και προόδευσε κι έγινε ένας λαμπρός δικηγόρος!

Κι εκείνος όμως, δεν μπορώ να πω! Κορώνα στο κεφάλι του μ’ έχει! Και σπίτι μεγάλο αγόρασε και καινούρια έπιπλα! Και στο δωμάτιό μου, μου έβαλε και δική μου τηλεόραση! “Τι να την κάνω αγόρι μου;” του έλεγα “Αρκεί αυτή στο σαλόνι!”. “Όχι μάνα! Να έχεις και μια δική σου!” μου είπε, όταν την έφερε στο σπίτι μας. Λίγες φορές την άνοιξα. Προτιμώ να καθόμαστε οι δυο μας στο σαλόνι και να τα λέμε κιόλας. Ακόμη και τις φορές που βλέπει αυτά τα ξένα τα έργα και δεν προλαβαίνω να διαβάζω τους υπότιτλους, δεν με πειράζει! Πάντα μου εξηγεί ότι δεν καταλαβαίνω! Ας το έχει ο Θεός καλά το παλικάρι μου!

Την προηγούμενη εβδομάδα, ήταν τα γενέθλιά του. 51 κεράκια πάνω στην τούρτα του και γέλασε σαν μικρό παιδί μόλις την είδε. “Για να τα σβήσω όλα αυτά, χρειάζομαι πυροσβεστήρα!” είπε και γελάσαμε μαζί. Φάγαμε οι δυο μας και το βράδυ τον πήρε ο ύπνος στον καναπέ μπροστά στην τηλεόραση. Είχε πει να βγει με δυο φίλους για κανένα κρασάκι, αλλά τον έβλεπα ότι ήταν πολύ κουρασμένος! “Όλη μέρα τρέχεις με τη δουλειά! Κάτσε να ξεκουραστείς! Δεν φεύγουν οι φίλοι!” του είπα. Κι εκείνος, που δεν του αρέσει να μου χαλάει χατήρι, έμεινε μέσα. Μαζί μου. Και περάσαμε όμορφα οι δυο μας…

Ζήσαμε αρμονικά μαζί όλα αυτά τα χρόνια. Ήταν ένα χαρούμενο παιδί. Κοινωνικό, έξυπνο, με καλούς τρόπους… Όλοι είχαν να λένε στη γειτονιά για τον “γιο της κυρά Μαρίας”! Όλοι είχαν να λένε κι εγώ καμάρωνα για το πόσο καλά κατάφερα να τον μεγαλώσω. Κι ήμουν και μόνη όλα αυτά τα χρόνια! Μετά το θάνατο του συγχωρεμένου του άντρα μου, δεν σήκωσα το βλέμμα μου από εκείνον. Μου έλεγαν “Νέα είσαι! Θα ξαναφτιάξεις τη ζωή σου!” κι εγώ θύμωνα κι έλεγα πως ξένο άντρα δεν θα βάλω στο σπίτι μου, δίπλα στο παιδί μου! Και δεν έβαλα! Προτίμησα να μείνω μόνη μου και να παλέψω να τον κάνω σωστό άνθρωπο!

Κι εκείνος όμως δεν μ’ άφησε! Και κάποιες φορές, που γνώρισε κάποιες γυναίκες κι άρχισε να συζητάει για γάμο, όταν καταλάβαινε ότι δεν ήταν σωστοί άνθρωποι, τους έδινε πόδι! “Τυχερά είναι αυτά αγόρι μου!” του έλεγα πάντα. “Θα είμαστε μαζί! Δεν πειράζει!”. Και δεν τον πείραζε…

Χτες μόνο… χτες για πρώτη φορά στα 51 του χρόνια, τον είδα μελαγχολικό κι όταν τον ρώτησα τι έχει, με κοίταξε με υγρό βλέμμα. “Τι έχεις παλικάρι μου; Γιατί είσαι έτσι;” επέμενα. Και τότε μου είπε κάτι, που ήταν σαν μαχαίρι στην γέρικη πια καρδιά μου. “Νιώθω μόνος μάνα!”… Δεν του φώναξα. Ποτέ μου δεν του φώναξα! Πάντα με το καλό τον έπιανα και πάντα καταλάβαινε. Από παιδί ακόμα.

-Γιατί να νιώθεις μόνος; Σ’ άφησα ποτέ μόνο; Πάντα στο πλάι σου δεν είμαι;

-Δεν καταλαβαίνεις μάνα…

Δεν απάντησα και πήγα με αργά βήματα στο δωμάτιό μου. Ξάπλωσα στο κρεβάτι μου και δεν το κρύβω… έκλαψα! Έκλαψα γοερά! Μισό αιώνα κι ένα χρόνο είμαι πλάι του. Δίπλα του να του απαντάω στα “γιατί” του. Δίπλα του, να του σκουπίζω τα γόνατα και τα δάκρυα. Δίπλα του, να τον φροντίζω. Να περιποιούμαι τα ρούχα του και το φαγητό του. Δίπλα του, ν’ ακούω τα προβλήματά του και να τον συμβουλεύω. Μισό αιώνα κι ένα χρόνο, ασπίδα του σ’ όποιον προσπάθησε να του κάνει κακό. Μισό αιώνα κι ένα χρόνο, άφησα πίσω τη δική μου ζωή και ζω για εκείνον μόνο. Αναπνέω μόνο για εκείνον! Ποια γυναίκα θα κατάφερνε ποτέ να τον αγαπήσει όπως εγώ; Ποια θα του έδινε τη ζωή της ολόκληρη; “Μόνο η μάνα σου, σ’ αγαπάει αληθινά και χωρίς να ζητάει ανταλλάγματα!” πάντα αυτό του έλεγα! Κι αυτός; Το ευχαριστώ του για όσα έκανα για εκείνον, ήταν να μου πει ότι νιώθει μόνος…

“Αχάριστο παιδί κάναμε, Αποστόλη!”
ψιθύρισα κρατώντας στα χέρια μου τη φωτογραφία του πατέρα του… Έπρεπε να ξαναπαντρευτώ, να του φέρω έναν ξένο άντρα μέσα στο σπίτι! Τόσοι με ζητούσαν! Έπρεπε να κάνω τη ζωή μου! Έπρεπε ίσως να τον αφήσω να πάρει καμία απ’ αυτές τις ξεδιάντροπες που μου κουβαλούσε κατά καιρούς στο σπίτι. Αυτές που με κοιτούσαν με μισό μάτι και νόμιζαν πως μ’ ένα μίνι μέχρι τον αφαλό, θα κατάφερναν να με εκτοπίσουν! Εμένα! Την ίδια του τη μάνα! Ώρες έκλαιγα… ώρες ολάκερες! Βαρύ πράγμα η αχαριστία! Δεν καταπίνεται… “Νιώθω μόνος…” πώς να την ξεχάσει κανείς αυτή τη φράση;

Κι όμως! Η καρδιά της μάνας όλα τα συγχωρεί κι όταν άρχισε να σουρουπώνει, βγήκα απ’ το δωμάτιό μου και πήγα στο σαλόνι που καθόταν και κάθισα δίπλα του. Τον κοίταξα και του χάιδεψα τα γκρίζα του μαλλιά. Σκασμένος φαινόταν! Χρειαζόταν να πάρει λίγο αέρα. “Θα με πας μέχρι τη θεία με το αυτοκίνητο, γιατί πονάνε τα πόδια μου;”…

Πώς σας φάνηκε αυτή η ιστορία;

Πατήστε πάνω σε ένα αστέρι για να την βαθμολογήσετε!

Μέση βαθμολογία / 5. Αριθμός ψήφων:

Αφού σας άρεσε...

Ακολουθήστε μας στα social media!

Κική Γιοβανοπούλου

Σαλονικιά & Αιγόκερως. Να μη σου τύχει! Γράφω για να ταξιδεύω νοερά, σε παραμύθια που πάνε κόντρα στην τετράγωνη λογική μου!
Κική Γιοβανοπούλου

Latest posts by Κική Γιοβανοπούλου (see all)

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *