Ο εφιάλτης

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

“Μαμά μαμά μαμά μαμά!”

Κάθε βράδυ τα ίδια. Κάθε βράδυ η ίδια τσιρίδα, κάθε βράδυ ένα μικρό κοριτσάκι με σγουρά μαλλιά και φωνή που τρυπάει τοίχους. Κάθε βράδυ.

Ο άντρας κρύφτηκε γρήγορα μέσα στις σκιές της ντουλάπας. Ήξερε ότι η μητέρα, με τα ίδια σγουρά μαλλιά και τα ίδια τεράστια μάτια θα ερχόταν, θα άνοιγε την πόρτα της ντουλάπας, θα κοιτούσε γύρω και θα έλεγε στο κοριτσάκι το ίδιο πράγμα που της έλεγε κάθε φορά.

“Δεν υπάρχει απολύτως τίποτα μέσα στην ντουλάπα. Αλήθεια αγάπη μου, αν θες έλα να δεις και μόνη σου, δεν υπάρχει κανείς.”

Και πώς να πιστέψει κανείς άλλωστε ένα παιδί ούτε πέντε χρονών; Ειδικά όταν αυτό που βλέπει είναι “Ένας άντρας ψηλός και σαν κοράκι μαμά, αλλά έχει πλοκάμια αντί για χέρια!”

Τον είχαν ψεκάσει πολλές φορές με το ‘μαγικό υγρό για τα τέρατα’ – νερό με πράσινο καραμελόχρωμα, γιατί μόνο το πολύχρωμο νερό είναι μαγικό. 

Ήταν ενοχλητικό, αλλά ο άντρας δεν μπορούσε να κάνει αλλιώς. Προσπαθούσε πάντα να μένει κρυμμένος καλά στις σκιές, αλλά τα παιδιά τα βλέπουν όλα. Ειδικά τα παιδιά με τα μεγάλα μάτια και τη ζωηρή φαντασία.

“Κρίμα, πάλι την τρόμαξα.” σκέφτηκε. Αν μπορούσε θα το άλλαζε, αλλά δεν γινόταν. Έπρεπε να βγαίνει πού και πού. Και συνήθως ήταν και πολύ προσεκτικός, έβγαινε μόνο όταν ήταν σίγουρος πως το κορίτσι κοιμόταν βαθιά.

Αλλά τα όνειρα έχουν έναν πολύ περίεργο τρόπο να ξεδιπλώνονται και πάντα κάπως, κάπου, εκείνος και εκείνη κατέληγαν στο όνειρό της, άθελά τους. Πάντα εναλλάξ, ποτέ μαζί. Όπως και εκείνη τη νύχτα.

Περίμενε να περάσει λίγη ώρα και όταν άκουσε την πόρτα από το δωμάτιο της μητέρας να κλείνει, βγήκε δειλά από την ντουλάπα και προχώρησε προσεκτικά στο κέντρο του δωματίου.

Εκεί υπήρχε ένα σημείο που φωτιζόταν τόσο πολύ από το γεμάτο φεγγάρι. Κι εκείνη λάτρευε το γεμάτο φεγγάρι. Έλεγε ότι της θύμιζε την εποχή που ήταν κι εκείνη μικρό κορίτσι. Κι εκείνος, μην ξέροντας αν υπήρχε όντως τέτοια εποχή και μη θέλοντας να τη στεναχωρήσει, δεν τη ρωτούσε και πολλά.

“Πάλι σε είδε, την τρόμαξες. Είσαι απρόσεκτος.” Η φωνή της ήταν πάντα μαλακή, μετρημένη και ευγενική, ακόμη κι όταν τον μάλωνε. Κι εκείνο το βράδυ ήταν όντως απρόσεκτος, δεν περίμενε αρκετά.

“Δεν το ήθελα.” Ο τόνος του ήταν τόσο απολογητικός που εκείνη δεν μπόρεσε παρά να χαμογελάσει. 

Η γυναίκα χωρίς μάτια σύρθηκε κάτω από το κρεβάτι, τείνοντας πρώτα το δεξί χέρι, έπειτα το αριστερό και δίνοντας μια δυνατή σπρωξιά με τα πόδια, και στάθηκε μπροστά του. 

Δεν έμοιαζε με κοράκι, δε φορούσε κοστούμι, όπως εκείνος. Αντίθετα, το φόρεμά της έμοιαζε περισσότερο με λευκό νυχτικό που κάποιος, πάνω στην απελπισία του, άρχισε να σκίζει στον ποδόγυρο, μέχρι που ξέχασε γιατί είναι απελπισμένος, αφήνοντας το εργόχειρο μισό.

“Το ξέρω, είδα πώς κρύφτηκες” του απάντησε, φέρνοντας το χέρι της στο πρόσωπό του.

“Πώς το είδες;”

Κάθε φορά η ίδια ερώτηση. Κάθε φορά η ίδια απάντηση. “Τα μάτια σου με βοηθούν να βλέπω και τα χέρια μου σε βοηθούν να ακουμπάς, ακόμα να το μάθεις;”

“Λες να μείνουμε.. Έτσι, μισοί, για πολύ καιρό;”

“Ναι, λέω. Μπορεί και για πάντα. Γι’ αυτό ίσως δεν εμφανιζόμαστε μαζί στα όνειρά της. Μπορεί να προτιμάει τα μισά.” απάντησε εκείνη, χαμογελώντας. 

Το έβλεπε το ασημί φως. Απλά ήλπιζε να μην φαινόταν στα μάτια του όσο γκρίζα νόμιζε ότι είναι.

“Τα όνειρα δεν βλέπουν τα ολόκληρα;” ρώτησε εκείνος ενώ σκεφτόταν ότι το δέρμα του δεν διέφερε και πολύ από λινάτσα.

“Τι σημασία έχει;” Εκείνη χαμογέλασε, σίγουρη για το τι σκεφτόταν. “‘Όταν ήμουν σαν το κορίτσι, λάτρευα τη λινάτσα.” του είπε.

“Κι εγώ το γκρίζο και το ασήμι” απάντησε εκείνος.

Κι ας ήταν δυνάμει ψέμα. Δεν έβλαπτε να προσποιηθούν για ακόμη μια νύχτα πως κάποτε ήταν άνθρωποι.

Άλλωστε πόσο ειδυλλιακό θα ήταν ένα παραμύθι όπου το τέρας που ζει κάτω από το κρεβάτι ερωτεύεται το τέρας που ζει μέσα στην ντουλάπα;

Μοιράσου το!

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Τα βιβλία μας

Φευγάτος
Αλέξανδρος Κουτρούλης - Φευγάτος
Μαργαρίτα Τσεντελιέρου - Το Μυστικό

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook