Ο γιος του Ήλιου ΙΧ

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Προηγούμενο

Η Δανάη σηκώθηκε από το πάτωμα, μπροστά από την πόρτα της καμπίνας της, όπου είχε καταρρεύσει, έπειτα από την ερωτική εξομολόγηση του Μαρκ, στηριζόμενη στους τοίχους. Σκούπισε τις ιδρωμένες της παλάμες στο λεπτό νυχτικό της και προχώρησε προς το μπάνιο. Η πόρτα έτριξε ελαφρά. Έριξε νερό στο πρόσωπο της, χτένισε τα μαλλιά της προς τα πίσω με τα δάχτυλα της και βγήκε αποφεύγοντας να ρίξει έστω και μια ματιά στο είδωλο της. Το σκάφος ήταν σκοτεινό, το αμυδρό φως από τις λάμπες του παραλιακού δρόμου ίσα που κατάφερναν να τονίσουν τα περιγράμματα. Προχώρησε ψηλαφητά προς τον γάντζο που ήξερε ότι βρισκόταν κρεμασμένο το σακάκι της, το πήρε και βγήκε από την τζαμένια πόρτα ξεκλειδώνοντας και κλειδώνοντας πίσω της. Στάθηκε για λίγο αναποφάσιστη, η υγρασία την τύλιξε κάνοντας τη ν΄ανατριχιάσει, από κάπου κοντά της ακούγονταν οι φωνές των ψαράδων που ετοίμαζαν τα καΐκια τους και τα μπάσα κάποιου ξενυχτάδικου. Ψηλάφισε με το πόδι της εκεί που ήξερε ότι η Χρύσα αφήνει τις σαγιονάρες της και τις φόρεσε, έπειτα περπάτησε αποφασιστικά προς την πασαρέλα και βρέθηκε στον έρημο δρόμο. Οι προβολείς από το ξενυχτάδικο χόρευαν τώρα σαν τρελοί σ΄έναν πιο γρήγορο ρυθμό στέλνοντας τις ακτίδες τους, μάταια, να φωτίσουν το μαύρο ουρανό, τους γύρισε την πλάτη της και άρχισε να περπατά σα να την κυνηγούσαν προς την αντίθετη κατεύθυνση. Προσπαθούσε να βάλει τις σκέψεις της σε μια σειρά, τον Φαέθωνα, τον Μαρκ, την Εύη, τη δουλειά της, ακόμα και η κυρία Ευθαλία, η μητέρα της, ξεπήδησε μέσα σ΄αυτό το κουβάρι, να ξεφυσάει και να την ορμηνεύει ‘Δεν αλλάζουν μάνα μου οι άνθρωποι, δεν αλλάζουν! Έτσι την πατάνε οι περισσότερες γυναίκες, δεν αλλάζουν, μόνο καμιά υποχώρηση κάνουν και με την πρώτη ευκαιρία ξανακάνουν τα ίδια!”. Ας είναι, ας μην αλλάζουν σκέφτηκε η Δανάη, άλλωστε εγώ τον ερωτεύτηκα γι αυτό που είναι, ελεύθερο πνεύμα, καλόκαρδος, διαχυτικός, πλακατζής, μ΄αρέσει ακόμα και όταν παίρνει αυτό το μελαγχολικό ύφος, όταν νομίζει ότι κανείς δεν τον κοιτά. Ο Μαρκ είναι σαν αδερφός μου, μπορεί να το σκέφτηκα κάποια στιγμή, μπορεί να γίνει ο τέλειος σύζυγος για κάποια, αλλά για μένα είναι σαν αδερφός. Πρέπει όμως ν΄αφήσεις ανοιχτή αυτήν την πόρτα, ξεπετάχτηκε ξαφνικά μπροστά της η εικόνα της κυρίας Ευθαλίας να τη νουθετεί κάνοντας τη να χάσει για λίγο το βήμα της, μπορεί ο Φαέθων να μη σε θέλει και αν σε θέλει δε φαίνεται τύπος για μακροχρόνιες σχέσεις. Είχε φτάσει πια στη σκάλα πάνω στο κάστρο όπου το απόγευμα ο Φαέθων την είχε κρατήσει αγκαλιά. Κοίταξε το σκοτεινό σοκάκι, ενώ μια λάμπα φώτιζε αμυδρά τα σκαλιά που είχε καθίσει το πρωί. Έκατσε λαχανιασμένη στις δροσερές πια πλάκες και τύλιξε τα χέρια της γύρω της σα να κρύωνε και ας είχε φορέσει το σακάκι της. Οι στίχοι του Χαλίλ Γκιμπράν σαΐτεψαν το μυαλό της.

“Όταν η αγάπη σε καλεί, ακολούθησέ την, 

μόλο που τα μονοπάτια της είναι τραχιά και απότομα. 

Κι όταν τα φτερά της σε αγκαλιάσουν, παραδώσου, 

μόλο που το σπαθί που είναι κρυμμένο ανάμεσα στις φτερούγες της μπορεί να σε πληγώσει”. 

Μα αν η Δανάη έτρεμε κάτι ήταν μην πληγωθεί, πώς θα μπορούσε ποτέ να παραδοθεί δίχως όρους; Δίχως οπισθοβουλία, δίχως τη σιγουριά ότι δεν είναι μονόπλευρο και ότι όλα θα πάνε καλά; Πώς θα μπορούσε να πιστέψει στην αγάπη; Έπρεπε να πιστέψει στην αγάπη…

Για λίγο ένιωσε σίγουρη, βέβαιη, για το τι θέλει να κάνει, μια φωνούλα μέσα της όμως δεν άργησε να καγχάσει και να κάνει αυτή τη σιγουριά να χαθεί σα δελφίνι που πήδηξε για δευτερόλεπτα πάνω από την επιφάνεια της θάλασσας και ξαναχάθηκε στα βάθη της. Αγάπη, την κορόιδεψε. Από τον έρωτα, πήγαμε στην αγάπη; Για συγκεντρώσου λίγο, μην ξεχνάς όλα αυτά είναι κάποιο σχέδιο της Εύης να σε αποσυντονίσει. Της φαινοταν απίθανο ο Φαέθων να γνώριζε κάτι γι αυτό, αλλά όχι τόσο απίθανο να το ΄χε σκεφτεί η Εύη. Αν τον ερωτευτείς κι αρχίσεις να οργώνεις μαζί του το Αιγαίο και τον κόσμο, η Εύη θα πάρει άνετα τη θέση για την οποία δούλεψες τόσο σκληρά και ο πατέρας σου θα σουφρώσει υποτιμητικά πάλι τα χείλη του και θα ευχαριστηθεί που δεν τα κατάφερες. Κανείς ποτέ δεν κατάφερε να την αποτρέψει από το να κυνηγήσει τα όνειρα της, θα επέτρεπε τώρα σε κάποιον να τα διασκορπίσει; 

“Κι όταν σου μιλήσει, πίστεψέ την, 

μόλο που η φωνή της μπορεί να διασκορπίσει τα όνειρα σου σαν το βοριά, που ερημώνει τον κήπο”

Αναστέναξε και σηκώθηκε αργά αργά, σα γέρο ναυτικός που τ΄αθριτικά τον έχουν τσακίσει, για να συνεχίσει την τυφλή πορεία της. Είναι αστείο να προσπαθείς να ξεμπλέξεις τις μπερδεμένες σου σκέψεις τριγυρνώντας στα δαιδαλώδη σοκάκια του Κάστρου, σκέφτηκε μελαγχολικά η Δανάη.

Δεν ξέρει πόση ώρα τριγυρνούσε έτσι όμως το μόνο που κατάφερε είναι ν΄αποκτήσει ένα ωραίο πονοκέφαλο. Στο τέλος παραιτήθηκε, δεν είχε νόημα να κάνει σχέδια, να μελετά κινήσεις, η ζωή δεν είναι παρτίδα σκάκι θα την άφηνε για μια φορά ν΄αποφασίσει εκείνη τη μέλλει γενέσθαι και ας ελπίσουμε να ΄ναι για καλό. Έβαλε το κλειδί στην τζαμόπορτα, αλλά ήταν ξεκλείδωτη. Την κοίταξε μπερδεμένη. Ήταν σίγουρη ότι είχε κλειδώσει. Μπήκε μέσα και κατευθύνθηκε προς το ψυγείο πετώντας το σακάκι της σε μια γωνιά. Το στόμα της είχε στεγνώσει τελείως. Το φως την τύφλωσε για λίγο πήρε ένα μεγάλο μπουκάλι αναψυκτικό και ανασηκώθηκε για να ψάξει για ποτήρι, το οποίο γέμισε ξέχειλο. Έπειτα έκλεισε το πορτάκι κι όλα βυθίστηκαν πάλι το σκοτάδι. Ήπιε σχεδόν μονορούφι το περισσότερο αναψυκτικό της και κατευθύνθηκε προς το καναπεδάκι. Ακούμπησε νευρικά το ποτήρι στο τραπεζάκι μπροστά της κάνοντας ένα πνιχτό θόρυβο κι έκατσε βαριά.

Μια πνιχτή κραυγή ακούστηκε και κάτι αναδεύτηκε από κάτω της κάνοντας τη να πεταχτεί πάνω με μια χαμηλή, κοφτή στριγκλιά, ενώ με το χέρι της χτύπησε το ποτήρι το οποίο έπεσε με πάταγο στο ξύλινο πάτωμα και το άκουσε να σπάει μ΄έναν υπόκωφο θόρυβο. 

«Να πάρει!», ξεφώνισε. 

«Ανκχ», ακούστηκε κάπου κοντά της. Έκανε ένα βήμα στο πλάι κι άκουσε τα γυαλάκια να θρυμματίζονται κάτω από τις σαγιονάρες τις οποίες ευτυχώς φόραγε ακόμα. Κάτι κινούνταν εκεί που βρισκόταν πριν λίγο και είδε έντρομη μια φιγούρα ν΄ανυψώνεται.

«Ποιος είναι;», τραύλισε ξεψυχισμένα, ενώ γούρλωσε τα μάτια της στην προσπάθεια να διακρίνει. Η φιγούρα δεν απάντησε αντ΄αυτού ένα κλικ ακούστηκε και φως πλημμύρισε το χώρο. Μπροστά της στεκόταν ο Φαέθων αναμαλλιασμένος και κακόκεφος.

«Τι κάνεις;» τη ρώτησε εκνευρισμένος. Η Δανάη ανοιγόκλεισε το στόμα της σα χρυσόψαρο και πιέζοντας τον εαυτό της κατάφερε να ξεστομίσει επίσης νευριασμένα και σε αρκετούς τόνους πιο πάνω απ΄ότι ήθελε.

«Εγώ τι κάνω; Εσύ τι κάνεις εδώ!»

«Κοιμάμαι ή μάλλον κοιμόμουν!», είπε εκείνος συνοφρυωμένος τονίζοντας τις λέξεις και πέρασε τα δάχτυλα του μέσα από τ΄ανακατεμένα του μαλλιά. «Εδώ;» τσίριξε σχεδόν η Δανάη και κρέμασε το σαγόνι της.

«Εδώ, γιατί; Δικό μου δεν είναι το σκάφος; Όπου θέλω θα κοιμάμαι, άμα θέλω θα κοιμάμαι και στο κατάρτι!» είπε τσαντισμένος, ενώ ανασηκώθηκε όρθιος και προσπάθησε να την  παραμερίσει. 

«Βρωμάς! Έχεις πιεί!», είπε αυστηρά η Δανάη και έκανε μια γκριμάτσα αηδίας κουνώντας αστεία τη μύτη της. Εκείνος τη σάρωσε μ΄ένα σκοτεινό βλέμμα κι ένα ξεδιάντροπο χαμόγελο κύρτωσε τα χείλη του. 

«Τι κοιτάς;» έκανε εκείνη ενοχλημένη.

«Απολαμβάνω το θέαμα, τελικά άξιζε να χάσω τον ύπνο μου», είπε και το ειρωνικό χαμόγελο μεγάλωσε. Η Δανάη κοίταξε προς τα κάτω και ένα ροδοκόκκινο χρώμα απλώθηκε στα μάγουλα της αντικρίζοντας το λεπτό κοντό νυχτικάκι και τις ρώγες της να ξεπετάγονται. Με μια απότομη κίνηση του γύρισε την πλάτη φανερά εκνευρισμένη και τράβηξε για να βρει τη σκούπα, όταν άκουσε μια κραυγή πόνου πίσω της. 

Ο Φαέθων κρατούσε το πόδι του ακουμπισμένος πάνω στο τραπεζάκι, μια βαθυκόκκινη κηλίδα αίμα έκανε την εμφάνιση της και μεγάλωσε μέχρι να τον φτάσει η Δανάη και να σκύψει μπροστά του. Ένα μικρό γυαλάκι είχε καρφωθεί στο μεγάλο δάχτυλο του, ενώ ένα μεγαλύτερο βρισκόταν λίγο πιο κάτω. Ο Φαέθων έβριζε, όταν η Δανάη του είπε αυστηρά «Κάτσε ακίνητος για να δω καλύτερα και να μην πατήσεις άλλο!». Εκείνος έκανε να τραβήξει το πόδι του, αλλά εκείνη το πιάσε γερά ακινητοποιώντας τον.

«Πάρε ανάσα»

«Δε θα…αααχ» φώναξε εκείνος καθώς του τράβηξε το ένα κι έπειτα το δεύτερο γυαλάκι. Μέχρι να φέρει η Δανάη το φαρμακείο για να περιποιηθεί το τραύμα έμεινε ακίνητος και κατσουφιασμένος να κοιτά το πονεμένο του πόδι σα μωρό παιδί που περιεργάζεται κάτι ξένο γι΄αυτόν. Δε φαινόταν βαθύ οπότε το απολύμανε, μα το αίμα δε σταμάταγε.

«Πίεσε το όσο μπορείς για να σταματήσει και μην κουνηθείς μέχρι να μαζέψω τα γυαλιά!». Εκείνος ανέστρεψε το βλέμμα του και την κοίταξε βαθιά στα μάτια χωρίς να μιλήσει μόνο που ΄χε πάρει ένα περίλυπο ύφος. 

«Πονάς;» τον ρώτησε εκείνη χαϊδεύοντας τον στο μπράτσο. Συνέχισε να την κοιτάει χωρίς να μιλάει, υπήρχε μια απόγνωση στο βλέμμα του που την έκανε ν΄ανατριχιάσει. Η Δανάη του έβαλε ένα παιδικό τσιρότο με σχεδιάκια μειδιώντας ειρωνικά. Έπειτα έκλεισε το φαρμακείο και ανασηκώθηκε, έκανε να φύγει, όταν ο Φαέθων της ψιθύρισε με βραχνή φωνή «Ευχαριστώ». Η Δανάη ανασήκωσε αδιόρατα τους ώμους της και έτρεξε στο μπάνιο για τη σκούπα. Μέχρι να γυρίσει ο Φαέθων είχε ξαναξαπλώσει με το βραχίονα του ν΄ακουμπά πάνω στα μάτια του. Καθάρισε όσο πιο γρήγορα μπορούσε και την ώρα που έσκυψε για να μαζέψει τα τρίμματα στο φαράσι παρατήρησε ότι το τσιρότο ήταν γεμάτο αίματα και σταγόνες είχαν αρχίσει να τρέχουν από τα όρια του. Το κοίταξε έκπληκτη. 

«Τι στο καλό!» αναφώνησε. Παράτησε παράμερα σκούπα και φαράσι και όπως ήταν καθισμένη έκανε να πιάσει το πόδι, εκείνος όμως το μάζεψε απότομα. 

«Ασ΄το» της είπε δύσθυμα. 

«Μα τρέχει! Δε σταμάτησε! Άφησε με να το δω μήπως είναι βαθύ και θέλει ράμματα»

«Δε θέλει» απάντησε νευρικά εκείνος και το πήρε στα δυο του χέρια και έκανε ότι το κοιτά. Η Δανάη θύμωσε.

«Άσε με! Μια ματιά θα του ρίξω και μην τολμήσεις και το ακουμπήσεις έτσι με τα αίματα πουθενά και τα κάνεις όλα χάλια!», έσκουξε έξαλλη τώρα, καθώς τον είδε ότι ετοιμαζόταν να το κατεβάσει. Ο Φαέθων μούτρωσε.

«Ότι πεις, μαμά!» της πέταξε ειρωνικά. Η Δανάη τον αγνόησε.

«Δώσε μου το πόδι σου τώρα και μη κάνεις σα μωρό, γιατί… »

«Γιατί;» την ειρωνεύτηκε πάλι εκείνος

«Γιατί θα στις βρέξω!» του είπε απειλητικά εκείνη κι έγειρε πάνω του για να το δει έτσι όπως το κράταγε στο κόρφο του. Ο Φαέθων κράτησε την ανάσα του και την κοιτούσε που περιεργαζόταν το πόδι.

«Δεν καταλαβαίνω, δε φαίνεται βαθύ…» είπε χαμηλόφωνα η Δανάη και χωρίς να του δίνει σημασία πήγε πάλι στο φαρμακείο και έφερε γάζες με τις οποίες πίεσε την περιοχή. Ένα ελαφρύ βογκητό την έκανε ν΄αναστρέψει το βλέμμα της. Έτσι όπως καθόταν βρισκόταν πολύ κοντά, τα κεφάλια τους σχεδόν ακουμπούσαν, ο Φαέθων την κοίταζε στα μάτια κι εκείνη του χαμογέλασε αχνά, ένιωσε το κορμί του να σφίγγεται και την ανάσα του να κόβεται. 

«Hi, can I have a glass of water, please?» μια ψιλή φωνή ακούστηκε δίπλα τους. Η μικρή Ασιάτισσα στεκόταν στην πόρτα από τις καμπίνες των αγοριών. Η Δανάη φανερά αναστατωμένη και ρίχνοντας ένα φαρμακερό βλέμμα στον Φαέθωνα που είχε κερώσει αφήνοντας ένα γρύλισμα εκνευρισμού σηκώθηκε λέγοντας όσο πιο ευγενικά μπορούσε. 

«Of course my dear, just a minute» και γυρνώντας προς τον Φαέθωνα του είπε ξερά «Πίεζε το να σταματήσει». 

Η πορσελάνινη κούκλα με τα λεπτά χαρακτηριστικά γύρισε στο κρεβάτι της, ενώ η Δανάη αποφάσισε να πάει μια βόλτα για να ηρεμήσει, ως το κάδο για να πετάξει τα σκουπίδια ξεχνώντας να φορέσει το σακάκι της, προς μεγάλη τέρψη των ψαράδων και των λιγοστών περαστικών που είχαν αρχίσει να περιφέρονται το δρόμο με το πρώτο φως της αυγής. Σα γύρισε ο Φαέθων κοιμόταν στο καναπεδάκι, ένιωσε μπερδεμένη που τον είδε εκεί. Στάθηκε λίγο και τον παρατηρούσε, το πόδι του φαινόταν καλά τώρα, η κοιλιά του ανεβοκατέβαινε αργά και ρυθμικά, με τον πήχη του κάλυπτε τα μάτια του, ενώ τα μαλλιά του εξείχαν από πίσω ανακατωμένα. Ανάμεσα στα μαξιλάρια υπήρχε ένα άδειο γυάλινο μπουκαλάκι και η ανοιχτή συσκευασία μιας σύριγγας. Τα κοίταξε ξαφνιασμένη μα μια ερώτηση τριγύριζε συνέχεια στο μυαλό της, γιατί αυτός κοιμόταν εδώ και όχι με τη μικρή μέσα; Έγειρε το κεφάλι της στο πλάι και τα χείλη της σφίχτηκαν, να ΄χε γίνει ή να μην είχε γίνει; Ιδού η απορία… σκέφτηκε ξεφυσώντας σιγανά. Της ερχόταν να πάει και να τον ρωτήσει, αλλά συγκρατήθηκε και τελικά κατευθύνθηκε αποφασιστικά προς την τσάντα του λάπτοπ της, ώρα για δουλειά!

 

Η Δανάη κάθισε στο εξωτερικό σαλονάκι και γύρισε την πλάτη της προς τον Φαέθωνα που κοιμόταν μακάριος, αναστενάζοντας. Έπειτα έσπασε τα δάχτυλα της που έκαναν το χαρακτηριστικό ήχο και ρίχτηκε στη δουλειά. Ένιωθε τρομερή ενεργητικότητα. 

Τέσσερις ώρες μετά κοίταζε με θολά μάτια την οθόνη του υπολογιστή της. Είχε κολλήσει εδώ κι ένα τέταρτο, κάτι δεν πήγαινε καλά, τι όμως; Έτριψε το μέτωπο της. Κοίταξε το ρολόι στην κάτω δεξιά γωνία, δέκα η ώρα σύμφωνα με την ώρα Ελλάδας ή Λονδίνου; Την είχε αλλάξει; Έπρεπε να περιμένει…

Σηκώθηκε και τεντώθηκε, δύο νεαροί που περνούσαν μπροστά από το σκάφος ανέκοψαν το βήμα τους αλληλοσκουντήθηκαν κι έμειναν να την  κοιτάνε σα χαζοί. Τους γύρισε την πλάτη επιδεικτικά και μπήκε μέσα. Ο Φαέθων κοιμόταν ακόμη με την πλάτη γυρισμένη προς αυτή. Η Δανάη  κατευθύνθηκε προς το ψυγείο καταπνίγοντας την επιθυμία της να περάσει τα δάχτυλα της μέσα από τα πυκνά καστανόξανθα μαλλιά του, έβαλε ένα χυμό κι έσκυψε για να βρει κάτι στο ντουλάπι για φαγητό.

«Μμμ αυτό είναι όνειρο!» άκουσε μια βραχνή φωνή πίσω της και το θρόισμα κάποιου που στριφογυρνά. Η Δανάη γύρισε ξαφνιασμένη, ο Φαέθων την κοιτούσε με μάτια που έλαμπαν από ευθυμία κι ένα μισό χαμόγελο.

«Σε ξύπνησα; Συγνώμη»

«Δεν πειράζει, δε με πειράζει καθόλου…» είπε εκείνος και συνέχισε να την κοιτά έντονα. Η Δανάη ένιωσε άβολα και ξαφνικά ένα πνιχτό γαμώτο της ξέφυγε καθώς ακολούθησε το βλέμμα του Φαέθωνος στα γυμνά οπίσθια της. Έκατσε σε βαθύ κάθισμα συγκρατώντας τα χέρια της να μην προσπαθήσουν να τραβήξουν το λιγοστό ύφασμα για να καλύψει τη γύμνια  της και συνέχισε ταραγμένη να πασπατεύει τα πράγματα μέσα στο ντουλάπι στην ουσία μη βλέποντας, έπειτα σηκώθηκε απότομα και πήγε προς την  καμπίνα της χωρίς να του ρίξει ούτε μια ματιά.

Κοντοστάθηκε για μια στιγμή προσπαθώντας ν΄ακούσει κάτι από μέσα. Τελικά γύρισε μαλακά το πόμολο κι άνοιξε σιγά σιγά την πόρτα. Ο Μαρκ κοιμόταν μπρούμυτα απλωμένος σ΄όλο το κρεβάτι φορώντας μόνο ένα σλιπ, το καλογυμνασμένο κορμί του ήταν μισοτυλιγμένο ερωτικά με τα σεντόνια. Χάρμα οφθαλμών για κάθε γυναίκα, η Δανάη όμως χωρίς να του ρίξει δεύτερη ματιά άνοιξε σιγά τη μικρή ντουλάπα άρπαξε ένα λευκό με μπλε κεντίδια ύφασμα το κοίταξε αναποφάσιστη για λίγο και μετά το βλέμμα της έπεσε σ΄ένα μπλε κοντό σορτσάκι, πήρε το πορτοφόλι της και βγήκε όσο πιο αθόρυβα μπορούσε. Ντύθηκε στο μπάνιο και τράβηξε για το σαλονάκι, ο Φαέθων ήταν ακόμα ξαπλωμένος με μάτια κλειστά. Καθώς πέρασε από μπροστά του τη ρώτησε με βραχνή φωνή.

«Που πας;». 

«Στο φούρνο»

«Έρχομαι και εγώ μαζί σου!» και πριν προλάβει να προβάλει οποιαδήποτε αντίρρηση βρέθηκε μπροστά της, της άνοιξε την πόρτα και την περίμενε να περάσει. 

«Ευχαριστώ» του είπε πιο νευρικά από ότι θα ΄θελε να ακουστεί και βγήκε χωρίς να τον κοιτάξει.

Σα βρέθηκαν στην προκυμαία η Δανάη προσπάθησε να θυμηθεί που είχε δει το φούρνο.

«Από εδώ» της έκανε απαλά ο Φαέθων πιάνοντας απαλά το μπράτσο της. Στην αρχή πήρε να περπατά πολύ γρήγορα, μα ο Φαέθων τη σταμάτησε.

«Το πόδι μου…» έκανε καρτερικά. Η Δανάη κοκκίνισε ελαφρά κι έκοψε το βήμα της, σ΄όλη τη διαδρομή απέφευγε να τον κοιτάζει, ενώ περπατούσαν σιωπηλοί. Καθώς πλησίαζαν το φούρνο ο Φαέθων ξαφνικά έστριψε προς την είσοδο του κάστρου

«Από δω, είναι καλύτερος», είπε με σιγουριά. Εκείνη ένευσε και τον ακολούθησε. Χάθηκαν μέσα στα δαιδαλώδη πλακόστρωτα σοκάκια με τις αψίδες και τις σκεπαστές καμάρες που μύριζαν ασβέστη και βουκαμβίλια.

Στάθηκαν μπροστά από ένα μικρό άνοιγμα  από όπου αναδυόταν η μυρωδιά φρέσκου ψωμιού, η Δανάη κοίταξε στο σκοτεινό εσωτερικό καχύποπτα. Ο Φαέθων της χαμογέλασε και την τράβηξε από το χέρι. Ένας λιτός πάγκος με πανέρια σκεπασμένα με λευκά πανιά βρισκόταν μπροστά τους, ενώ πίσω τους υπήρχε μια χαμηλή πόρτα που οδηγούσε σ΄ένα μικρό δωματιάκι απ΄όπου φαινόταν η λάμψη φλόγας να τρεμοσβήνει. Στάθηκαν για λίγο ακίνητοι, όταν είδαν να τους πλησιάζει μια αφράτη, αναψοκοκκινισμένη κυρία με κοντά μαύρα μαλλιά και έξυπνα μάτια. «Καλημέρα, τι θα θέλατε;» είπε σχεδόν τραγουδιστά.

«Τι έχετε;» της είπε γλυκά ο Φαέθων. Εκείνη ξεσκέπασε με θεατρινίστικες κινήσεις τις άκρες από τα πανέρια απαριθμώντας τα προϊόντα της. Οι δύο τους στάθηκαν αναποφάσιστοι, τελικά η Δανάη υπέδειξε ποιο ψωμί ήθελε και μια ποικιλία παξιμαδιών, τα οποία η φουρνάρισσα τα τύλιξε επιδέξια και τους αποχαιρέτησε με την τραγουδιστή φωνή της βάζοντας μερικά έξτρα ψωμάκια.

«Κάνουν καλό μετά το ξενύχτι…» τους είπε γελώντας.

Πήραν το δρόμο του γυρισμού, η Δανάη τόση ώρα προσπαθούσε να συγκρατηθεί να μη ρωτήσει για τη μικρή Ασιάτισσα, μα και τον Φαέθωνα έμοιαζε κάτι να τον απασχολεί.

«Λοιπόν…» είπαν και οι δυο ταυτόχρονα και κοιτάχτηκαν χαμογελώντας αμήχανα, η Δανάη δάγκωσε το κάτω χείλη της. Ο Φαέθων την κοίταξε μ΄ένα σκοτεινό βλέμμα και μετά επανέλαβε «Λοιπόν… πες εσύ…» του ΄γνέψε αρνητικά και τον παρότρυνε να μιλήσει. Ο Φαέθων ξερόβηξε σα να προσπαθούσε να καθαρίσει το λαιμό του.

«Να, ήθελα να σου ζητήσω συγνώμη»

«Συγγνώμη;»

«Ναι για χθες, για πριν που σου ΄βαλα τις φωνές και…»

«Και που έκανες σα μωρό παιδί…»

«Και που έκανα σα μωρό παιδί…» συμφώνησε εκείνος σοβαρός, ένα γάργαρο γελάκι της ξέφυγε, έπειτα τον κοίταξε χαρίζοντας του ένα λαμπερό χαμόγελο κι εκείνος της το ανταπέδωσε. Η Δανάη χαμήλωσε το βλέμμα της χαμογελώντας ακόμα. Αυτά τα μάτια τη φόβιζαν, βαθιά μπλε σα τα βάθη του Αιγαίου… 

«Ξέρεις, πραγματικά φοβήθηκα…» της είπε εκείνος μισογελώντας. 

«Τι φοβήθηκες;» τον ρώτησε γλυκά. 

«Ότι θα με έδερνες!» η Δανάη χαχάνισε δυνατά.

«Ψεύτη!» του φώναξε ανάμεσα από τα χαχανητά της. 

«Καθόλου ψεύτης, είναι η αλήθεια, φαινόσουν πολύ τρομακτική και έτοιμη να το κάνεις»

«Ήμουν» του είπε όσο πιο σοβαρά μπορούσε χωρίς να σταματήσει να χαμογελά. Ο Φαέθων έβγαλε ένα από τα παξιμάδια και της το πρόσφερε.

«Με καλοπιάνεις;» είπε ναζιάρικα η Δανάη.

«Το προσπαθώ…» αποκρίθηκε εκείνος ανασηκώνοντας αδιόρατα τους ώμους του.

«Τα καταφέρνεις, είναι πολύ ωραίο!» είπε η Δανάη μασουλώντας. Ο Φαέθων πήρε ένα και για τον εαυτό του και συνέχισαν το δρόμο τους πιο χαλαροί, όταν ξαφνικά ο Φαέθων γύρισε και τη ρώτησε «Τον αγαπάς;» Έσμιξε τα φρύδια της προσπαθώντας να καταλάβει τι έλεγε και τον κοίταξε ερωτηματικά. 

«Τον Μαρκ…» εξήγησε εκείνος κοιτώντας τις πλάκες και κλωτσώντας ένα αόρατο πετραδάκι.

«Άαα» έκανε κατάπληκτη και έμεινε για λίγο με το στόμα ανοιχτό. Η Δανάη έψαξε με το βλέμμα της το στενό και κάθισε σ΄ένα πεζουλάκι ανάμεσα σε δύο γλάστρες με κατακόκκινα γεράνια. Ο Φαέθων κάθισε δίπλα της. Δύο γυναίκες πέρασαν βιαστικές και χάθηκαν στα φιδωτά στενορυμια. Τον κοίταξε βαθιά μέσα στις μπλε θάλασσες και το αίσθημα ελευθερίας και φόβου την πλημμύρισε.  Η Δανάη ένιωσε το στόμα της στεγνό, έγλειψε τα χείλη της, δάγκωσε το κάτω κι άρχισε να μαδά ένα ξεραμένο γεράνι από τη γλάστρα δίπλα της. Ένιωσε το κορμί του να ηρεμεί δίπλα της και να χαλαρώνει για δευτερόλεπτα προτού ξανατεντωθεί σα χορδή τόξου εκτοξεύοντας της την παρατήρηση του. 

«Αυτός όμως είναι πολύ ερωτευμένος μαζί σου». Η Δανάη άφησε μια τρεμουλιαστή ανάσα στο άκουσμα των λόγων του, τον κοίταξε λυπημένη και συνέχισε να μαδάει το γεράνι. 

«Δεν είμαι και πολύ καλή με τους ανθρώπους…» είπε κάποτε. 

«Είσαι κολλημένη με τη δουλειά σου» ακούστηκε σαν κατηγορία η παρατήρηση του Φαέθωνος κι εκείνη έγνεψε καταφατικά. 

«Ναι, μου το λένε, συχνά…».  Στύλωσε τα μάτια της στα μαδημένα γεράνια που στροβιλίζονταν σ΄ένα αργόσυρτο ρυθμό από το ελαφρύ αεράκι πάνω στις πλάκες. 

«Και θα συνεχίσετε να είστε ακόμα μαζί;» ρώτησε μαλακά ο Φαέθων κρατώντας ένα κομμάτι ψωμί στο χέρι του κοιτώντας και αυτός το χορό των ξεραμένων πετάλων. 

«Αφού δεν έχουμε χώρο…» είπε όσο πιο αθώα μπορούσε η Δανάη που δεν αντιλήφθηκε το νόημα της ερώτησης του. «Έχουμε τέσσερις καμπίνες και είμαστε… έξι…»

«Έξι;» τη ρώτησε εκείνος χαμηλόφωνα. 

«Ναι, με την Ανατολίτικη υδατογραφία…»

«Ααα» είπε με μια δόση ανακούφισης ο Φαέθων 

«Η Κιμ δε θα μείνει, απλά εχθές ήταν αργά για να γυρίσει μόνη της στο ξενοδοχείο που είναι στον Αγ. Γιώργη και προσφέρθηκα να τη φιλοξενήσω για τη νύχτα…» 

«Να τη φιλοξενήσεις;» είπε λίγο ειρωνικά η Δανάη

«Μμμ» της απάντησε ζωηρά κόβοντας μια μεγάλη δαγκωνιά από το ψωμί του. Τώρα έμοιαζε πολύ χαλαρός και η ευθυμία είχε γυρίσει στα μάτια του. 

 

Σαν επέστρεψαν στο σκάφος βρήκαν τους άλλους να πίνουν καφέ στο μικρό σαλονάκι αγναντεύοντας την πόλη. Συζητούσαν ζωηρά και υποδέχτηκαν με μεγάλη χαρά τα φρέσκα παξιμάδια. Μόνο ο Μαρκ έμοιαζε να μούτρωσε λιγάκι βλέποντας τους να περπατάνε δίπλα δίπλα. Η Δανάη του χάρισε ένα γλυκό χαμόγελο και τον φίλησε για καλημέρα, εκείνος την τράβηξε κοντά του και πέρασε το χέρι του γύρω από τους ώμους της πράγμα που την έκανε να αισθανθεί αμήχανα, σύντομα όμως μιλούσε και γελούσε με κέφι. 

Μοιράσου το!

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Τα βιβλία μας

Φευγάτος
Αλέξανδρος Κουτρούλης - Φευγάτος
Ελευθερία Τσιντάρη - Χωρίς την ελπιδα
Μαργαρίτα Τσεντελιέρου - Το Μυστικό

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook