Ο κύριος Τέλειος

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Καθόταν στο μικρό τετράγωνο τραπέζι του αστυνομικού τμήματος, με τα χέρια σταυρωμένα μπροστά, χαϊδεύοντας τους καρπούς του που είχαν μουδιάσει από τις χειροπέδες.

Ελάχιστα λεπτά πριν, είχε περάσει στητός, ατσαλάκωτος, ανέκφραστος με το υπέροχο του πρόσωπο σκοτεινό κι ανεξιχνίαστο για όλους. Καλοφτιαγμένος, με σώμα γυμνασμένο και δυνατό, χωρίς τίποτα περιττό ή υπερβολικό, ο ιδανικός άνδρας, το «όνειρο» κάθε γυναίκας. Η μορφή του, που απέπνεε μια απόκοσμη ηρεμία, πλαισιωνόταν από τα καστανά του μαλλιά, που έκρυβαν το μοναδικό σημείο του προσώπου που θα μπορούσε να φανερώσει κάποιο συναίσθημα: τα μάτια! Αν και τα δικά του μάτια δεν φανέρωναν ποτέ κανένα συναίσθημα, δυο γαλάζιες λίμνες παγωμένες. Ούτε ακόμα κι εκείνη την στιγμή, που στριμωγμένος ανάμεσα σε δυο αστυνομικούς, με τα χέρια δεμένα πίσω από την πλάτη, κινδύνευε να ποδοπατηθεί από το πλήθος των δημοσιογράφων, των τηλεοπτικών συνεργείων και των περίεργων που όρμησαν προς το μέρος του αμέσως μόλις βγήκαν από το περιπολικό.

Την ίδια στιγμή, ο αστυνόμος χτυπούσε το χέρι του πάνω στο ξύλινο γραφείο του ανακριτή με τόση φόρα και δύναμη που όλοι οι πολυσέλιδοι φάκελοι, μαζί με τις φωτογραφίες κι όλη την γραφική ύλη που ήταν απλωμένα πάνω στην επιφάνεια πετάχτηκαν προς τα πάνω. Μερικά σκορπίστηκαν στο πάτωμα, ενώ οι κορνίζες με τις φωτογραφίες της οικογένειας του ανακριτή έπεσαν μπροστά και λίγο έλειψε να θρυμματιστούν.

Ο αστυνόμος ήταν έξαλλος, σχεδόν παρακαλούσε, αλλά ο ανακριτής έχοντας τα μάτια συνεχώς στραμμένα χαμηλά, προσπαθούσε να τακτοποιήσει το χάος του γραφείου του και να διατηρήσει την ψυχραιμία του. Το κλίμα ήταν τεταμένο και η ένταση τόση που την έκοβες με το μαχαίρι στην ατμόσφαιρα.

Ο αστυνόμος μίλησε πρώτος κι η φωνή του ακούστηκε συντετριμμένη:

– Μην το κάνεις αυτό σε παρακαλώ! Μην τον αφήσεις ελεύθερο!

Ο ανακριτής είχε ένα ύφος παραίτησης ζωγραφισμένο στο πρόσωπό του. Μίλησε κι ήταν κι εκείνου η φωνή τελείως άτονη και κουρασμένη.

– Γιώργο, δεν μπορούμε να τον κρατάμε άλλο. Μπορεί να είμαστε σίγουροι για την ενοχή του, αλλά δεν έχουμε στοιχεία! Δοκιμάσαμε τα πάντα και δεν σπάει! Πρέπει να το παραδεχτούμε! Ο τύπος είναι πιο έξυπνος από μας. Νίκησε! Μας νίκησε!

Ο αστυνόμος έσμιξε τα φρύδια και με μεγάλη δυσκολία προσπάθησε να τιθασεύσει τον εαυτό του. Η καρδιά του χτυπούσε στο στήθος του δυνατά, η ομάδα του κι αυτός είχε κάνει μια οργανωμένη, πολύμηνη προσπάθεια να βρει στοιχεία που θα έστελνε το «τέρας με το αγγελικό πρόσωπο» στη φυλακή, αλλά όλα είχαν πέσει στο κενό. Το άλλοθι του ακλόνητο, ενδείξεις άπειρες που όμως δεν κατάφεραν να τις κάνουν αποδείξεις, ενώ κατά την διάρκεια άπειρων ωρών ανάκρισης δεν άφησε να ξεφύγει τίποτα που θα μπορούσε να τον ενοχοποιήσει.

– Αν τον αφήσεις να φύγει, θα έχεις απελευθερώσει ένα τέρας! είπε και βρόντηξε την πόρτα πίσω του.

Εκείνη τη στιγμή ακούστηκε δυνατά η φωνή του ανακριτή πίσω από την δρύινη πόρτα του γραφείου του:

– Σήμερα Γιώργο! Τελευταία προθεσμία! Αν δεν βγει κάτι, λυπάμαι, αλλά δεν μπορώ να κάνω τίποτα περισσότερο!

Μισή ώρα αργότερα, ο αστυνόμος πετούσε τη γόπα του τσιγάρου του στο πλαστικό ποτηράκι με το νερό, άρπαζε τον φάκελο της υπόθεσης από τον συνεργάτη του και άνοιγε απότομα κι αποφασιστικά την πόρτα του κλειστοφοβικού ανακριτικού γραφείου του τμήματος.

Κάθισε στην αδειανή καρέκλα απέναντι από τον ύποπτο. Τον παρατήρησε για ακόμη μια φορά προσεκτικά, αλλά δεν μπόρεσε να διακρίνει καμιά κίνηση που να μαρτυρά νευρικότητα, ανησυχία, πολύ λιγότερο βέβαια ενοχή. Τίποτα! Καμιά ρωγμή στην πανοπλία του. Ψύχραιμος, χωρίς να έχει χάσει στιγμή στην διάρκεια όλων αυτών των ανακρίσεων την αυτοκυριαρχία του, χωρίς τίποτα να έχει προδώσει τις σκέψεις, τις διαθέσεις ή τα συναισθήματα του. Ο αστυνόμος είχε αρχίσει να αμφιβάλλει σοβαρά για το μέχρι τότε αλάθητο ένστικτό του. Όμως, πάλι τόσες συμπτώσεις;
Οι δύο άντρες αναμετρηθήκαν με το βλέμμα για πολλοστή φορά καθώς ο ύποπτος σήκωσε αργά το κεφάλι του και φανέρωσε τα παγωμένα του μάτια.

– Λοιπόν αστυνόμε, έχετε καινούργια στοιχεία εναντίον μου; γιατί διαφορετικά είναι παράνομο να με κρατάτε τόσο καιρό χωρίς λόγο, είπε με ένα αχνό χαμόγελο στα χείλη.

– Χωρίς λόγο, τρεις γυναίκες στο τρελάδικο και μια να χαροπαλεύει με κομμένες φλέβες; Αυτό το λες και θράσος, ρουθούνισε ο αστυνόμος.

Ο ύποπτος σοβάρεψε απότομα και πήρε ένα ύφος επιτηδευμένα επίσημο:

– Ναι, είναι μια τραγωδία! Τραγικό, τραγικό πραγματικά! Αλλά εγώ τι φταίω; προσέθεσε ύστερα δήθεν αθώα.

– Πάλι τα ίδια; Είσαι το μόνο κοινό που είχαν αυτές οι γυναίκες μεταξύ τους! τινάχτηκε εκνευρισμένος ο αστυνόμος.

– Κακομοίρα πλάσματα, είπε κι άφησε έναν αναστεναγμό, όλο προσποίηση. Όμως, η εύθραυστη ψυχική τους υγεία ήταν ένα άλλο κοινό στοιχείο που παραλείψετε. Όχι;

– Εμένα δεν με ξεγελάς, απάντησε ο αστυνόμος κοιτώντας τον έντονα με ύφος θυμωμένο. Ήταν η ψυχική τους υγεία εύθραυστη ή έβαλες εσύ ένα χεράκι και τις “βοήθησες” να πάνε στο τρελάδικο μια ώρα αρχύτερα;

Γέλασε με ένα πλατύ, γάργαρο γέλιο τελείως ακατάλληλο, δεδομένων των θλιβερών περιστάσεων. Όμως το διέκοψε απότομα, και με μια σκληρή, μεταλλική φωνή ρώτησε με τη σειρά του.

– Αν υπέφεραν τόσο αυτές οι γυναίκες δεν θα υπήρχε μια καταγγελία; Δεν θα μιλούσαν οι οικογένειες; Οι φίλοι; Οι γείτονες; Είστε εμπαθής κύριε αστυνόμε! Ταλαιπωρείτε έναν αθώο. Τόνισε την τελευταία λέξη, σχεδόν θεατρικά!

Ο αστυνόμος έπαιξε το τελευταίο του χαρτί, κάνοντας υπεράνθρωπες προσπάθειες να δείξει ήρεμος.

– Ας τα πάρουμε από την αρχή. Για μια τελευταία φορά! Ούτως ή άλλως, ξέρεις πως δεν μπορούμε να σε κρατάμε περισσότερο. Πώς κατάφερες να φέρεις σε αυτή την κατάσταση τέσσερις γυναίκες, να πάρει η οργή;

– Επιμένετε κύριε αστυνόμε! Ομολογώ πως δεν σας καταλαβαίνω καθόλου. Κατ’ αρχάς καμία από τις γυναίκες αυτές, οι οποίες υπήρξαν σύζυγοι μου, δεν κακοποιήθηκαν ποτέ από μένα! Σωστά; είπε και το πρόσωπό του έλαμπε παρά την πολυήμερη ταλαιπωρία του.

– Σωστά! Τουλάχιστον σωματικά, αναγκάστηκε να παραδεχτεί ο αστυνόμος. Αλλά τότε, ας πούμε γιατί όλες έχουν βυθιστεί σε ένα ιδιότυπο κώμα; Τι τους έκανες;

Ο ύποπτος κάρφωσε το παγωμένο του βλέμμα στα μάτια του αστυνόμου και χαμογέλασε και πάλι. Ύστερα, βυθίστηκε για μια στιγμή στις σκέψεις του. Ο αστυνόμος θα έδινε ό,τι είχε για να μπορούσε να μαντέψει τι είχε στο μυαλό του ο ύποπτος εκείνη τη στιγμή.

Δεν την κοιτάς! Στρέφεις πάντα το βλέμμα σου! Αν σε υποχρεώσει, κοιτάς για λίγα δευτερόλεπτα και μετά γυρίζεις το κεφάλι σου αμέσως! Κοιτάς αλλού, τον τοίχο, το ταβάνι, οπουδήποτε, εκτός από τα μάτια της. Αν επιμείνει, δείχνεις ελαφρά δυσαρέσκεια. Αν το απαιτήσει, εστίασε το βλέμμα σου στο μέτωπο της. Είναι κάτι που μπορεί να τρελάνει κάθε άνθρωπο, όταν τον κοιτάς και ταυτόχρονα δεν τον κοιτάς. Τα μάτια είναι ο καθρέφτης της ψυχής. Δεν την αφήνεις να τα διαβάσει και να φτάσει ως εκεί. Της κόβεις το δρόμο! Τέλεια! Δεν την ακούς! Όμως, κάνεις πως την ακούς! Και σκέφτεσαι τα δικά σου. Ή και τίποτα! Άσ’ την να πασχίζει να επικοινωνήσει μαζί σου χωρίς επιτυχία! Ξέρεις πώς είναι όταν μιλάς και δεν σ’ ακούει ποτέ ο σύντροφος σου; Πώς είναι όταν τίποτα απo ό,τι λες δεν τον ενδιαφέρει; Θα κουραστεί να μιλάει γιατί ξέρει πως δεν την ακούς! Αλλά δεν θα μπορεί να σε κατηγορήσει γιa αυτό. Δεν χρειάζεται να πεις κάτι! Άσε την αδιαφορία σου να μιλήσει. Τα έχεις προβάρει από παλιά, από πάντα! Είναι εύκολο. Κοίτα την σαν έπιπλο. Σαν φυτό! Κι αν δεν είναι θα γίνει. Γίνε ένα κομμάτι πάγος. Κάν’ την να παγώσει στην παγωνιά σου!

Δεν έχω ιδέα, απάντησε ο ύποπτος ξαφνικά σαν να συνερχόταν απότομα από έναν βαθύ ύπνο. Δεν είμαι γιατρός, ούτε ψυχίατρος. Τα μάτια του γυάλιζαν παράξενα!

– Καλά, επέμεινε ο αστυνόμος, εσύ δεν παρατήρησες τίποτα; Δεν είδες τα σημάδια; Δεν προσπάθησες να τους μιλήσεις; Να τις κάνεις να σου εκμυστηρευτούν τι τις απασχολούσε;

Για άλλη μια φορά, ο ύποπτος έδειχνε να προσπαθεί να ανασύρει κάτι από την μνήμη του, χωρίς ωστόσο να χάσει αυτή την ανατριχιαστική έκφραση που είχε ζωγραφιστεί στο πρόσωπό του.

Μετά, αυτή θα προσπαθήσει να σε πιέσει να συμμετέχεις στη συζήτηση. Εσύ εξακολουθείς να παίζεις «άμυνα» και κατεβάζεις τελείως τα ρολά. Σφραγίζεις σα στρείδι! Δεν την καταλαβαίνεις. Δεν προσπαθείς καν. Μιλάει σε μια ακατάληπτη γλώσσα που δεν σε νοιάζει να μάθεις. Είναι ένας ενοχλητικός θόρυβος, ένας βόμβος, ένα στόμα που ανοιγοκλείνει χωρίς ήχο. Τον μπλοκάρεις και προχωράς. Εξαιρετικά! Είσαι εκεί αλλά δεν είσαι. Σ’ αυτό το σημείο, την έχεις φτάσει στα όριά της. Υπολογίζω πως κάπου εκεί θα αρχίσουν οι φωνές και μετά τις φωνές, έρχονται και τα κλάματα. Κρίσιμο στάδιο. Εξαιρετικά! Μην σε πιάσουν οι ανόητοι συναισθηματισμοί. Παιχνίδι εξουσίας είναι οι σχέσεις! Μην μου πεις πως έχαψες τις αηδίες για αιώνιες αγάπες και αδελφές ψυχές; Οι γυναίκες είναι ύπουλα πλάσματα, θέλουν να σε μαλακώσουν για να σε έχουν του «χεριού» τους. Πονοκέφαλος τα θηλυκά αλλά χρειάζονται για συγκεκριμένες περιπτώσεις, δυστυχώς!
Μπορείς να κάνεις έναν ελιγμό με σκοπό να κερδίσεις χρόνο. Δέξου κάποια συζήτηση αλλά ανώδυνη κι αδιάφορη. Αλλοίμονο, μην μοιράζεσαι ποτέ τίποτα ουσιαστικό παρά μόνο ανόητες σαχλοκουβέντες. Μίλα για τον καιρό, το πρόγραμμα της τηλεόρασης, τους πιο ωραίους προορισμούς για καλοκαιρινές διακοπές… Μίλα αλλά λέγε πράγματα κενά, χωρίς βάθος. Ανοησίες! Δεν μπορεί να σε κατηγορήσει ότι δεν μιλάτε πια, αφού μιλάτε. Ευφυές;

Τώρα πάλι αν υποχρεωθείς σε συζήτηση σοβαρή, και πάλι μην ανησυχείς! Ό,τι κι αν σου πει, εσύ θα απαντάς με ύφος αφηρημένο και μια σταλιά κουρασμένο τα ίδια και τα ίδια και τα ίδια! Γενικά κι αόριστα. Κι εμμονικά! Δεν ξέρω, δεν θυμάμαι, δεν μπορώ να σκεφτώ τώρα, δεν είναι ώρα για τέτοιες συζητήσεις, ας πούμε κάτι να χαλαρώσουμε… Τέτοια! Μην δεσμευτείς για τίποτα, ό,τι κι αν πεις μπορεί να χρησιμοποιηθεί εναντίον σου! Έχουν δυνατή μνήμη τα θηλυκά.

Τα υπέροχα, γαλάζια παγωμένα του μάτια στράφηκαν πάλι προς τον αστυνόμο, που προσπαθούσε – χωρίς επιτυχία – να αποκρυπτογραφήσει τις μεγάλες σιωπές και τα κενά του.

– Ξέρετε, κύριε αστυνόμε, πως έχω μια δουλειά πολύ απαιτητική. Δεν μπορώ να ασχολούμαι με τις υπερβολικές ευαισθησίες της γυναίκας μου! Δεν έχω αυτήν την πολυτέλεια, καταλαβαίνετε. Πολύ συχνά, άλλωστε, τα θηλυκά είναι τελείως ακατανόητα. Δεν υπάρχει λόγος να ξοδέψεις ενέργεια για να τις κατανοήσεις. Είναι υπερβολικές, σκέφτηκε λίγο, κάποιες οριακά νευρωτικές θα έλεγα, συμπλήρωσε με ένα κοφτό τόνο που εξέπληξε τον αστυνόμο. Αυτό δεν σημαίνει πως δεν τις αγαπούσα βέβαια. Ίσως, όχι όπως θα ήθελαν εκείνες, αλλά αυτό δεν συνιστά έγκλημα, είπε με μια χαριτωμένη έκφραση, τελείως ξένη στη ψυχρή μάσκα που είχε για πρόσωπο.

– Μάλιστα! Και γιατί οι γυναίκες αυτές έχαναν το ενδιαφέρον τους για την ζωή μέσα στην σχέση τους μαζί σας; Γιατί εγκατέλειπαν την δουλειά τους, τις δραστηριότητές τους, ακόμα και τους φίλους και γνωστούς τους;

– Μα, ήταν τελείως δική τους επιλογή. Εγώ δεν απαιτούσα ποτέ και τίποτα παραπάνω από το να είναι αφοσιωμένες σύζυγοι και να φροντίζουν την σχέση μας. Ποτέ δεν τις ανάγκασα να κάνουν τίποτα που δεν επιθυμούσαν.

Σταμάτησε απότομα και βυθίστηκε ξανά στην αλλόκοτη ονειροπόλησή του.

Αφού δεν την βλέπεις, δεν την ακούς και την έχεις φέρει στα όριά της, την έχεις ήδη εξουδετερώσει! Τυπικά βέβαια, χτυπάει η καρδιά της, αλλά στην πραγματικότητα δεν σε νοιάζει αν χτυπάει ακόμα, αν δεν έχει σταματήσει κλινικά, που λένε και οι γιατροί. Θα ‘ναι σαν σταματημένη. Ένα ζόμπι! Μια νεκροζώντανη! Τι χρειάζεται για να σκοτώσεις έναν άνθρωπο νόμιμα; Στοχεύεις εκεί, στην καρδιά. Πάμε για την τελική ευθεία!

Αγνόησε ό,τι κάνει για σένα. Λοιπόν, συγκεντρώσου: κάθε της τρυφερότητα, χάδι, χαμόγελο να πέφτει στο κενό. Να συνθλίβεται σ’ έναν τοίχο. Ανθρώπινο τοίχο. Εσένα. Αυτοσχεδίασε!
Βάλε ωράριο στον αυθορμητισμό της, αν δεν μπορείς να τον εξαφανίσεις τελείως.

Να δείχνεις πως σε ενοχλεί το γέλιο της, σιγά – σιγά θα πάψει να γελά.

Να βρίσκεις περιττά τα δώρα της, άνοστα τα φαγητά της, δεν χρειάζεται να σου πω να μην της λες ποτέ ένα καλό λόγο για τίποτα που την αφορά. Ούτε κακό όμως! Δεν θέλουμε να φύγει. Θέλουμε να εξουδετερωθεί! Όλα μέτρια, χλιαρά, μίζερα, σε χρώμα ανθρακί.

Κάνε σαν να μην υπάρχει! Ρούφηξε της όλη την ενέργεια σαν βρικόλακας και πες της μετά πως «δεν είναι ο άνθρωπος που ερωτεύτηκες!” Γέμισε την αμφιβολίες, ανασφάλειες κι ενοχές.

– Άλλωστε, αν όντως κακομεταχειριζόμουν αυτές τις γυναίκες, δε θα υπήρχε κάποια αντίδραση από το περιβάλλον τους, την οικογένειά τους; ρώτησε με το γοητευτικό του χαμόγελο να λάμπει, αφού γνώριζε πως είχε αποστομώσει για άλλη μια φορά τον αστυνόμο, που άρχιζε σιγά να παραιτείται.

Ένα σημείο που δεν πρέπει να διαφύγει της προσοχής σου είναι το περιβάλλον της. Οικογένεια, φίλοι, ζώα, αν είναι δυνατό και φυτά να τα κρατήσεις μακριά. Απέκλεισε την από ό,τι την κάνει να νιώθει ζεστασιά Μακριά από ανθρώπους που αγαπά ή την αγαπούν ή έστω που θα θελήσουν να την συνεφέρουν! Όποιος ή ό,τι εκπέμπει ζεστασιά, θαλπωρή και θετική ενέργεια. Σε απομακρύνουν από το στόχο σου γιατί την κρατούν ζεστή. Δεν είναι δύσκολο! Πρέπει κάποιος να ενδιαφέρεται πάρα πολύ για να μπει εμπόδιο στο δρόμο σου κι οι άνθρωποι είναι τελείως αδιάφοροι πλέον.

Κλείσε της το δρόμο για τα όνειρα της, τόσο ώστε να μην μπορεί πια να ονειρεύεται! Ήσυχα, ήρεμα, χωρίς θυμό.

Θα αργοπεθαίνει κι εσύ δεν θα φταις σε τίποτα…

Από το περίεργο χάσιμό του, τον έβγαλε ο αστυνομικός που ετοιμαζόταν περίλυπος να παραδεχτεί την ήττα του. Παρόλα αυτά, κατάφερε και είπε:

– Άκου να σου πω! Ξέρω πως είσαι ένοχος! Ξέρω πως έχεις κάνει κακό σε αυτές στις γυναίκες και ξέρω πως θα το ξανακάνεις! Αλλά δεν μπορώ να το αποδείξω. Ούτε καταλαβαίνω πώς πέφτουν στην παγίδα σου ξανά και ξανά.

Ο ύποπτος χαμογέλασε πλατιά με ένα υπέροχο χαμόγελο και με μια χειρονομία ανακούφισης, ρώτησε τον αστυνόμο αν μπορεί να σηκωθεί. Αφού πήρε την άδεια, πλησίασε την πόρτα και λίγο πριν την ανοίξει για να βγει στην ελευθερία, έσκυψε και ψιθύρισε στο αυτί του αστυνόμου.

– Ελάτε, ελάτε κύριε αστυνόμε, μην στεναχωριέστε, σφύριξε μέσα από τα χείλη του με ειρωνεία. Υπάρχει τόση μοναξιά εκεί έξω! Έχει τόσα πολλά αδύναμα, ανασφαλή πλάσματα που προσπαθούν να κάνουν την μοναξιά τους να σωπάσει μέσα στο πλήθος! Οι περισσότεροι άνθρωποι ζουν με αυταπάτες κι είναι γεμάτοι πληγές και τραύματα. Έχουν τόση ανάγκη να αγαπηθούν και να αγαπήσουν, που δεν χρειάζεται μεγάλη ευφυΐα να βρεις το αδύνατο σημείο τους και να τους χειραγωγήσεις. Να δεις πώς μου το είπε μια τρελογιατρός… «Είστε διεστραμμένος νάρκισσος!» Αηδίες των ψυχιάτρων. Από πάντα, έτσι ήταν ο κόσμος! Ο θάνατός σου, η ζωή μου. Δεν θα ξεμείνω ποτέ από θύματα κύριε αστυνόμε! Και δεν θα ζητούν ποτέ βοήθεια, γιατί δεν μπορούν ούτε να ελπίσουν πως θα σωθούν. Οι περισσότεροι άνθρωποι προτιμούν να πιστεύουν σε παραμύθια κι ας οδηγούνται με μαθηματική ακρίβεια σε θάνατο, όχι απαραίτητα φυσικό! Ποτέ δεν θα τολμήσουν, προτιμούν τον εφιάλτη που τους προσφέρω, από το άγνωστο. Ο φόβος είναι ο εχθρός κύριε αστυνόμε, είναι γνωστό. Οποίος έχει θάρρος, πεθαίνει μια φορά, οι φοβισμένοι άνθρωποι κάθε μέρα. Κι εκεί, εμφανίζομαι εγώ…

Ο αστυνόμος πάγωσε! Η κυνικότητά του υπόπτου ήταν αποκρουστική και τα λόγια του έσταζαν φαρμάκι. Σκέφτηκε με θλίψη πόσο δεν άξιζε την αγάπη αυτό το πλάσμα, που του είχε ωστόσο άπλετα χαριστεί. Πρόλαβε να του πει κι ήλπιζε να το είχε ακούσει, να το είχε κρατήσει στο μυαλό του:

– Θα τα ξαναπούμε! Να είσαι σίγουρος πως θα τα ξαναπούμε!

Μοιράσου το!

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Τα βιβλία μας

Φευγάτος
Αλέξανδρος Κουτρούλης - Φευγάτος
Μαργαρίτα Τσεντελιέρου - Το Μυστικό

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook