Ο γιος του Ήλιου VΙΙ

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Προηγούμενο

 

Η Δανάη καθώς ντρεπόταν για τη συμπεριφορά της κατά την προηγούμενη νύχτα, απέφυγε συστηματικά τον Φαέθωνα όλη την επόμενη μέρα και αν άντεχε την κλειστοφοβική της καμπίνα, θα την είχε περάσει εκεί. Κατά το μεσημεράκι όμως που έκανε τρομερή ζέστη αναγκάστηκε να ξεμυτίσει, έκατσε σε μια γωνιά, φόρεσε τ΄ακουστικά της και δε σηκώθηκε παρά μόνο για μια γρήγορη ξενάγηση σε ένα αδιάφορο οικόπεδο από τη Χρύσα. 

Η Χρύσα κάποια στιγμή κοντοστάθηκε και την κοίταξε εξεταστικά σμίγοντας τα φρύδια της. 

«Είσαι καλά;» της είπε έπειτα από λίγο.

«Μια χαρά…» απάντησε εκείνη αποφεύγοντας να την κοιτάξει.

«Δουλεύεις πολύ! Είσαι στο πιο όμορφο μέρος του κόσμου και δεν μπορείς να το χαρείς». 

«Μμμ» μουρμούρισε η Δανάη συναινώντας και απομακρύνθηκε για να τραβήξει φωτογραφίες. 

Το βράδυ διανυκτέρευσαν αρόδο σε μια παραλία της ‘Ιου. Η Δανάη δεν κατάφερε να κοιμηθεί, όλη νύχτα στριφογύριζε συνέχεια, τα σεντόνια γινόταν κουβάρι κι αναγκάστηκε κάμποσες φορές να τα τινάξει για να απλωθούν πάνω της προτού ξανατυλιχτούν σα βόας σφιγκτήρας. Εκνευρισμένη το πήρε απόφαση ότι δεν πρόκειται να κοιμηθεί και σηκώθηκε. Φόρεσε ένα μακρύ φόρεμα και το σακάκι της και βγήκε. Ησυχία επικρατούσε στο σκάφος. Κάθισε στα μεταλλικά σκαλάκια και βούτηξε τα πόδια της στο νερό, της φάνηκε ζεστό, ενώ έξω έκανε ψύχρα. Οι πρώτες αχτίδες του ήλιου άνοιξαν μια μικρή χαραγματιά στο πέπλο της νύχτας που ήταν στολισμένο με τη ζώνη της Πούλιας κι εμφανίστηκε ο Αυγερινός. Ρόδινα χρώματα απλώθηκαν και σκέπασαν σα σεντόνι τη θάλασσα και τη γη. Η Δανάη έβγαλε το σακάκι της κι αφέθηκε να γλιστρήσει μέσα σε ΄κείνη τη χρυσορόδινη γραμμή που απλώνονταν μπροστά της και την καλούσε. 

“Λάμπουνε γύρω τα βουνά, τα χέρια μου βγάνουν φωτιά…”, θυμήθηκε τους στίχους του Ελύτη καθώς άπλωνε την παλάμη της για να πιάσει το ροδόχρυσο υγρό κάνοντας το να ριγήσει από ευχαρίστηση. Ξεμάκρυνε αρκετά από το ιστιοφόρο, μα δεν την ένοιαζε, ένιωθε μαγεμένη δεν ήθελε να σκέφτεται τίποτα, παρά μόνο να ζει με όλες τις αισθήσεις της τα χρώματα του υπέρτατου ζωγράφου, τις μυρωδιές του Αιγαίου και το απαλό χάδι του νερού. Βούτηξε βαθιά και αφέθηκε να αιωρείται νικώντας τη βαρύτητα, σύντομα άρχισε να νιώθει μια μικρή ζάλη και τα πνευμόνια της να πονούν, αναθεμάτισε την εύθραυστη ανθρώπινη φύση της και πετάχτηκε με φόρα στον ζωοδότη αέρα. Ρούφηξε λαίμαργα το πολύτιμο οξυγόνο αρωματισμένο με τη ανάερη μυρωδιά των φρυγάνων και της αλμύρας και ξάπλωσε ανάσκελα αφήνοντας τις ζεστές αχτίδες να παίξουν κυνηγητό με τις σταγόνες που αργοκυλούσαν πάνω στο κορμί της ώσπου να ξανασμίξουν με τις αδερφές τους. Έκλεισε τα μάτια της κι έμεινε εκεί, να αιωρείται ανάμεσα στο ονειρικό και το πραγματικό καθώς βυθιζόταν στην απόκοσμη ησυχία του βυθού ή αναδύονταν στους ποικίλους ήχους της γης που ξυπνούσε. 

Ένα ζωηρό κυματάκι πέρασε πάνω από το κεφάλι της διαλύοντας τα μάγια, τινάχτηκε κι άρχισε να βήχει προσπαθώντας να διώξει την αλμύρα που έκανε τη μύτη της να τσούζει και τα μάτια της να δακρύζουν. Και τότε ξαφνικά την πλημμύρισαν όλοι εκείνοι οι αρχέγονοι φόβοι που βοήθησαν τους ανθρώπους να επιζήσουν, του άγνωστου, των σκιών, του ανοίκειου. Πήρε να κολυμπάει γρήγορα προς το σκάφος που κλυδωνιζόταν ελαφρά πάνω στην κεχριμπαρένια θάλασσα, τόσο κοντά και τόσο μακριά. Διέκρινε μια φιγούρα να κάθεται στο μπροστινό μέρος του σκάφους. Ξαφνιάστηκε κι έφερε τα χέρια της στα μάτια της για να τα καθαρίσει από τις αλμυρές σταγόνες. Ο Φαέθων, σκέφτηκε και ξαφνικά ένιωσε τον πανικό να τη τυλίγει, ο Φαέθων και στα χέρια του φώλιαζε η κάμερα του. Το κορμί της σφίχτηκε δεν ήθελε να του μιλήσει, ήθελε να προσποιηθεί ότι δεν τον είδε, τότε άκουσε να της λέει με στεντόρεια φωνή «Καλημέρα» και διέκρινε μια ειρωνική χροιά στη φωνή του. Να πάρει η οργή! Τι κάνει εδώ τόσο πρωί; σκέφτηκε, αλλά προτίμησε να πει μια ουδέτερη “καλημέρα” και πήρε να κολυμπά προς την άλλη άκρη του σκάφους που βρίσκονται τα σκαλοπάτια προσπαθώντας να φαίνεται ήρεμη και φυσιολογική αν και έτρεμε από το κρύο και τα νύχια της είχαν γίνει μπλαβιά.

Σαν έφθασε στα σκαλοπάτια είδε τον Φαέθωνα να στέκεται όρθιος από πάνω της και τα χείλη του να ΄χουν κυρτώσει ελαφρά σ΄ένα γλυκό χαμόγελο, κρατούσε μια μεγάλη πετσέτα. Η Δανάη πιάστηκε από τους μεταλλικούς σωλήνες και μισοαναδύθηκε από το νερό. Τα μάτια του Φαέθωνος έμοιαζαν να ΄χουν σταθεί λάμποντας από ενδιαφέρον και ευθυμία στο στήθος της. Ανασήκωσε το ένα της φρύδι κοιτώντας τον επιτιμητικά και καρφώνοντας τον με το βλέμμα της, αλλά δεν έκανε καμία προσπάθεια να καλύψει τις τεντωμένες ρώγες της που εξείχαν κάτω από το βρεγμένο και κολλημένο πάνω της φόρεμα. Ανασηκώθηκε όλη και του γύρισε την πλάτη, εκείνος της πέρασε την παχιά πετσέτα γύρω από τους ώμους λέγοντας εύθυμα «Παρουσιάζει μεγάλο ενδιαφέρον το πρωινό μπάνιο…» την ώρα που δέχονταν μια  παιχνιδιάρικη αγκωνιά.

«Δεν είσαι καθόλου κύριος!» του πέταξε η Δανάη διασκεδάζοντας.

«Επειδή θαυμάζω το ωραίο;»

«Θες να πεις ότι αυτό το γελοίο ύφος έχεις κι άμα κοιτάς την Αφροδίτη της Μήλου;»

«Χωρίς να θέλω να θίξω το υπέροχο αυτό άγαλμα, είμαι σίγουρος ότι αυτό το ύφος θα είχα κοιτώντας το μοντέλο. Απορώ πως είχε το μυαλό να συγκεντρωθεί ο γλύπτης!» 

«Στην αρχή μπορεί να ΄ναι δύσκολο, μα μετά μπαίνει η ρουτίνα στη μέση. Αν βλέπεις κάτι κάθε μέρα, όσο ωραίο και να ΄ναι στο τέλος δε σου κάνει εντύπωση», είπε η Δανάη το καθώς καθόταν στο καναπεδάκι λυγίζοντας τα γόνατα της να καλύπτουν το κορμό της και κουκουλώνοντας τα με την  πετσέτα.

«Κι εκεί μπαίνει η ψυχή…» είπε σιγανά ο Φαέθων καθώς καθόταν πιο δίπλα τοποθετώντας τα εξαρτήματα της φωτογραφικής του σε μια τσάντα. 

«Η ψυχή…» επανέλαβε η Δανάη ερωτηματικά κοιτώντας τον με ενδιαφέρον.

«Ναι, η ψυχή, η εξωτερική ομορφιά ξεφτίζει, χάνεται με το χρόνο ή τη συνηθίζεις, όπως είπες, μα η ομορφιά της ψυχή του ανθρώπου, αν υπάρχει, δεν ξεφτίζει ποτέ, δε χάνεται…»

«Μμμ» έκανε συναινετικά η Δανάη που είχε ακουμπήσει το πηγούνι της στα γόνατα της και τον κοίταγε πίσω από μια κουρτίνα με σταγόνες που είχαν σκαλώσει στις βλεφαρίδες της.

«Η πιο μεγάλη δυσκολία για έναν καλλιτέχνη δεν είναι να αποδώσει ή να πιάσει την εξωτερική ομορφιά του αντικειμένου, αλλά την ψυχή του. Να καταφέρει να τη φυλακίσει στιγμιαία σε μια εικόνα του» 

Ένα δυνατό χασμουρητό ακούστηκε από τη γυάλινη πόρτα, ο Στέφανος στεκόταν και τανυζόταν και τους κοιτούσε με βλέμμα θολό από τη νύστα. 

«Δεν είναι πολύ πρωί για φιλοσοφικές κουβέντες; Καφέ…». Η Δανάη άρπαξε την ευκαιρία και σηκώθηκε νευρική, ο Στέφανος παραμέρισε και ‘κείνη χώθηκε στο μπάνιο. Χρειαζόταν ένα ζεστό ντους, σκέφτηκε καθώς αγκίστρωνε την πετσέτα της. Έριξε μια λοξή ματιά στον καθρέφτη και συγχίστηκε, καθώς τα περιρώγια της φαινόταν καθαρά κάτω από το λεπτό βρεγμένο ύφασμα, έσυρε το κουρτινάκι κι άνοιξε το χλιαρό νερό που έπεσε καλοδεχούμενο πάνω στην παγωμένη σάρκα της.

 

Μια βλάβη τους ανάγκασε να φθάσουν πιο αργά απ΄ότι υπολόγιζαν στη Νάξο. Οπότε η Δανάη πέρασε όλη της τη μέρα ασχολούμενη με την εργασία της, αποφεύγοντας τα βλέμματα του Φαέθωνος, πράγμα δύσκολο όταν είσαι στριμωγμένος σ΄ενα τόσο μικρό χώρο και απαντώντας στις απανωτές κλήσεις του Μαρκ και της μητέρας της. Στο τέλος αναγκάστηκε να κλείσει το κινητό της για να βρει λίγη ηρεμία λέγοντας του εκνευρισμένη «We will be there, when we΄ll be there! Bye!»

Όταν επιτέλους μπήκαν στο λιμάνι της Νάξου, ένα σωρό σκάφη βρίσκονταν ήδη εκεί και το πλοίο της γραμμής άδειαζε ορδές ταλαιπωρημένων, αλλά ενθουσιασμένων τουριστών. Η διάσημη Πορτάρα τους καλωσόρισε. Η πύλη στέκεται αιώνες τώρα επιβλητική, σε μια μικρή νησίδα που ενώθηκε με μια στενή λωρίδα γης με την Χώρα, όπου διώροφα και τριώροφα λευκά σπιτάκια, με παραθυρόφυλλα βαμμένα με αποχρώσεις του μπλε είναι χτισμένα στριμωχτά ανηφορίζοντας στο μικρό λόφο με το κάστρο, που τ΄απομεινάρια του είναι εμφανή. Ο περιποιημένος κεντρικός δρόμος  που περνά από τα ριζά του λόφου είναι γεμάτος με ταβέρνες και  με χτιστά παγκάκια ανά διαστήματα από τη μεριά του λιμανιού. Σ΄ένα τέτοιο παγκάκι ξεχώρισε η Δανάη μια ψηλή μορφή με μια τούφα χρυσαφιά μαλλιά που ανέμιζε, να τους κουνά χαρωπά το χέρι του. Μια μεγάλη βαλίτσα βρίσκονταν δίπλα του. Η Δανάη ανέβηκε στο στενό πλαίσιο πίσω από το καναπεδάκι και κρατήθηκε από ένα σχοινί, καθώς κούναγε ζωηρά το χέρι της. 

Όταν επιτέλους έδεσαν, πήδηξε κυριολεκτικά έξω κάνοντας το μακρύ έντονο μπλε και με σκισίματα φόρεμα της ν΄ανεμίσει και τους ανθρώπους γύρω να την κοιτάξουν έκπληκτοι. Σίγουρα θα μοιάζω σα μαινάδα, σκέφτηκε καθώς όρμησε στην αγκαλιά του Μαρκ που τη στριφογύρισε χαρούμενος. Κρατώντας την ακόμα στην αγκαλιά του την κοίταξε βαθιά μέσα στα μάτια της, ενώ ένα πλατύ αληθινό χαμόγελο φώτιζε το πρόσωπό του.

«Είσαι καλά μικρή μου;» εκείνη του αντιγύρισε το βλέμμα, χωρίς να το καταλάβει θλίψη πλημμύρισε τα μάτια της και τα χείλη της συσπάστηκαν ελαφρά. Ο Μαρκ τη φίλησε στο μέτωπο και πέρασε τα χέρια του στα κοντοκουρεμένα της μαλλιά. 

«Όλα θα πάνε καλά… Είμαι εδώ τώρα!» της είπε σιγανά κοιτώντας τη με τα μεγάλα μελιά μάτια του. 

«Και σου είμαι τόσο ευγνώμων γι αυτό!».

«Φυσικά καλή μου, δε θα σ΄άφηνα ποτέ μόνη μέσα στη λυκοφωλιά!» και τραβώντας την ξαφνικά πίσω αναφώνησε «Φοράς φόρεμα!». Η Δανάη του χαμογέλασε παιχνιδιάρικα ανασηκώνοντας τα τόξα των φρυδιών της. 

«Hi» ακούστηκε μια μεταλλική φωνή πίσω τους. Η Δανάη γύρισε και στηριζόμενη στο μπράτσο του Μαρκ του σύστησε τη Χρύσα και τον Στέφανο. Η συζήτηση συνεχίστηκε σε χαρούμενους τόνους με τα τυπικά για την ομορφιά του τόπου, τις ευχαριστίες του που θα τον δέχονταν να τον φιλοξενήσουν για λίγες μέρες και με το να ρίχνουν εξεταστικές ματιές και να αναμετράνε κρυφά ο ένας τον άλλο. Η Δανάη έψαξε με το βλέμμα της τον Φαέθωνα, στεκόταν στο σκάφος κρυμμένος στις σκιές που έριχνε ο ήλιος που είχε κατέβει χαμηλά, μα ένιωθε το βλέμμα του παγωμένο πάνω της, πράγμα που την έκανε να ριγήσει παρόλη τη ζέστη.

Η Χρύσα ως συνήθως ανέλαβε πρωτοβουλία, φόρτωσε τη βαλίτσα στον Στέφανο να την πάει στο σκάφος και αρπάζοντας από το μπράτσο τον Μαρκ τον έστρεψε προς την  Πορτάρα. 

«Δεν πρέπει να χάσουμε το ηλιοβασίλεμα από εκεί!», είπε χαμογελώντας «Είναι μαγικό! Αλλά ας ξεκινήσουμε πρώτα από το κάστρο!» και αγνοώντας τη Δανάη τον έσυρε προς τα εκεί. Η Δανάη στράφηκε προς το σκάφος, οι δυο άντρες στέκονταν τώρα δίπλα δίπλα με τα χέρια πλεγμένα στο φουσκωμένο τους στήθος, το κορμί σφιγμένο και τα πόδια ελαφρά ανοιχτά σαν κοκόρια έτοιμα για μάχη. Της φάνηκε ότι είδε ατμούς να βγαίνουν από τα αυτιά τους. Συγκράτησε ένα χαμόγελο και γυρνώντας τους την πλάτη τάχυνε το βήμα της για να φτάσει τη Χρύσα και τον Μαρκ που είχε κοντοσταθεί και της είχε απλώσει το χέρι του. Έξαφνα η Χρύσα γύρισε και άρχισε να φωνάζει «Στέφανε, Φαέθων ελάτε! Πάμε!» χειρονομώντας έντονα. Ο Στέφανος με δυο δρασκελιές βρέθηκε δίπλα τους και ακολουθώντας το παράδειγμα της Χρύσας έπιασε τη Δανάη αγκαζέ και προχώρησαν μαζί μιλώντας περί ανέμων και υδάτων.

Πέρασαν τη στενή πύλη που είναι ανάμεσα σε μερικές ταβέρνες και χάθηκαν στα πλακόστρωτα, στενά, φιδωτά σοκάκια με μόνο οδηγό τη γνώση ότι έπρεπε ν΄ανηφορήσουν για να φτάσουν στο κάστρο. Τα σφιχταγκαλιασμένα σπιτάκια μύριζαν, ασβέστη και βασιλικό. Τα χρώματα των πορτοπαράθυρων δίνουν μια χαρούμενη νότα που επιτείνεται από τις φουντωτές, φούξια βουκαμβίλιες και τα πολύχρωμα γλαστράκια με κάθε λογής λουλούδια και μυρωδικά. Τα λευκά σπιτάκια καθώς ανεβαίνεις ψηλότερα πλέκονται με το πετρόχτιστο Ενετικό κάστρο στο μεγαλύτερο μέρος του. Ακολουθώντας το ανηφορικό μονοπάτι παράλληλα με το τείχος, στη βάση του οποίου υπάρχουν κάμποσοι αθάνατοι που απλώνουν τα πλατιά, ασημένια φύλλα τους, η παρέα έφθασε χασκογελώντας μπροστά στην λογχοειδή αψίδα που είναι η είσοδος του Ενετικού κάστρου. Η μεγάλη βαριά πόρτα με τα σιδερένια καρφιά σε καλωσορίζει ορθάνοιχτη σ΄ένα σκεπαστό πέρασμα. 

Η Δανάη στάθηκε και κοίταξε το μέρος έκπληκτη. Ο χρόνος έμοιαζε να ΄χει σταματήσει σ΄αυτό τον τόπο. Μια πόρτα στο πλάι του περάσματος σε μπάζει στο Ενετικό μουσείο, ένα κλασικό βενετσιάνικο αρχοντόπυργόσπιτο του 1207. Η Χρύσα ήταν πολύ χαρούμενη που το βρήκε ανοικτό. Περιηγήθηκαν στα δωμάτια και το κελάρι, όμως το μικρό μπαλκονάκι με θέα στο λιμάνι της Νάξου ήταν αυτό που τους τράβηξε πιο πολύ και η Δανάη το άφησε απρόθυμα μετά από το επίμονο κάλεσμα της Χρύσας. Σαν ξαναβγήκε στο σκεπασμένο χώρο απέμεινε να κοιτά μαγεμένη το οικόσημο. Το βλέμμα της πλανήθηκε πάνω στις πέτρες, πόσες ιστορίες έρωτος και αίματος να ΄χουν να πουν τούτες οι πέτρες; Έφερε το χέρι της στη μαρμάρινη παραστάδα, όπου υπάρχει μια χαραγμένη ευθεία γραμμή και την ακολούθησε απαλά με τα ακροδάχτυλα της. 

«Είναι ο βενετσιάνικος πήχης που πάνω του μετρούσαν οι πραματευτές τα υφάσματα που έφερναν στις κυρίες του Κάστρου», άκουσε πίσω της μια βαθιά φωνή να της λέει. Γύρισε έκπληκτη και τα μάγουλα της βάφτηκαν άλικα καθώς αντίκρισε τον Φαέθωνα. 

«Μας βρήκες…». 

«Για την ακρίβεια, σε βρήκα…», είπε τονίζοντας το, σε «Οι άλλοι δε φαίνονται πουθενά», είπε κάνοντας ένα γύρω με το βλέμμα του. Η Δανάη του χάρισε ένα ντροπαλό χαμόγελο.

«Προχώρησαν από δω…» έκανε δείχνοντας του ένα στενό καλντερίμι. Βρέθηκε δίπλα της και πήραν να περπατάνε αγγίζοντας ελαφρά ο ένας τον άλλο αμίλητοι. Ο Φαέθων σταμάτησε να τραβήξει φωτογραφία. Η Δανάη τον κοίταζε πως στύλωσε το κορμί του, σταμάτησε ν΄ανασαίνει και προσπάθησε να συγκεντρωθεί, έπειτα από λίγο τα παράτησε χωρίς το πολυπόθητο κλικ. Εκείνη τον κοίταξε ερωτηματικά. 

«Κάτι λείπει…» της είπε σιγανά κουνώντας ελαφρά το κεφάλι του πράγμα που έκανε τα δαχτυλίδια των μαλλιών του να πέσουν μες στα μάτια του. 

«Τι;». Εκείνος την κοίταξε για λίγο αμίλητος βαθιά μέσα στα μάτια. «Χρειάζομαι μια ανθρώπινη παρουσία». Η Δανάη κοίταξε γύρω της αλαφιασμένη, δεν υπήρχε ψυχή. Ο Φαέθων δεν περίμενε απάντηση, την τράβηξε μπροστά σε μια σκαλίτσα. 

«Κάτσε» της είπε γλυκά, μα μ΄ένα τόνο που δε δεχόταν αντιρρήσεις. Ένα σακί πατάτες θα κάθονταν με πιο μεγάλη χάρη, σκέφτηκε η Δανάη, καθώς καθόταν πάνω στα χλιαρά από τον ήλιο σκαλοπάτια. Να πάρει! Το φόρεμα έχει υπερβολικά μεγάλα ανοίγματα σκέφτηκε έντρομη, καθώς εκείνο ανασηκώθηκε αφήνοντας τα πόδια της στο πλάι ακάλυπτα ως τη βάση του κορμού σχεδόν. Το τράβηξε άτσαλα, ένιωθε σαν αγρίμι στο κλουβί, έψαχνε με το βλέμμα της διέξοδο, μα ήξερε καλά πως ήταν παγιδευμένη. Τότε είδε τον Φαέθωνα να γονατίζει μπροστά από μια γλάστρα κι άκουσε το κλικ κλικ καθώς η προσοχή του είχε στραφεί στα λουλούδια. Ανακουφισμένη που τελικά δε χρειάστηκε να κάνει το μοντέλο και που βρήκε αλλού έμπνευση, έγειρε πίσω και ακούμπησε στην κοκκινωπή πόρτα. 

Υπάρχει κάτι το ιδιαίτερο σ΄αυτόν τον τόπο, σκέφτηκε καθώς παρατηρούσε το στενορύμι, το κυκλωμένο με ψηλούς πέτρινους τοίχους, τις παλιές φθαρμένες πόρτες με τα μαρμάρινα υπέρθυρα και τα σκαλιστά οικόσημα, ενώ πιο πέρα φθαρμένα σοβατισμένα σπίτια είχαν πάρει το χρώμα της τερακότας. Η ζέστη της ημέρας που αναδυόταν από τις πέτρες και το απόμακρο κλικ κλικ της μηχανής την έκαναν να κλείσει τα μάτια και να χαλαρώσει το κορμί της. Όταν πια ξανάνοιξε τα μάτια της είδε τη μηχανή να στοχεύει αυτήν κι αναπήδησε ξαφνιασμένη. Ο Φαέθων ανασήκωσε τους ώμους του χαρίζοντας της ένα εκτυφλωτικό χαμόγελο. 

«Πάμε;» τη ρώτησε μαλακά, εκείνη του ‘γνέψε ξεφυσώντας εκνευρισμένη και σηκώθηκε απότομα, πράγμα που την έκανε να ζαλιστεί.

«Είσαι καλά;» τη ρώτησε ο Φαέθων σπεύδοντας προς το μέρος της αναστατωμένος από το χλωμό πρόσωπο της.

«Μια χαρά… », ψιθύρισε κι ένιωσε το χέρι της να λιώνει μέσα στη δροσερή παλάμη του, ενώ το άλλο του χέρι τυλιγόταν γύρω από τη μέση της. 

«Σηκώθηκα απότομα, δεν είναι τίποτα…», διαμαρτυρήθηκε, μα δεν άντεχε να τον αποδιώξει. Ο Φαέθων συνέχισε να την κρατά σα να μην ήθελε να την αφήσει, παρόλο που το χρώμα είχε πια επανέλθει στα μάγουλα της. Το μόνο που δεν έλεγε να επανέλθει στη φυσιολογική της κατάσταση ήταν η καρδιά της, που χτύπαγε σαν τρελή. 

    Άκουσαν τη φωνή της Χρύσας από κάπου κοντά και χώρισαν μάλλον απρόθυμα για να την ακολουθήσουν. 

«Άντε βρε Δανάη! Πού στο καλό χάθηκες;», τη μάλωσε η Χρύσα αντικρίζοντας τη στη στροφή και ξαφνικά βλέποντας το αμήχανο ύφος της ξέσπασε σε γέλια. 

«Α, για κοιτάτε ποιον μας φέρνει!», είπε ο Στέφανος και έτρεξε προς το φίλο του και τον χτύπησε μαλακά στην πλάτη. Η Δανάη έτρεξε να φωλιάσει στο πλάι του Μαρκ, εκείνος όμως δεν κουνήθηκε, δεν την αγκάλιασε, μόνο έμεινε πετρωμένος, μα σε εγρήγορση να κοιτά συνοφρυωμένος και με σφιγμένο στόμα τον Φαέθωνα που είχε πλησιάσει μιλώντας με τον Στέφανο. Η Δανάη έπιασε το μπράτσο του Μαρκ και τον κοίταξε εξεταστικά, ένιωθε το κορμί του γεμάτο ένταση σα να ΄ταν έτοιμο να εκραγεί και η ανάσα του έβγαινε σαν ένας ελαφρύς συριγμός. Ο Φαέθων που τους είχε πλησιάσει μιλώντας ακόμα με τον Στέφανο, τους έριξε ένα πλάγιο, έντονο βλέμμα κάτω από τις βλεφαρίδες του που έκανε τις τρίχες της να ορθωθούν και τους προσπέρασε. Ένιωσε το χέρι του Μαρκ να ψάχνει το δικό της και του το δώσε με ανακούφιση, γέρνοντας να τον ακουμπήσει ελαφρά. Το ανασηκωμένο χνούδι του τη γαργάλησε, είχε αναριγήσει κι αυτός.

Η Δανάη ήταν πολύ ευγνώμων για την παρουσία του Μαρκ εκεί. Στους μήνες που γνωρίζονταν ο Μαρκ είχε υπάρξει μέντορας, έμπιστος συμβουλάτορας και καλός φίλος. Ο μεγάλος αδερφός που ποτέ δεν είχε. Αν και πολύ αμφέβαλε για το αν άμα είχε αδερφό, θα ΄χε ποτέ αυτή τη σχέση βαθιάς κατανόησης και πίστης. Ο Μαρκ είχε το εξαιρετικό χάρισμα της ενσυναίσθησης και μπορούσε να διακρίνει αμέσως τη σκοτεινή πλευρά των ανθρώπων, μα και τα κίνητρα τους. Η Δανάη απ΄την άλλη αν και ήταν επιφυλακτική με τους ανθρώπους ποτέ δεν μπορούσε να διακρίνει τα κίνητρα πίσω από τη συμπεριφορά τους και λεγόμενα τους. Εμπιστεύονταν την κρίση του με κλειστά μάτια και μέχρι τώρα δεν την είχε ποτέ απογοητεύσει. Ο Μαρκ είχε αναλάβει και το ρόλο του δασκάλου, της δίδασκε διπλωματία και πώς να προστατεύεται από την κακία και την υστεροβουλία των αγριμιών που την περιτριγύριζαν στη μεγάλη εταιρεία που δούλευε, χωρίς να σηκώνει τείχη και να απομονώνεται όπως συνήθιζε να κάνει ώσπου να τον γνωρίσει. Εκείνος είχε αναλάβει με χαρά τον ρόλο του φύλακα αγγέλου της, όπως συνήθιζε να τον λέει η Δανάη, κάνοντας τον να γελάει σαρδόνια.

Η βόλτα τους κατέληξε στη μικρή νησίδα που ενωμένη μ΄ένα στενό πέρασμα με την Χώρα φιλοξενεί την Πορτάρα, το στιβαρό, μαρμάρινο πλαίσιο πόρτας που στέκει ορθό στους αιώνες για να θυμίζει ένα ναό που δεν τελείωσε ποτέ. Η Πορτάρα βαφόταν με απαλούς πορτοκαλοκόκκινους ζεστούς τόνους από τον ήλιο που βρισκόταν μια ανάσα από το να χαθεί. Ο τόπος ήταν γεμάτος ζωή, σα μια χαοτική, πολύβουη κυψέλη, ένα πολύχρωμο και πολυποίκιλο πλήθος που μιλούσε, σκουντούσε, χαχάνιζε, ονειροπολούσε, αγκαλιαζόταν, φιλιόταν και τραβούσε φωτογραφίες και μέσα σ΄όλους αυτούς τώρα στέκονταν και η μικρή παρέα. 

Ο Μαρκ συγκράτησε τη Δανάη πίσω και μόλις τους είδε τους άλλους να μπλέκονται μέσα στο πλήθος την παρέσυρε μέχρι τα κοντινά βραχάκια.

«Είναι πανέμορφα!», είπε απαλά κοιτώντας τη φιγούρα της Πορτάρας έναντι του πύρινου ουρανού. Η Δανάη συμφώνησε άηχα. Της κρατούσε το χέρι τόση ώρα που το νιώθε ότι είχε αρχίσει να μουδιάζει. Εκείνος ελευθέρωσε το χέρι της απρόθυμα και κάρφωσε τα μάτια του σιωπηλός στα δικά της, έπειτα αφήνοντας ένα μικρό αναστεναγμό κάθισε σ΄ένα μικρό βραχάκι. Η Δανάη τον κοίταξε μπερδεμένη και αναποφάσιστη.  

«Έλα κάτσε εδώ…» είπε εκείνος χτυπώντας  τα γόνατα του παρατηρώντας τη να σφίγγει ασυναίσθητα τις άκρες του φορέματος της στις χούφτες της. Του έριξε ένα συγκρατημένο χαμόγελο και μαλακά ακούμπησε πάνω τους. «Μμμ παχύναμε λίγο βλέπω!» είπε πειραχτικά ο Μαρκ  και ένα μικρό γελάκι της ξέφυγε. 

«Ορίστε σου ΄κανα και το χατίρι, μου τη λες κιόλας!» τον πείραξε με τη σειρά της η Δανάη. 

«Μμμ πολλά πράγματα που σου έλεγα έκανες. Φόρεσες φόρεμα, πήρες βάρος, βάφτηκες… Μόνο που, τίποτα απ΄αυτά δεν έκανες για το δικό μου χατίρι…» είπε μελαγχολικά εκείνος. Η Δανάη κατέβασε το βλέμμα της στα γόνατα της, ένιωθε σαν παιδί που το μαλώνουν. Έμειναν έτσι κάμποση ώρα ώσπου ο Μαρκ πέρασε τα χέρια του στη μέση της και την έσφιξε, έπειτα ακούμπησε το σαγόνι του στην ωμοπλάτη της κι έμειναν και οι δυο να κοιτάνε τον ολοστρόγγυλο πύρινο δίσκο που έσβηνε μες στη θάλασσα βάφοντας τη στα χρώματα της φωτιάς, πορφυρό και πορτοκαλί με λεπτές γραμμές στο χρώμα του καδμίου. Τα χρώματα του δειλινού απλώθηκαν στο νησί και το τύλιξαν σε μια ζεστή άχλη. Η Δανάη ανασηκώθηκε μαγεμένη σα ν΄αδημονούσε να γευτεί τη γλύκα της νύχτας που πλησίαζε. Τ΄ονειροπόλημα της διέκοψε ένα ζευγάρι χέρια που τυλίχθηκαν σφιχτά γύρω από τους ώμους της. Ξαφνικά ένιωσε άβολα. Δε συνήθιζε τέτοιου είδους αγκαλιές ακόμα και με τον Μαρκ, ένιωθε να σκάει, μα τι στο καλό τον είχε πιάσει; Αναρωτήθηκε. 

«Εμείς πρέπει να μιλήσουμε», της ψιθύρισε απαλά κι εκείνη του ‘γνεψε συνοφρυωμένη. Η μαγεία είχε διαλυθεί. Η Δανάη αναστέναξε και γύρισε προς το μέρος του περιμένοντας μια από ΄κείνες τις μεγάλες αναλύσεις του, όπου καθόταν με τις ώρες και τις ανέλυε το ιστορικό των γεγονότων, κινήσεων και λεγόμενων. 

«Λοιπόν σχετικά με τη δουλειά, πιστεύω ότι η Χρύσα είναι εντάξει. Δε συμπαθεί την Εύη και πρέπει να την προσεγγίσουμε ανοιχτά για να ζητήσουμε τη βοήθεια της. Πράγμα που θα εκτιμήσει. Όσο πιο γρήγορα τελειώσουμε από εδώ, τόσο πιο γρήγορα θα μπορέσουμε να γυρίσουμε πίσω, στην αγαπημένη σου δουλειά για να μπορέσεις αναπόσπαστη να ετοιμάσεις την  παρουσίαση σου και…», τα ΄πε όλα χωρίς ανάσα, πράγμα που έκανε τη Δανάη να γουρλώσει τα μάτια έκπληκτη. Αγνόησε ένα μικρό σπαρτάρισμα που ένιωσε σαν της είπε ότι θα γυρίσουν γρήγορα πίσω και τον ρώτησε δειλά. 

«Δηλαδή πιστεύεις πως η Χρύσα θα μας βοηθήσει;» Εκείνος της έγνεψε καταφατικά

«Θα της μιλήσω σήμερα κιόλας» Η Δανάη έμεινε με την κουβέντα στο στόμα καθώς τον είδε να τσιτώνει και να κοιτάει έντονα κάπου πίσω της. Σα γύρισε το κεφάλι αντίκρισε τον Φαέθωνα να κατηφορίζει συνομιλώντας με μια πιτσιρίκα ανατολικής καταγωγής, πιο δίπλα πιασμένοι χέρι χέρι κατέβαιναν η Χρύσα με τον Στέφανο χασκογελώντας. Η Δανάη κοίταξε πάλι τον Φαέθωνα που τώρα χαμογελούσε πλατιά στη μικρή που τον κοιτούσε με θαυμασμό. Τίναξε το κεφάλι της ενοχλημένη και γυρνώντας στο Μαρκ του είπε απότομα.

«Εντάξει, μίλα της σήμερα, να τελειώνουμε!» και χωρίς άλλη κουβέντα προχώρησε ανάμεσα στα βραχάκια για το μονοπάτι που στέκονταν και οι άλλοι.

Η μικρή παρέα συνέχισε να περπατά χωρίς βιασύνη στον παραλιακό δρόμο χωρισμένη σε δυάδες. Ο Μαρκ την κρατούσε πάλι σφιχτά από το μπράτσο και έχοντας βρει το παλιό του εαυτό ξεκίνησε να κάνει μια χαμηλόφωνη ανακεφαλαίωση όλων των πληροφοριών που είχαν για την  κατάσταση. Η Δανάη τον άκουγε μηχανικά, ενώ στο βάθος του μυαλού της ήταν δοσμένη στις δικές της σκέψεις, όταν ένιωσε σα να ελάφρυνε ξαφνικά, σαν ένα βάρος να φύγε από πάνω της, κάτι που την κρατούσε μαγκωμένη και τσιτωμένη τόση ώρα. Πήρε μια βαθιά ανάσα και τίναξε τη φράντζα από το πρόσωπο της. Κάτι λείπει…  Ασυναίσθητα κοίταξε πίσω της εκεί που τόση ώρα βρίσκονταν ο Φαέθων με τη μικρή να τιτιβίζει στ΄αγγλικά σέρνοντας τα φωνήεν της. Δεν ήταν εκεί! Μια ξαφνική έξαψη έκανε τα μάγουλα της να κατακλυστούν μ΄αχνιστό αίμα σαρώνοντας το μέρος με το βλέμμα της. Είδε την πλάτη του Φαέθωνος που βρίσκονταν μπροστά σ΄ένα σταντ με καρτ ποστάλ. Η όμορφη Ασιάτισσα με τα λεπτεπίλεπτα χαρακτηριστικά που έμοιαζαν σαν ένας επιτήδειος καλλιγράφος να τα ‘χε ζωγραφίσει με μελάνι πάνω σε λευκό μετάξι του μίλαγε χαμογελαστή γέρνοντας πάνω του. Μια βαθιά ρυτίδα ανησυχίας  χάραξε το μέτωπο της. Μια ανησυχία που δυσκολευόταν να ελέγξει. Ο Μαρκ είχε σταματήσει να μιλάει και την κοιτούσε με μάτια που πέταγαν σπίθες, οι πυκνές καμπύλες των φρυδιών του χαρασσόταν από μια βαθιά γραμμή σα κεραυνός. Συνέχισαν ως το σκάφος αμίλητοι. Η Χρύσα τους περίμενε στην άκρη της πασαρέλας. Τους κοίταξε απορημένη για λίγο και μετά ξαναγύρισε στο συνηθισμένο εύθυμο ύφος της.

«Θα΄σαι κουρασμένος, η Δανάη θα σου δείξει πως να κάνεις ένα μπανάκι, έχεις πετσέτες;» και χωρίς να περιμένει απάντηση συνέχισε το μονόλογο της. «Θα σου φέρω μερικές καθαρές, εδώ είναι η κουζίνα, το ψυγείο ανοίγει έτσι…» είπε πατώντας το κρυφό κουμπί

«Ότι θέλεις μπορείς να το πάρεις ελεύθερα, μην ντραπείς!» Ο Μαρκ έριξε μια γρήγορη ματιά στο εσωτερικό του ψυγείου. 

«’Οπως βλέπεις δεν πρέπει να υπάρχει πιο οργανωμένο και καθαρό ψυγείο, χάρη στη Δανάη» είπε τραγουδιστά η Χρύσα 

«Δεν έχεις δει το δικό της» χαμογέλασε εκείνος, «Έπαθα σοκ την πρώτη φορά» και άρχισαν και οι δυο να γελάνε δυνατά. Η Δανάη τους έριξε ένα έντονο βλέμμα μισοκλείνοντας προειδοποιητικά τις βλεφαρίδες της και βγήκε πάλι στο εξωτερικό σαλονάκι αφήνοντας τους μόνους τους, άλλωστε φαίνεται να τα ΄χαν βρει. Το βραδινό αεράκι χάιδεψε το πρόσωπο της, έφερε τα χέρια της στα μάγουλα της, ήταν ακόμα ζεστά. Το πολύχρωμο συνονθύλευμα ανθρώπων που έκαναν βόλτα στην  προκυμαία τράβηξαν την προσοχή της, σύντομα συνειδητοποίησε ότι κάποιον έψαχνε ανάμεσα τους κι αναστενάζοντας άνοιξε το λάπτοπ της εκνευρισμένη με τη σκέψη και βυθίστηκε στον ανακουφιστικό κόσμο της εργασίας της.

 

Μοιράσου το!

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Τα βιβλία μας

Φευγάτος
Αλέξανδρος Κουτρούλης - Φευγάτος
Ελευθερία Τσιντάρη - Χωρίς την ελπιδα
Μαργαρίτα Τσεντελιέρου - Το Μυστικό

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook