Ο γιός του ήλιου ΧΙΙ

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Προηγούμενο

 

Αφού αποχαιρέτησαν την Χρύσα στο αεροδρόμιο ο Φαέθων και η Δανάη έκαναν μια μεγάλη βόλτα στο λιμάνι του Αδάμαντα πιασμένοι χέρι-χέρι. Αυτό και αν ήταν κάτι πρωτόγνωρο για τη Δανάη που δεν ήταν συνηθισμένη να επιδεικνύει οποιοδήποτε συναίσθημα δημοσίως, πόσο μάλλον τη συναισθηματική ή σωματική της σχέση της με κάποιον. Την ώρα που ο Φαέθων αγόραζε κάποιο ανταλλακτικό για το σκάφος η Δανάη χάζευε κοιτώντας τη βιτρίνα ενός μικρού κοσμηματοπωλείου.
«Ποιο σ ΄αρέσει;» τη ρώτησε ο Φαέθων πλησιάζοντας και χαμογελώντας της πλατιά.
«Απλά χαζεύω».
«Δεν έχει τίποτα της προκοπής;»
«Όχι, όμορφα είναι, μα να, σκέφτομαι ότι θα καταλήξουν όπως όλα, στο κουτί. Δεν πολυφορώ κοσμήματα…».
«Είναι, γιατί δεν είναι από χέρι», της είπε εκείνος και την παρέσυρε μέσα στο μικρό μαγαζάκι. Η Δανάη διάλεξε ένα μικρό κολιέ με δελφίνια. Της θύμιζαν τα δελφίνια που ακολουθούσαν το σκάφος τους σ ΄όλη τη διαδρομή από τη Σίφνο ως τη Μήλο και ο Φαέθων δεν την άφησε να το πληρώσει.
«Ούτε να το συζητάς! Είπαμε ότι για να φοράς κάτι πρέπει να είναι από χέρι! Είναι για να με θυμάσαι», της είπε και της το φόρεσε στο λαιμό.
«Λες και θα μπορούσα ποτέ να σε ξεχάσω…», του ψιθύρισε η Δανάη καθώς γύρισε και τον κοίταξε βαθιά μέσα στα υγρά γαλανά μάτια του. Ο Φαέθων της χαμογέλασε αχνά και χάιδεψε μαλακά τη γραμμή του σαγονιού της προτού τη φιλήσει.
Όταν επέστρεψαν στο σκάφος ο Φαέθων ξεκίνησε προετοιμασίες απόπλους.
«Φεύγουμε κι όλας;» τον ρώτησε σαστισμένη. Εκείνος της έγνεψε θετικά κοιτώντας την πονηρά.
«Έχει πανσέληνο απόψε… Η πανσέληνος του Αυγούστου θεωρείται η πιο όμορφη!»
Κατευθύνθηκαν προς το Σαρακήνικο με μια στάση στ’ ανοιχτά για ν ‘απολαύσουν τον πύρινο δίσκο που βουτούσε μέσα στη θάλασσα, η οποία κατέληξε ν ‘απολαμβάνουν ο ένας τον άλλον, ελεύθεροι πια από κάθε περιορισμό.
«Ούρλιαξε, μωρό μου, ούρλιαξε όσο θες! Δεν υπάρχει ψυχή γύρω! Κανείς δε θα σε σώσει από τα χέρια μου…» της είπε βραχνά ο Φαέθων, κοιτώντας τη να δαγκώνει τα χείλη της και να σφίγγει τα μάτια της. Η Δανάη έγειρε πίσω το κεφάλι της και ούρλιαξε όπως δεν είχε ουρλιάξει ποτέ. Ο Φαέθων την κοίταγε ευχαριστημένος και συνέχισε αργά να βυθίζεται και ν ‘αναδύεται. Στην αρχή η Δανάη έμεινε ακίνητη, ξέπνοη σύντομα όμως η ανάσα της άρχισε να γίνεται πάλι κοφτή.
«Σ ‘αρέσει, μωρό μου;» της ψιθύρισε ο Φαέθων και έκανε το ρυθμό του πιο γρήγορο απολαμβάνοντας τις εκφράσεις της. Η Δανάη ένιωσε ένα κύμα να θεριεύει μέσα της που έψαχνε δίοδο να ξεχυθεί, να τα σαρώσει όλα, δεν όριζε πια το κορμί της.
«Αχ!», βόγκηξε βραχνά με μια φωνή που δεν αναγνώριζε. «Αχ… μμμαρρρ!» ούρλιαξε πάλι και άφησε το εσωτερικό της κύμα ελεύθερο που έσμιξε με του Φαέθωνα. Ξάπλωσαν και οι δύο πλεγμένοι σφιχτά σαν πλεξίδα καραβόσχοινου στο δίχτυ του καταμαράν με τα χρώματα του ηλιοβασιλέματος να βάφουν τα νοτισμένα σώματα τους, ενώ το You & I των Scorpions ακουγόταν από το ραδιόφωνο. Οι πορτοκαλόχρυσοι τόνοι έδωσαν τη θέση τους σε πιο βαθύ μπλε, σαν τα μάτια του Φαέθωνα, σκέφτηκε η Δανάη που έχοντας μισοβγεί από το λήθαργο των σκέψεων γύρισε να τον κοιτάξει. Το βλέμμα του όμως που φαινομενικά έμοιαζε να ΄ναι στυλωμένο στην Αφροδίτη που τρεμόπαιζε στο στερέωμα ήταν σκληρό και σκοτεινό.
«Τι έχεις;» του ψιθύρισε μην μπορώντας να κρύψει την ανησυχία της.
«Τίποτα, μωρό μου…», έκανε εκείνος και τα μάτια του γλύκαναν δίνοντας της ένα φιλί. Η αλήθεια όμως είναι ότι τα λόγια της λίγο πριν έρθει σε οργασμό τον είχαν προβληματίσει. Η Δανάη άθελά της είχε θίξει την ανδρική του περηφάνια και τώρα που είχε πάρει την απόφαση του μπορούσε ήρεμος ν ΄απολαύσει την αγκαλιά της. Θα ΄κάνε αυτήν τη γυναίκα να χτυπιέται στο όνομα του, αντί να φωνάζει, τ΄ όνομα του Μαρκ την ώρα του οργασμού. Ασυναίσθητα ο Φαέθων έκανε ένα στιγμιαίο μορφασμό ικανοποίησης. Όμως και το μυαλό της Δανάης που είχε πια αρχίσει να επανακτά την ικανότητα συλλογισμού, χάρις την ησυχία και τη σωματική απραξία, έτρεχε τώρα με ιλιγγιώδη ταχύτητα, ξεκινώντας από μια γρήγορη αποτίμηση αυτού που μόλις έζησε, εκεί κάπου τρύπωσαν οι αμφιβολίες της για το πόσο καλή ήταν η ίδια με την ελάχιστη πείρα της, όταν στιγμιαία έπιασε το μορφασμό ικανοποίησης του Φαέθων που ήταν σα να της απαντά, μετά η σκέψη της πλανήθηκε στους παλιούς, άγαρμπους στην πλειοψηφία τους εραστές της. Κανείς, κανείς ως τότε δεν της είχε προσφέρει τόση ικανοποίηση, ήταν σαν ο Φαέθων να ΄ξέρε τι ήθελε κάθε στιγμή, σα να διάβαζε το μυαλό της, ένιωσε τα μάγουλα της να φλογίζονται στη θύμηση των ηχητικών ξεσπασμάτων της, τι ανόητη να φωνάζει «Μ ΄αρέσει…», σκέφτηκε και έτριψε το πρόσωπό της στο στέρνο του για να κρύψει το ρόδισμα.
Ο Φαέθων σηκώθηκε λίγο μετά δίνοντας της ένα παθιασμένο φιλί, μάταια η Δανάη προσπάθησε να τον συγκρατήσει, να περάσουν λίγη ώρα ακόμη αγκαλιά, εκείνος της έριξε ένα μυστηριώδες βλέμμα και έβαλε πλώρη για τον προορισμό τους. Έφθασαν στο Σαρακήνικο την ώρα που ανέτειλε πάνω από τα βράχια στην πασαρέλα τ ‘ουρανου η Σελήνη, οι δυο τους έμειναν αγκαλιασμένοι ν ‘ατενίζουν τη μικρή μαγευτική σφαίρα, αιώνια τώρα πιστή φίλη και αρωγός των ερωτευμένων, να υψώνεται αργά στον ουρανό αλλάζοντας αποχρώσεις και στέλνοντας τ ΄αδύναμο αργυρό φως της να δώσει μια μυστηριακή ζωή στα λευκά γλυμένα βράχια. Η Δανάη έβλεπε το ασημένιο μονοπάτι να μακραίνει, να πλαταίνει και ν ‘απλώνεται ως τα πόδια της, την καλούσε να το περπατήσει, να βυθιστεί στη μαγεία του. Σηκώθηκε και περπάτησε ως την άκρη του σκάφους αγνοώντας το κλικ της μηχανής πίσω της, ένα ελαφρύ, αλμυρό αεράκι τη χάιδεψε κάνοντας τη να ριγήσει. Ο Φαέθων βλέποντας τη σ ΄έκσταση χαμογέλασε και ξαφνικά σηκώθηκε και βούτηξε μέσα στο ασημένιο, παλλόμενο υγρό πιτσιλώντας τη. Πριν το καταλάβει η Δανάη βρέθηκε δίπλα του. Πόσο πολύ δρόμο είχε κάνει μέσα σε τούτες τις λίγες μέρες! Υπερίσχυσε του τρόμου της για το άγνωστο, νίκησε τη φυσική της συστολή, ξεπέρασε τον πανικό της μπροστά στο καινούργιο, θριάμβευσε έναντι του φόβου της αποτυχίας… Μα το βασικότερο έμαθε ν ‘απολαμβάνει όλα εκείνα τα μικρά πράγματα που νοστιμεύουν τη ζωή μας, το γλυκό άρωμα ενός αρωματικού φυτού, την αίσθηση του βελούδινου νερού, καθώς περνάει τα ακροδάχτυλα της από μέσα του, το κυνηγητό των ατάκτων σύννεφων, τη γλυκιά μελωδία ενός ερωτευμένου αηδονιού μες στην αγκαλιά της νύχτας… Απομυζούσε ξανά, εν γνώση της αυτήν τη φορά, ό,τι της πρόσφερε η ζωή ως την τελευταία ρανίδα. Ξάφνου η αγαπημένη φράση της μάνας της κάθε φορά που τελείωνε το φαγητό της “Μην αφήνεις τη δύναμη σου!” πήρε νέο νόημα, να βρίσκεις την ομορφιά μέσα στα συντρίμμια, την αχτίδα μέσα στο σκοτάδι, την ελπίδα μέσα στην απόγνωση, να μην ξεχνάς τη δύναμη σου! Και η Δανάη είχε επιτέλους γίνει πιο δυνατή, ο πατέρας της θα ήταν περήφανος γι ‘αυτή.
Η Δανάη και ο Φαέθων κολυμπούσαν μαγεμένοι, λες και μια μακρινή δύναμη τους τραβούσε κοντά της, στο ασημοστρωμένο μονοπάτι γελώντας χωρίς λόγο. Σαν κουράστηκαν άρχισαν να κολυμπάνε προς τα βράχια που φεγγοβολούσαν ασημένια, μυστηριακά. Κάθισαν σ ‘ένα κοίλωμα αγκαλιασμένοι χωρίς να μιλάνε. Καμιά τριανταριά μέτρα πιο πέρα μια παρέα απολάμβανε το θέαμα πίνοντας μπύρες και ήταν τόσο το φως που μπορούσαν να τους δουν καθαρά. Η Δανάη γύρισε να κοιτάξει τον Φαέθωνα, τα μάτια του έμοιαζαν λες και είχαν βαφτεί ασημιά, στο χρώμα του υδραργύρου. Ακολούθησε τη γραμμή του σαγονιού του αργά, νιώθοντας την υγρή και τραχιά από τα γένια που την αγκύλωναν. Έβλεπε τον πόθο του να σιγοκαίει και ένιωθε πιο ζωντανή, πιο ελεύθερη, πιο γεμάτη από ποτέ και όλα τα χρωστούσε σ ΄αυτόν. Ο Φαέθων με τη σειρά του ακούμπησε τα δάχτυλα του στα χείλη της και έπειτα χάιδεψε απαλά το κάτω με τον αντίχειρα του, ενώ με το άλλο χέρι του την έσφιξε πάνω του και άρχισε να θωπεύει τα οπίσθια της ανασηκώνοντας το κοντό, βρεγμένο φόρεμα της. Με τα χείλη του ρουφούσε και έγλυφε το λαιμό της κάνοντας τη να σπαρταρά. Η Δανάη κοίταξε πάνω από τον ώμο του ανήσυχη την παρέα πιο πέρα, καθώς έκανε φιλότιμες προσπάθειες να μην ακουστεί. Ο Φαέθων της έριξε ένα πονηρό χαμόγελο. Μα δεν την άφησε σε ησυχία τα δάκτυλα του περιδιάβαιναν το κορμί της, σύντομα η ανάσα της επιταχύνθηκε, τα πόδια της τρεμούλιασαν και αισθανόταν σα να τη χτυπούσαν αλλεπάλληλα κύματα hδονής. Κατέβαλε φανερή προσπάθεια να μην ακουστεί, το κορμί της όμως την πρόδιδε κύρτωσε κι έμεινε ακίνητο για λίγο, καθώς τα νύχια της μπήχτηκαν στη σάρκα του, τα κύματα γιγαντώθηκαν και την ώρα που έγειρε στ΄αυτί της ο Φαέθων στέλνοντας τη ζεστή του ανάσα να χαϊδέψει το λοβό της, ήταν σα να πάτησε το κουμπί που πυροδότησε την εντυπωσιακή της έκρηξη με την κραυγή της να ακούγεται σαν από τα βάθη της γης. Πριν προλάβει να πάρει ανάσα ο Φαέθων μπήκε μέσα της, το κύμα γιγαντώθηκε ξανά και έσπασε λες πάνω στα βράχια σκορπίζοντας το είναι της σε μικρές σταγόνες που κραύγαζαν το όνομα του, πράγμα που είχε άμεση ανταπόκριση στον Φαέθωνα που αφέθηκε σ΄ έναν ηχηρό οργαsμό. Εξαντλημένη κουλουριάστηκε δίπλα του κι εκείνος την τράβηξε πάνω του. Για ώρα η Δανάη προσπαθούσε να βρει την ανάσα της, μέσα στη ζάλη της μια ερώτηση τριγυρνάνε στο μυαλό της, αν ήταν αληθινό όλο αυτό που έζησε, αισθανόταν τ ΄αποτελέσματα, ζάλη, μούδιασμα, εξάντληση, δίψα, τ΄ αυτιά της βούιζαν, ήταν όμως αληθινό;
«Ποιο, μωρό μου;» ακούστηκε ήρεμη και με μια χροιά ευχαρίστησης η φωνή του Φαέθωνος, είχε ρωτήσει δυνατά.
«Δεν έχω ξαναζήσει κάτι τέτοιο», είπε σιγανά εκείνη σα να μίλαγε στον εαυτό της «Άλλη μια πρώτη…» μονολόγησε
«Ποιες ήταν οι άλλες;» ρώτησε ο Φαέθων με περιέργεια.
«Ολόκληρη λίστα…» είπε νυσταγμένα η Δανάη.
«Πες μου» την παρότρυνε, ενώ αισθάνθηκε το στήθος του Φαέθωνα να φουσκώνει αδιόρατα και θέλησε να τον πειράξει.
«Μμμμ, ας πούμε, ότι ποτέ πριν δεν είχα ξαναδεί τόσο μικρό…», είπε όσο πιο σοβαρά μπορούσε προσπαθώντας να μη χαμογελάσει και σήκωσε το χέρι της, κυρτώνοντας τα δάκτυλα της για του δείξει πόσο.
«Μικρό;», είπε εκείνος με προσποιητή σοβαρότητα.
«Α χα, τοσοδούλικο»
«Τοσοδούλικο εε;», πρόσθεσε εκείνος αφήνοντας μια χροιά ευθυμίας να φανεί. Η Δανάη συμφώνησε μ ‘ένα συγκατανευτικό ήχο κι ένα μειδίαμα τρεμόπαιξε στα χείλη της.
«Ώστε έτσι, γι΄αυτό ούρλιαζες πριν λίγο;»
«Μμμ για να μη σε αποπάρω»
«Για να μη με αποπάρεις εε; Νομίζω ότι τότε θα πρέπει εγώ, με τον τοσοδούλη και τα μαγικά μου δάχτυλα ν ’αποσυρθώ…»
«Αχ μη!» έκανε τάχα έντρομη «Μη, τα μαγικά δάχτυλα!»
«Α ώστε έτσι εε;»
«Για χάρη τους μπορώ ν ‘ανεχτώ άλλο ένα μικροσκοπικό δαχτυλάκι!», είπε γελώντας η Δανάη και δίνοντας του ένα σκαστό φιλί βούτηξε στο νερό. Ο Φαέθων την ακολούθησε διασκεδάζοντας.

Η εβδομάδα κύλησε γρήγορα και σ’ αυτήν προστέθηκε άλλη μια, μα η Δανάη ήξερε καλά ότι το τέλος πλησίαζε και δεν μπορούσε άλλο να το αποφεύγει. Μέσα σε τρεις βδομάδες έζησε όσα δεν είχε ζήσει, έζησε το όνειρο, μπάνιο στο σεληνόφως, τραγούδια γύρω απ’ τη φωτιά, ανεμελιά… Γεύτηκε τον έρωτα και εξερεύνησε τον εαυτό της, τις ομορφιές του Αιγαίου και των Κυκλάδων ως άλλος Σαρακήνος και όλα αυτά μαζί με τον άντρα που αγαπά. Γιατί τώρα ήταν σίγουρη, δεν ήταν απλά ερωτευμένη, τον αγαπά και αυτό τη φόβιζε περισσότερο και από τα βάθη της θάλασσας. Τον φόβο να μην πληγωθεί δεν είχε καταφέρει να τον νικήσει και αυτός ο φόβος την κυρίευε όλο και πιο συχνά. Η Χρύσα της είπε πριν φύγει ότι ο Φαέθων αποδιώχνει εκείνους που αγαπά, το ίδιο όμως έκανε πάντα και η Δανάη. Όσο και αν φαίνεται παράξενο γι’ αυτήν ήταν ένας τρόπος άμυνας το να σταματά εκεί που είναι λιγότερος ο κίνδυνος να πληγωθεί κάποιος, ιδίως αυτή, να μένει πάντα στις όμορφες αναμνήσεις, προτού έρθουν οι καυγάδες και η σήψη της σχέσης. Να μην δίνεται ολοκληρωτικά, να κρατάει ένα κομμάτι του εαυτού της καλά φυλαγμένο. Δεν μπορούσε να παραδοθεί άνευ όρων.
Ο Άντονι, η προηγούμενη μεγάλη σχέση της, έλεγε ότι είναι λες και είχε φορέσει μια πανοπλία. Όσες φορές και αν της έλεγε ότι την αγαπά, ότι θέλει να το πάνε πιο σοβαρά, ότι νοιάζεται γι ΄αυτήν, όσες φορές και αν τη διαβεβαίωνε ότι δεν πρόκειται να την πληγώσει τα λόγια του δεν έφθαναν ποτέ σ ΄αυτήν, δεν άγγιζαν την καρδιά της, ούτε καν το μυαλό της. Τα λόγια του ήταν σα βροχή που έπεφτε πάνω στην καλογυαλισμένη πανοπλία της και κυλούσαν, σούρωναν και χάνονταν.
Όχι, η Δανάη δεν μπορούσε να επιτρέψει να πληγωθεί και ήταν βέβαιο γι’ αυτήν πια ότι αυτό θα συνέβαινε αν συνεχίσουν. Έπρεπε να κρατήσει απόσταση. Ο Φαέθων είναι απρόβλεπτος, λατρεύει την ελευθερία του και την ανεξαρτησία του, τη φύση, την ανεμελιά, ζει σ ΄έναν τελείως διαφορετικό κόσμο από τον δικό της, έναν πανέμορφο κόσμο, αλλά δεν είναι ο δικός της… Δεν μπορούσε να του ζητήσει να τον εγκαταλείψει και ποτέ δε θα μπορούσε να συμβιβαστεί αν της το ζητούσε. Ήταν ευγνώμων για ότι έζησε, θα στηριζόταν σ ΄αυτά και θα πήγαινε παρακάτω, ήταν αρκετά δυνατή για να κάνει αυτό ή έτσι πίστευε, αλλά όχι τόσο ώστε να του εμπιστευτεί την καρδιά της, να τον αφήσει να σαρώσει τα όνειρα της.
Ο Φαέθων πλησίασε από πίσω της και την αγκάλιασε.
«Μείνε, άλλη μια βδομάδα, μόνο…», εκείνη έγνεψε αδιόρατα αρνητικά. «Λίγες μέρες;» έκανε παρακλητικά εκείνος.
«Και πάλι, θα πρέπει κάποτε να φύγω, δεν μπορούμε να το αναβάλλουμε επ’ αόριστον», είπε ψυχρά μ ΄έναν κυματισμό συναισθηματισμού που θα ‘θελε να πέρναγε απαρατήρητος.
«Γιατί δεν έρχεσαι μαζί μου, στον γύρο του κόσμου;»
«Αυτό είναι το δικό σου όνειρο Φαέθων και πρέπει να το ζήσεις. Δεν είναι όμως το δικό μου…»
«Και ποιο είναι το δικό σου; Να δουλεύεις από το πρωί ως το βράδυ σ ένα κωλογραφείο; Η ζωή είναι πολύ μικρή για να τη χαραμίσεις…» και η φωνή του έσπασε, ενώ γύρισε το βλέμμα του αλλού. Η Δανάη αναστέναξε και προτίμησε να μην απαντήσει.
«Αύριο φεύγω, σήμερα όμως είμαι εδώ μαζί σου…» του είπε σιγανά προσπαθώντας να μη σκέφτεται τον κόμπο που είχε σταθεί στο λαιμό της και έγειρε πάνω του δίνοντας του ένα υγρό φιλί.
«Ακόμη και αν δεν μείνεις για μένα, πώς μπορείς να φύγεις με τη θέληση σου από ένα τέτοιο μέρος;», τη ρώτησε με αγωνία κάνοντας μια τελευταία προσπάθεια και δείχνοντας της γύρω της τα λευκά κυβόσχημα σπιτάκια, τις καμάρες και τρούλους από τις εκκλησίες, που χρύσιζαν κάτω από το χάδι των τελευταίων ακτίδων του του θεού Ήλιου. Κόσμος είχε αρχίσει να μαζεύεται στις ταράτσες και στους μύλους της Οίας. Ο ήλιος ετοιμαζόταν να τους αποχαιρετήσει φορώντας την πιο ζωηρόχρωμη χρυσωπή φορεσιά του. Ο Φαέθων την παρέσυρε μέσα στα στενορύμια όπου ξεραμένα φούξια άνθη βουκαμβίλιας χόρευαν παρασυρμένα από το ελαφρύ αεράκι σ ΄ένα νωχελικό στριφογυριστό χορό. Φτάσανε σ ΄ένα μικρό τιρκουάζ πορτόνι, το οποίο ο Φαέθων άνοιξε με δυσκολία. Κατέβηκαν μερικά σκαλιά, χωθήκαν μέσα σ ΄ένα στενό πέρασμα με μικρές καμάρες πάνω από το κεφάλι τους και συνέχισαν μέσα από φιδογυριστά σοκάκια.
«Έχεις ιδέα που πάμε;», τον ρώτησε κάποια στιγμή η Δανάη, καθώς φαινόταν να περνάνε μέσα από τις αυλές σπιτιών, μα εκείνος δεν της απάντησε, μόνο της έδειξε μια μικρή έρημη ταράτσα μπροστά τους από την οποία είχαν άπλετη θέα προς την Οία και το ηλιοβασίλεμα.
Η Δανάη απέμεινε να κοιτάει εκστατική τον ολοστρόγγυλο δίσκο που άλλαζε φορεσιές σαν αναποφάσιστος αυτοκράτορας προτού βυθιστεί στην θερμή αγκαλιά της αιώνιας ερωμένης του. Ένα μεγάλο ξύλινο ιστιοφόρο με ολάνοιχτα πανιά περνούσε νωχελικά πάνω από το φωτεινό στραφταλιστό χαλί που απλώνονταν στη θάλασσα ως τον ήλιο. Ο Φαέθων την αγκάλιαζε σφιχτά τόσο που η Δανάη ένιωθε την καρδιά του να χτυπά δυνατά στο στήθος του. Γύρισε και τον κοίταξε με λατρεία. Οι τελευταίες ακτίνες του ήλιου έπαιζαν κρυφτό μέσα στους μπούκλες του δίνοντας τους χρυσαφιές, ρόδινες και βερμιγίον αποχρώσεις σαν να είχαν πιάσει φωτιά. Ένιωθε να καίγεται και όρμησε στα υγρά χείλη του για να σβήσει για λίγο τη φλόγα που την κατέκαιγε.

Ο Φαέθων την κοίταγε σοβαρός και έσμιξε τα φρύδια με δυσαρέσκεια.
«Αυτό έχεις μόνο;»
«Αυτό είχα όταν ήρθα, αν και τώρα κουβαλώ ένα χαλασμένο λάπτοπ» είπε δεικτικά η Δανάη. Ο Φαέθων μειδίασε.
«Και τα ρούχα σου;»
«Δε μου χρειάζονται εκεί που θα πάω. Κράτα τα μπορεί να τα χρειαστεί η επόμενη…», είπε και του χαμογέλασε βεβιασμένα. Ο Φαέθων κοίταξε τα παπούτσια προσπαθώντας να κρύψει τον εκνευρισμό του και είπε μέσα από τα δόντια του «Να δώσεις τα χαιρετίσματα μου στον Μαρκ…» Τα μάτια του είχαν γίνει δύο σχισμές και το κορμί του ήταν σφιγμένο, καθώς έκανε να πάρει την τσάντα, αλλά η Δανάη του γνέψε να την αφήσει και είπε γλυκά «Θα του τα πω». Ένα γρύλισμα ακούστηκε.
«Πάμε;», είπε περιμένοντας τον στη μέση της πασαρέλας, την ακολούθησε με βήμα βαρύ.
«Θα ξαναγυρίσεις στον Μαρκ;» τη ρώτησε σπάζοντας τη σιωπή καθώς περπατούσαν στην προκυμαία.
«Δεν μπορώ να ξαναγυρίσω…» ένας σιγανός αναστεναγμός ανακούφισης ακούστηκε. «Γιατί ποτέ δεν είχαμε κάτι πέρα από φιλία με τον Μαρκ…» Εκείνος την κοίταξε έκπληκτος «Αν και όταν ήρθε εδώ…». Η Δανάη έκανε να σηκώσει το χέρι της για να σταματήσει ένα διερχόμενο ταξί, όμως ο Φαέθων της έπιασε το χέρι κι έκατσε μπροστά της κοιτώντας τη στα μάτια.
«Τι εννοείς; Ότι είστε φίλοι;» Η Δανάη αναστέναξε υποτιμητικά κι έκατσε σ ‘ένα τσιμεντένιο πεζούλι που έκαιγε. Τώρα φορούσε τα ρούχα με τα οποία είχε έρθει, έμοιαζε με τη Δανάη που ήξερε πάντα, με τη Δανάη που είχε έρθει πριν τρεις ΄βδομάδες για δουλειά, με τα μαλλιά της χτενισμένα αυστηρά προς τα πίσω, μόνο που ήταν πιο μαυρισμένη, πιο σίγουρη για τον εαυτό της.
«Ούτε εσύ μου φαίνεται δίνεις και πολύ σημασία στα λεγόμενα της αδερφής σου! Ειδάλλως θα το ήξερες ήδη ότι με τον Μαρκ είμαστε απλοί φίλοι. Τον τελευταίο καιρό βέβαια είχαμε γίνει πιο στενοί και εγώ τον θεωρούσα κάτι σα τον αδερφό που δεν είχα, ίσως γιατί τον θεωρούσα γκέι…» Το σαγόνι του Φαέθωνος κρέμασε από την έκπληξη. «Όταν ήρθε εδώ μου είπε ότι είναι ερωτευμένος μαζί μου και παραλίγο να… Αλλά δεν. Ο Μαρκ ξέρει για μας, του το ‘πα, μου ‘πε ότι δεν τον νοιάζει, γιατί στο τέλος θα ΄μάστε μαζί μιας και αυτός είναι ο άντρας που χρειάζομαι δίπλα μου. Ίσως να ΄χει δίκιο, δεν ξέρω. Ξέρω όμως ότι πρέπει να φύγω πια και θα φύγω. Απλά θέλω να ξέρεις πως για μένα δεν ήσουν μια περιπέτεια του καλοκαιριού. Για μένα είσαι πολλά παραπάνω, καταρχάς με έκανες γυναίκα!», είδε τα μάτια του να γουρλώνουν και βιάστηκε να συνεχίσει «Όχι, δεν ήμουν παρθένα, δεν ήμουν όμως και ιδιαίτερα έμπειρη, όπως θα κατάλαβες…» τον κοίταξε μέσα από τις βλεφαρίδες της που είχε μείνει ακίνητος σα βράχος κι έστεκε από πάνω της απειλητικός, στέγνωσε τις ιδρωμένες τις παλάμες στο παντελόνι της, ξεροκάταπιε και συνέχισε το μονόλογο της κοιτώντας τα παπούτσια της. «Ανέραστη με φωνάζατε κάθε φορά που μιλάγατε για μένα…» τον είδε να κουνά αμήχανα τα πόδια του και γύρισε να τον κοιτάξει χαμογελώντας αχνά. «Όλα ακούγονται, σα μένεις σε σκάφος. Δεν είμαι όμως, είμαι;» τον ρώτησε με τσαχπινιά. Εκείνος της έγνεψε αρνητικά «Όχι, μωρό μου, δεν είσαι»
«Απλά δεν είχα γνωρίσει τον κατάλληλο…» συμπλήρωσε αυτή μ ΄ενα πλατύ χαμόγελο «Θέλω να πω ότι για μένα υπήρξες εραστής, δάσκαλος, ο Πυγμαλίωνας μου αν θες. Μου έδειξες έναν καινούργιο κόσμο, έναν πανέμορφο, ονειρικό, ανέμελο κόσμο, αλλά αυτός δεν είναι ο κόσμος μου. Τελοσπάντων αυτό που θέλω να σου πω είναι, σ ‘ευχαριστώ πολύ! Σ ευχαριστώ για όλα! Μακάρι να υπήρχε κάποιος τρόπος να στο ξεπληρώσω, επιφυλάσσομαι όμως…», είπε ζωηρά η Δανάη, τινάχτηκε πάνω του έδωσε ένα ρουφηχτό φιλί και τον προσπέρασε τρέχοντας σχεδόν προς ένα ταξί που είχε σταθεί πίσω του.
«Δανάη!» έκρωξε ο Φαέθων και η Δανάη γύρισε και τον κοίταξε με υγρά μάτια.
«Αντίο!» του φώναξε κλείνοντας την πόρτα πίσω της κι εκείνος δεν κατάφερε να βγάλει μιλιά. Το ταξί ξεκίνησε σπινιάροντας στο καυτό οδόστρωμα. Η Δανάη έγειρε το κεφάλι της πίσω κι έκλεισε τα μάτια σε μια απέλπιδα προσπάθεια να συγκρατήσει τα δάκρυά της. Αυτό ήταν τελείωσε, έτσι απλά τελείωσε, σκέφτηκε και ο κόμπος δεν έλεγε να φύγει, ενώ ένιωθε το στομάχι της να ΄χει δεθεί κόμπο. Τότε χτύπησε το κινητό της και μηχανικά απάντησε με μια βραχνή φωνή «Εμπρός;»
«Θα με θυμάσαι;» άκουσε τη φωνή του βραχνή με μια χροιά συναισθηματισμού.
«Για όσο αναπνέω…» του είπε και τα δάκρυα ελευθερώθηκαν.
«Έτσι θα μου το ξεπληρώσεις… Αντίο Δανάη!», είπε ο Φαέθων και έκλεισε. Πώς θα μπορούσε ποτέ να είναι αυτό το τέλος; αναρωτήθηκε η Δανάη φθάνοντας έξω από την σκούρα μπλε πόρτα του σπιτιού της στο Λονδίνο και χαϊδεύοντας το κολιέ με τα δελφίνια που της έκανε δώρο.

Μοιράσου το!

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Τα βιβλία μας

Φευγάτος
Αλέξανδρος Κουτρούλης - Φευγάτος
Ελευθερία Τσιντάρη - Χωρίς την ελπιδα
Μαργαρίτα Τσεντελιέρου - Το Μυστικό

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook