Η πόλη ξεκινούσε από τους πρόποδες του βουνού. Πολύς βράχος, λίγα δέντρα και μια μεγάλη σπηλιά. Άνθρωπος δεν ζύγωνε. Κυκλοφορούσαν πολλές ιστορίες για την σπηλιά, η μια πιο τρομακτική από την άλλη. Οι γονείς μεγάλωναν τα παιδιά τους, λέγοντας τους να μην την πλησιάσουν ποτέ. Οι περισσότεροι γονείς. Υπήρχαν και οι άλλοι που δεν έλεγαν τίποτα. Όχι μόνο για την σπηλιά. Δεν είχαν μια συμβουλή με έγνοια, μια γλυκιά κουβέντα, ένα χάδι. Τα είχαν φέρει στη ζωή και τα έσερναν σαν μπάλα στο πόδι. Μεγάλωναν σαν αγρίμια, κι όταν συναντιόντουσαν, αναγνώριζαν το ένα το άλλο, λες και είχαν κάποιο σημάδι στο μέτωπο. Δεν την φοβόντουσαν την σπηλιά. Ήταν το καταφύγιό τους. Μαζευόντουσαν εκεί και έπαιζαν την οικογένεια. Μοιράζονταν αγάπη και χαρά. Τα γέλια τους αντηχούσαν στην πόλη και τρόμαζαν ακόμα περισσότερο τους οικογενειάρχες. Κάπως έτσι την βάφτισαν. Η σπηλιά με τ’ αγρίμια.

Τα χρόνια κυλούσαν στην μικρή πόλη. Τα παιδιά μεγάλωναν με την αγάπη των γονιών τους και τα μικρά αγρίμια με την αγάπη της οικογένειας που είχαν φτιάξει. Μέσα σε αυτήν έβρισκαν χάδι κι αγκαλιά, τα μεγαλύτερα συμβούλευαν τα μικρότερα και όλα μαζί επούλωναν τις πληγές τους. Πάντα όμως τους έλειπε η αγάπη των γονιών τους. Η αποδοχή. Η φροντίδα. Έπαιρναν δύναμη από την σπηλιά, και τους την γκρέμιζαν με μια σκληρή κουβέντα, ένα άδειο βλέμμα. Κι όσο μεγάλωναν, τόσο τα κορμιά τους αρρώσταιναν. Κανείς δεν ήταν για αυτά. Να τα τρέξει στους γιατρούς, να τα φιλήσει στο μέτωπο για να τους μετρήσει τον πυρετό, να τους κρατήσει το χέρι να μην φοβούνται.

Η Αννούλα είχε βγάλει πληγές σε όλο της το σώμα. Δύσοσμες πληγές, αποκρουστικές, γεμάτες υγρό. Η μάνα της δεν την άφηνε να κοιμάται στο σπίτι για να μην της λερώσει τα στρωσίδια και τα στρώματα. Της είχε φτιάξει ένα σπιτάκι σκύλου στον κήπο. Εκεί έμενε.

Ο Γιαννάκης είχε άρρωστο αίμα. Κάθε φορά που του κακομιλούσε η μάνα του, αρρώσταινε όλο και πιο βαριά. Δεν νοιάστηκε ποτέ να τον τρέξει σε γιατρούς, να γυρίσει τον κόσμο ανάποδα για να τον βοηθήσει. Πάντα είχε κάτι πιο σημαντικό να κάνει. Πάντα της συνέβαινε κάτι πιο σοβαρό. Ο Γιάννης μεγάλωσε και το μόνο που ήξερε ήταν να είναι πολύ άρρωστος.

Η Ραλού, είχε φρικτούς πόνους στα κόκαλα. Ένα χάδι κι ένα χαμόγελο την έκαναν να μην νιώθει τον πόνο. Μια πικρή κουβέντα, ένα σκληρό βλέμμα και γινόταν ένα κουβάρι. Λύγιζε από τους πόνους.

Ο Δημήτρης που έβλεπε τους γονείς του να μην έχουν ποτέ χρόνο για εκείνον. Ακόμη και ένα βράδυ που δυσκολευόταν να πάρει ανάσα, εκείνοι είχαν να γίνουν λαμπεροί και όμορφοι για την νυχτερινή τους έξοδο. Έμεινε μόνος, με λιγοστή ανάσα και γεμάτος φόβο. Δεν μπορούσε ούτε να φωνάξει για βοήθεια. Υπέφερε. Οι γονείς του σαν να είχαν βγει από σελίδες κοσμικού περιοδικού.

Η Φανή με τους δυνατούς πονοκεφάλους. Προσπαθούσε να θυμηθεί τις λίγες στιγμές στη ζωή της που δεν πονούσε. Όλες ήταν στην σπηλιά. Κάθε φορά που καβγάδιζαν οι γονείς της και μετά ξεσπούσαν πάνω της, λιποθυμούσε από τον πόνο. Νόμιζε πως το κεφάλι της θα εκραγεί. Είχε παρατήσει το σχολείο και είχε βρει στα κρυφά δουλειά. Μόλις έκλεισε τα 18, εξαφανίστηκε από το σπίτι της. Όλοι ήξεραν που πήγε μα κανείς δεν την αναζήτησε.

Η Φανή ήταν η μεγαλύτερη από τ’ αγρίμια. Όταν δεν δούλευε, μεταμόρφωνε την σπηλιά σε ένα ζεστό σπιτικό. Είχε πάντα στρωμένο κρεβάτι κι ένα πιάτο ζεστό φαΐ για όποιο αγρίμι χρειαζόταν καταφύγιο. Ένα ένα που ενηλικιωνόταν πήγαινε και την έβρισκε. Τα τακτοποιούσε στα δωμάτια τους και τα βοηθούσε να σπουδάσουν. Όσα πρόλαβαν να φύγουν από τα σπίτια τους πριν τα ρημάξει η αρρώστια, άρχισαν ν’ ανθίζουν. Για κάθε αγρίμι που σωζόταν, η Φανή φύτευε στον κήπο μια μανόλια. Σύντομα ο κήπος της, ήταν κατάφυτος, πολύχρωμος και ανθισμένος. Όταν έφευγαν για τις σχολές ή τις δουλειές τους, τα αποχαιρετούσε με ένα ζεστό φιλί στο μέτωπο. Οι πονοκέφαλοι είχαν σχεδόν σβήσει.

Μεγάλωναν τ’ αγρίμια. Είχαν φτιάξει μια μεγάλη οικογένεια που ξεχείλιζε από αγάπη. Οι έρωτες δεν άργησαν να έρθουν. Η Φανή έμενε άγρυπνη να τα περιμένει, να δει πως είναι καλά, πως κανείς δεν τα πλήγωσε. Η Ραλού πρώτη βρήκε τον άνθρωπο της ζωής της. Ένα καλό παλικάρι, που την αγαπούσε αληθινά. Το κορμί της είχε ισιώσει πια και τους πόνους ίσα που τους ένιωθε. Όταν γέννησε το κοριτσάκι της, έλαμψε από ευτυχία. Πόνο δεν ένιωσε από τότε.

Ακολούθησαν και τα υπόλοιπα. Έφτιαξαν τα σπιτικά τους και έκαναν δικές τους οικογένειες. Κάθε Κυριακή μαζευόντουσαν όλοι μαζί στην σπηλιά. Γέμιζε ο τόπος γέλια και χαρές. Μεγάλα και μικρά αγρίμια σε ένα μεγάλο τραπέζι γιόρταζαν τη ζωή. Η Φανή δεν χόρταινε να τα βλέπει ευτυχισμένα. Μόνο για ένα ανησυχούσε. Για τον Γιάννη της. Τον έτρεξε σε όλους τους γιατρούς, σε πρακτικούς, του έδωσε φάρμακα και μαντζούνια. Η αρρώστια δεν έλεγε να φύγει από το αίμα του. Με μεγάλη δυσκολία πήγαινε πλέον στη δουλειά του. Ώσπου γνώρισε το Μαριώ. Την χαρά της ζωής. Τον αγάπησε πολύ, τον αγκάλιασε σφιχτά. Διέλυσε τους φόβους του και έκανε την καρδιά του να χτυπήσει δυνατά. Οι οικογένειά της τον έκανε μέλος της. Ο οργανισμός του άρχισε να δυναμώνει. Στον γάμο τους η Φανή έκλαψε από ευτυχία. Μόνο δέκα χρόνια ήταν μεγαλύτερη από τον Γιάννη, αλλά τον ένιωθε παιδί της, περισσότερο απ’ όλα της τ’ αγρίμια. Κι εκείνος μάνα του την λογάριαζε. Μετά το γάμο, αποφάσισαν να μείνουν στην σπηλιά, μαζί της.

Η ζωή τους κυλούσε ήρεμα, με αγάπη και πολύ φως. Η υγεία του Γιάννη ήταν στα καλύτερά της όταν το Μαριώ του είπε πως περιμένει το παιδί τους. Λίγους μήνες μετά, στην σπηλιά αντηχούσαν τα κλάματα ενός γερού και δυνατού αγοριού. Η οικογένεια των αγριμιών φωτίστηκε. Οι γονείς της Μαρίας ήταν εκεί, μια μεγάλη αγκαλιά για τα παιδιά τους. Όλα, παιδιά τους ήταν. Ο πόνος μιας ζωής είχε μεταμορφωθεί σε αγνή, ατόφια ευτυχία.

Ένα βράδυ, κάθονταν γύρω από την φωτιά με τον μπέμπη να τους σκάει τα πρώτα χαμόγελα, όταν χτύπησε η πόρτα. Η μάνα του Γιάννη. Είχαν μάθει πως η υγεία της δεν ήταν καλή, είχε μάθει πως έχει εγγόνι. Πάτησε πάνω στην ευτυχία τους και εμφανίστηκε. Ο Γιάννης πάγωσε στο άκουσμα της φωνής της. Το Μαριώ έσφιξε το μωρό στην αγκαλιά του. Η Φανή όρθωσε το ανάστημά της και κοίταξε τον Γιάννη στα μάτια. «Στο είχα πει. Θα φανεί τώρα με το μωρό και θα την θάψω κάτω από την μανόλια. Πες μου τι θες να κάνω». Ο Γιάννης έγνεψε καταφατικά.

Η άνοιξη είχε μπει για τα καλά. Ο μπέμπης μπουσούλαγε στον κήπο και η υπόλοιπη οικογένεια έπινε τον καφέ της απολαμβάνοντας τα ανθισμένα λουλούδια και τον μικρό τους άγγελο. Η μανόλια του Γιάννη είχε θεριέψει πολύχρωμη και πανέμορφη. Ο μικρός έκοψε ένα λουλούδι και άπλωσε το χέρι προς τον πατέρα του.