Μια σταγόνα ιδρώτα έτρεξε κατά μήκος του αυχένα του. Η Κέιτυ την σταμάτησε, αγγίζοντας την ανεπαίσθητα καθώς έτρεχε στη σπονδυλική του στήλη. Η σταγόνα έγινε καλός αγωγός ηλεκτρικού ρεύματος ανάμεσα στο σώμα του Σαμ και το δικό της, οι αισθήσεις της τεντώθηκαν – τον ήθελε ξανά κι ας ήταν μόνο λίγα λεπτά που την είχε κάνει δική του, δεν θα τον χόρταινε ποτέ. Ποτέ. Τον μύρισε αχόρταγα, έγλειψε και δάγκωσε το δέρμα στην κλείδα του, τα χέρια της έσφιξαν τους γλουτούς του. Το αγόρι της. Ο άντρας της. Ο σύντροφος, ο άνθρωπος της. Γύρισε προς το μέρος της, της σήκωσε τον μηρό, την κόλλησε στον τοίχο και μπήκε μέσα της βίαια, σαν να μην ήταν μόλις 10 λεπτά που είχε τελειώσει μέσα της. Σαν να ήταν ξανά, η πρώτη τους φορά. Όπως πριν 2 χρόνια.

2 χρόνια και 4 μήνες πριν, τον Απρίλη του 1937 ένας νέος άντρας έφτασε στο Έβανσβιλ της Ιντιάνα, από την Λαφαγιέτ της ίδιας πολιτείας. Τον υποδέχτηκε ο Τζώρτζ Μίλλερ, εξέχουσα προσωπικότητα της πόλης και μέτοχος στην νεοσύστατη εταιρία διαχείρισης πόρων του σιδηροδρομικού σταθμού, καλός φίλος του δημάρχου Νέηθαν Φόρεστ. Εκείνο το βράδυ ο Σαμ δείπνησε με τον Μίλλερ, τον δήμαρχο, τον αντιδήμαρχο και τον Γουίλιαμ Φιτζγουότερ, υποψήφιο Γερουσιαστή και μεγάλο γαιοκτήμονα της περιοχής. Συζητήθηκαν πολλά, ανάμεσα τους και ο διορισμός του νέου άντρα ως υπεύθυνου πολιτικού γραφείου του Φιτζγουότερ. Ο Σαμ Σίμμονς δεν ήταν ένας τύχαιος άνδρας. Είχε φτάσει στην πόλη με υψηλες συστάσεις και οι άνδρες της ομήγυρης είχαν άνωθεν εντολές για την προστασία και την ένταξη του στον κοινωνικό ιστό της πόλης τους. Είχε πολλά να προσφέρει. Όλη του τη ζωή τον προετοίμαζαν για αυτή τη θέση και αυτόν το ρόλο.

Η αποδοχή του από τους ντόπιους δεν ήταν δύσκολη. Δεν ήταν μόνο ότι είχε τη στήριξη των τοπικών αρχόντων. Δεν ήταν μόνο η δεινότητα του στις δημόσιες σχέσεις, οι καλοί του τρόποι, η ευγλωττία του. Ήταν κυρίως το παρουσιαστικό του. Στα 27 του χρόνια, απλά ακτινοβολούσε. Τα κοντοκομμένα καστανόξανθα μαλλιά του, τα καταγάλανα μάτια του με τις πυκνές βλεφαρίδες, τα δυνατά του χέρια με τα λεπτά δάκτυλα, το γεροδεμένο κορμί. Το χαμόγελο του. Η φωνή του. Ο Σαμ Σίμμονς δεν ήταν ένας άνδρας που περνούσε απαρατήρητος. Από κανέναν. Και σίγουρα δεν άφηνε αδιάφορες τις γυναίκες του Έβανσβιλ.

Η Κέιτυ Φόρεστ, ανηψιά του δημάρχου και πραγματική καλλονή ήταν μία από τις γυναίκες που γοήτευσε ο Σαμ. Και δεν αναλώθηκε σε άλλες. 4 μήνες μετά την υποδοχή του από τους προεστούς, ο Σαμ πήρε την παρθενιά της δεσποινίδος Φόρεστ στον κήπο της έπαυλης του δημάρχου, ανήμερα των γενεθλίων της συζύγου του και θείας της Κέιτυ. Η νέα γυναίκα δεν περίμενε πως η πρώτη της φορά θα ήταν στα τέσσερα, στο χώμα, σα σκυλί με τον εκλεκτό του θείου της να της τραβάει τα προσεκτικά χτενισμένα μαλλιά, να της χτυπάει με λύσσα τα κωλομέρια και να την αποκαλεί σκύλα. Όπως και δεν φανταζόταν ποτέ πως θα φώναζε από ηδονή και θα απολάμβανε την κτηνώδη επαφή τους τόσο ακραία, τόσο έντονα. Μα, ο Σαμ δεν ήταν τυχαίος, ήταν ο εκλεκτός. Λίγες μέρες αργότερα ζήτησε το χέρι της από τον θείο της που ένευσε καταφατικά με ικανοποίηση. Δεν είχε γιο, ο Σαμ θα γινόταν το δεξί του χέρι, ο συνεχιστής του, το μέλλον του τόπου και θα ενσάρκωνε όλες τις φιλοδοξίες του φίλου του, του υποψήφιου γερουσιαστή Φιτζγουότερ. Ήταν το ‘χρυσό αγόρι’ της Ιντιάνα. Ο αρραβώνας έγινε με όλες τις τιμές και ο γάμος έγινε 2 χρόνια αργότερα σύμφωνα με το πρωτόκολλο. Πολλές κοπέλες έκλαψαν, ο Σαμ Σίμμονς είχε σπείρει πόθους μα δεν έκανε λάθη. Θέριζε μόνο τους οργασμούς της Κέιτυ. Δεν είχε κανείς να του προσάψει τίποτα. Ήταν πιστός, εργατικός, ο άνδρας που όλες θα ήθελαν για σύζυγο ή εραστή και όλοι για αδερφό, γιο ή συνεργάτη.

Ήταν 12 τα μεσάνυχτα. Η Κέιτυ άφησε επιτέλους τον νέο της σύζυγο να σηκωθεί από το κρεβάτι. Του γουργούρισε λίγο μουτρωμένη
– Μα, είναι ο μήνας του μέλιτος!
– Θα λείψω για λίγες ώρες. Πρέπει.
– Μου λείπεις κάθε λεπτό.
– Και μένα. Αλλά πρέπει.
Της χαμογέλασε. Έμοιαζε με άγγελο. Ήταν τόσο όμορφος, η Κέιτυ ανατρίχιασε, ένιωσε στιγμιαία πως δεν είναι άξια για έναν τόσο υπέροχο σύζυγο. Μα εκείνος την καθησύχασε με ένα βαθύ φιλί. Τα μπλε μάτια του φώτιζαν το σκοτεινό δωμάτιο, έμοιαζε σαν ένα πλάσμα από άλλο κόσμο, ντυμένος στα λευκά. Ο άγγελος της. Ο εκλεκτός. Το καμάρι και ο πρώτος ιππότης του τάγματος του. Φόρεσε την κουκούλα και τις χάιδεψε το γυμνό στήθος, του φίλησε το χέρι και τον καμάρωσε να βγαίνει από το σπίτι. Τον περίμεναν στην πόρτα, ο δήμαρχος, ο αντιδήμαρχος, μέλη του δημοτικού συμβουλίου, ο γιατρός Τέηλορ, ο διευθυντής της κεντρικής τράπεζας του Έβανσβιλ και ο υποψήφιος γερουσιαστής Φιτζγουότερ. Άναψαν τους πυρσούς. Το Τάγμα ξεκίνησε.