TheBluez.gr » 😱 The TerrorBluez! » Ο εραστής

Ο εραστής

«Αρετή» άκουσε κάποιον να της ψιθυρίζει μέσα στο αυτί.

«Μμμμ;» έκανε μισοκοιμισμένη

«Αρετή» ξανάκουσε τη μαλακή φωνή και ένιωσε ένα απαλό χάδι στο αυτί.

«Τι ναι;» ρώτησε μ’ ένα εκνευρισμένο τόνο. Απάντηση δεν πήρε. Το μυαλό της σκοτείνιασε και ετοιμάστηκε να βυθιστεί στον πολυπόθητο ύπνο.

«Αρετή μου;»

«Τι θες ρε Γιώργο;» ρώτησε εκνευρισμένη υψώνοντας τη φωνή της.

«Εεε; ρε χμμ τι;» ακούστηκε κάτι ακατάληπτο από δίπλα της.

Γύρισε πλευρό εκνευρισμένη. Το κουρασμένο της κορμί έψαξε να βρει μια στάση να το βολεύει. Σαν πεφταστέρια, πέρασαν μερικές ασύνδετες εικόνες και λιγοστές σκέψεις από το νου της. Η συνονόματη γιαγιά στο νοσοκομείο. Το παλιό σπίτι στο βουνό. Μοιάζετε πολύ, λέει ο Γιώργος κοιτώντας τη φωτογραφία της. Η άρνηση της να φύγει από το σπίτι. Σαν ιεροσυλία της φάνηκε που επέμενε ο Γιώργος να κοιμηθούν στο δωμάτιο της. Μια κλειδωμένη πόρτα. Η γιαγιά πέθανε.  Ο άντρας. «Ποτέ να μην ξαναμπείς εδώ! Τ’ ακούς; Ποτέ!» της φωνάζει η γιαγιά της καθώς την τραβολογά και γυρνά το κλειδί στην κλειδαριά.

Ένιωσε το κορμί του να κουμπώνει πάνω της. Πέρασε το χέρι του και την αγκάλιασε σφιχτά. Ο θυμός της εξανεμίστηκε. Το φιλί του στον λαιμό της την έκανε να ριγήσει, παγωμένο μα τρυφερό. Τα πάντα σώπασαν.

Η επόμενη μέρα ήταν γεμάτη. Όσο η Αρετή καθάριζε το σπίτι και μάζευε τα πράγματα της γιαγιάς της, ο Γιώργος είχε αναλάβει την αυλή και τις μικροεπισκευές. Το βράδυ πήγαν βόλτα στα στενά καλντερίμια και κάθισαν στο μικρό καφενεδάκι του χωριού. Της φάνηκε σαν να μην είχε αλλάξει τίποτα μεταξύ τους. Το κρασί τους είχε προκαλέσει ευφορία και γύρισαν πιασμένοι χέρι – χέρι. Μα, σαν ξάπλωσαν, ο Γιώργος της γύρισε την πλάτη και αποκοιμήθηκε. Η Αρετή τον κοίταξε απογοητευμένη και έσβησε το φως.

Ένα χάδι, που ξεκίναγε από τα δάκτυλα των ποδιών της και ανέβαινε αργά μα σταθερά στον αστράγαλο της, την ξύπνησε.  Το χάδι συνέχισε ακολουθώντας τη γραμμή της γάμπας της.  Χαμογέλασε. Το άγγιγμα του ταξίδεψε σε όλο της το κορμί. Το στόμα του βεντούζωσε στο λαιμό της και η γλώσσα του ζωγράφιζε πάνω στις φλέβες της. Ξαφνικά τον ένιωσε να τη γυρνά, να τραβά το εσώρουχο της και να χώνει το πρόσωπο του ανάμεσα στα πόδια της. Δε θυμάται ποτέ στα τόσα χρόνια μαζί,  να ‘χε ξανακάνει κάτι τέτοιο. Στο δωμάτιο επικρατούσε απόλυτο σκοτάδι. Η ανάσα της βάρυνε. Έκλεισε τα μάτια και αφέθηκε.

«Αρετή!» άκουσε τη φωνή του τραβηγμένη και σαστισμένη.

Ένα φως άναψε. Πετάρισε τα μάτια της. Ο Γιώργος δίπλα της την κοιτούσε ξαφνιασμένος, στηριγμένος στον αγκώνα του.

«Τι έγινε; Τι έκανα;» τον ρώτησε μπερδεμένη.

«Δεν ξέρω, βόγκαγες. Εφιάλτη έβλεπες;» τη ρώτησε και έγειρε πίσω στο μαξιλάρι του.

«Εεε; Μάλλον» ψέλλισε σαστισμένη.

«Δε σε έχω ξανακούσει να κάνεις έτσι» της είπε νυσταλέα και της γύρισε την πλάτη.

Δεν έχω ξαναζήσει κάτι τέτοιο, σκέφτηκε εκείνη με μια δόση πικρίας προσπαθώντας να ηρεμήσει τις ξαναμμένες της αισθήσεις.  Ήταν κάτι πρωτόγνωρο και είχε την αίσθηση ότι ήταν πολύ αληθινό, αν και κάπως παράξενο.  Ανατρίχιασε και τράβηξε πιο ψηλά την κουβέρτα. Τότε το ένιωσε, το κορμί που κούμπωνε πάνω στο δικό της τέλεια. Το χέρι του  πέρασε πάνω από τα μπράτσα της και την αγκάλιασε. Χαμογέλασε ελαφρά και ένιωσε το κορμί της να χαλαρώνει. Μια φωνή  της ψιθύρισε «Αγάπη μου»

Ένιωσε την καρδιά της να αναπηδά στο στήθος της, καθώς έπνιγε μια κραυγή. Πετάχτηκε πάνω και ψαχούλεψε να βρει το φως. Τα μάτια της άνοιξαν διάπλατα, τυφλωμένα από το σκοτάδι και ο ιδρώτας πάγωσε το κορμί της. Ο Γιώργος ροχάλισε ελαφρά στα δεξιά της.

«Αρετή μου» ακούστηκε πάλι η απαλή ερωτική φωνή.

«Ποιος είναι εκεί;» ψιθύρισε τρομοκρατημένη.

«Μα ποιος άλλος, καρδιά μου; Εγώ, ο αιώνιος σκλάβος σου»

Η ανάσα της κόπηκε.

Κλικ. Το χέρι της είχε πέσει πάνω στον διακόπτη. Το φως πλημμύρισε το άδειο δωμάτιο. Ο Γιώργος έσφιξε τα βλέφαρα του και κάτι μουρμούρισε. Η Αρετή πέταξε τα σκεπάσματα και βγήκε τρέχοντας έξω από την πόρτα. Ασυναίσθητα γύρισε το κλειδί πίσω της.

Το χάραμα τη βρήκε στη μικρή αυλή. Τυλιγμένη με μια κουβέρτα, κοιτούσε τις πρώτες ακτίνες φωτός να περνάν σαν αόρατα πινέλα και να γεμίζουν χρώματα και σχήματα τη φύση γύρω της.  Είχε καταφέρει να διακωμωδήσει το φόβο της και τώρα ένιωθε ανόητη. Όλα ήταν ένα όνειρο, επαναλάμβανε συχνά μέσα της. Ανέβηκε με αποφασιστικό βήμα στο πάνω πάτωμα. Στάθηκε έξω από τη βαριά ξύλινη πόρτα και αφουγκράστηκε, προτού γυρίσει το κλειδί. Ο Γιώργος κοιμόνταν ήσυχος στο παλιό, μεταλλικό κρεβάτι. Κοίταξε γύρω της το λιτό δωμάτιο. Υπήρχε μόνο μια παλιά ντουλάπα,  μια καρέκλα, μια ξεθωριασμένη λιθογραφία και το κουτί από το εικονοστάσι, που έκλεινε μ ‘ένα μικρό λουκέτο. Ακόμα δεν είχε καταφέρει να βρει το κλειδί.

Προχώρησε μερικά βήματα και στάθηκε αναποφάσιστη στη μέση του δωματίου. Το κορμί της ρίγησε και αισθάνθηκε σαν κάποιος να την κοιτούσε. Το βάρος που ένιωσε ξαφνικά στο δεξί της ώμο την έκανε να τιναχτεί μπροστά και να πέσει πάνω στο κρεβάτι. Γύρισε και κοίταξε πίσω της,  μα δεν υπήρχε  τίποτα.

«Γιώργο!» τραύλισε προσπαθώντας να διατηρήσει την ψυχραιμία της και του σκούντησε το πόδι. Εκείνος δεν κινήθηκε.

«Γιώργο;» ύψωσε τώρα την φωνή της αρκετά. Σταγόνες ιδρώτα  εμφανίστηκαν στο μέτωπο της.  Ανέβηκε πιο ψηλά στο κρεβάτι και άρχισε να τον σκουντά στην πλάτη, κοιτώντας γύρω της με γουρλωμένα μάτια, που έτσουζαν από τις σταγόνες που κυλούσαν πια, σαν τη βροχή στο παγωμένο τζάμι. Ο Γιώργος δεν αντέδρασε καθόλου. Πριν προλάβει να φρικάρει εντελώς, τον είδε! Είχε γείρει από πάνω της και την κοιτούσε. Βυθίστηκε στο μαύρο των ματιών του, που έλαμπαν σαν τα γυάλινα ματάκια από τις κούκλες. Το λευκό διάφανο σχεδόν πρόσωπο του πλαισιώνονταν από ένα στεφάνι ανυπότακτων βοστρύχων.

«Σου το ‘χω ξαναπεί, δεν αντέχω να σε μοιράζομαι» της ψιθύρισε με την αέρινη φωνή του. Το φιλί του τη βρήκε απροετοίμαστη. Ένιωσε μια έκρηξη μέσα της, σαν όλες οι σκέψεις της, οι φόβοι της, οι αναστολές, τα πρέπει, το φυσιολογικό και το αφύσικο να έγιναν σπίθες,  που φώτισαν για λίγο το είναι της και μετά έσβησαν πέφτοντας άψυχες και σκόρπισαν, καθώς της έκανε έρωτα.

***

Ανακοπή αποφάνθηκε ο ιατροδικαστής για τον Γιώργο. Λίγες βδομάδες μετά το θάνατο του, η Αρετή μετακόμισε μόνιμα στο σπίτι, στο χωριό.

Αναστασία Χ

Πώς σας φάνηκε αυτή η ιστορία;

Πατήστε πάνω σε ένα αστέρι για να την βαθμολογήσετε!

Μέση βαθμολογία / 5. Αριθμός ψήφων:

Αφού σας άρεσε...

Ακολουθήστε μας στα social media!

TheBluez Guest

Αφήνω εδώ μια ιστορία, λίγες σκέψεις, δυο κουβέντες. Είμαι επισκέπτης, αναγνώστης, ένας φίλος, μια παρέα.
TheBluez Guest

Latest posts by TheBluez Guest (see all)

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *