Έχω καινούργια δουλειά μπαμπά. Μια δουλειά όπως οι άλλες είναι μη φανταστείς ότι χάνεις πολλά σε αυτό το κομμάτι. Αλλά σε ξέρουν οι άνθρωποι εκεί. Μέρα μπαίνει, μέρα βγαίνει κάποιος, κάπως, βρίσκεται να με πει ότι σε ξέρει.

Μέρα μπαίνει, μέρα βγαίνει εγώ φοράω ένα χαμόγελο που δεν γουστάρω καθόλου και τους ακούω να μου μιλούν για εσένα.

“Πανέξυπνος άνθρωπος ο μπαμπάς σου.”

“Πολύ δυνατός άνθρωπος ο μπαμπάς σου.”

“Τον αγαπούσα πολύ τον μπαμπά σου.”

“Οι ιδέες και οι απόψεις του ήταν πολύ αλλού. Ιδιαίτερος άνθρωπος ο μπαμπάς σου.”

Και εγώ εκεί… Με βιδωμένο το χαμόγελο στο στόμα να κουνάω το κεφάλι σε συμφωνία και να τρέμει το μέσα μου μην αρχίσω και κλαίω μπροστά σε αυτούς τους ανθρώπους και εγώ, η κόρη σου η μικρή, φανώ αδύναμη. Εγώ, η κόρη η μικρή ενός δυνατού ανθρώπου.

Φοβάμαι καταλαβαίνεις; Φοβάμαι να δουν τι πάει να πει πόνος, φοβάμαι τον θυμό μου που πάει να ξεφύγει σα λυσσασμένο σκυλί δεμένο σε μικρό, πολύ μικρό πάσσαλο και με λεπτή αλυσίδα.

Γιατί ποιοί είναι όλοι αυτοί μπαμπά να νομίζουν πως μπορούν να έρχονται σε εμένα και να μου αραδιάζουν τις αναμνήσεις τους; Ποιοί είναι όλοι αυτοί που εγώ με το ζόρι θυμάμαι αλλά με θυμούνται εκείνοι και δίχως κανέναν σεβασμό ξύνουν μια δική μου πληγή; Ποιοί είναι αυτοί που μιλάνε για τον μπαμπά μου, μπαμπά; Τι τους έδωσε τέτοιο δικαίωμα;

Και μετά θυμώνω κι άλλο. Γιατί όλοι τούτοι σου δίνουν επίθετα που ίσως εγώ να μην σου έδινα ποτέ. Μου χαρίζουν αναμνήσεις τους να έχω κάτι ακόμα από εσένα, κομμάτια ενός παζλ που δεν πρόκειται να τελειώσει ποτέ και παρόλα αυτά εγώ ακόμα έχω απλωμένο στη τραπεζαρία και κάθε μικρό κομμάτι που τυχαίνει να βρω τρέχω και σκύβω στοργικά να ψάξω τη θέση του.

Δεν μου άφησες άλλη επιλογή μπαμπά. Την έκανες γρήγορα, πολύ γρήγορα και όσο και να γράφω για αυτό, όσες φορές και να πω την ίδια ιστορία δεν καλυτερεύει το πράγμα. Μάλλον το αντίθετο.

Σίγουρα το αντίθετο.

Δεν ξέρω ποιος είπε ότι με τον καιρό θα φτιάξουν τα πράγματα, ποιός είπε ότι μπορείς να ξεχάσεις αλλά θέλω να του πω πως είναι ΜΕΓΆΛΟΣ ΚΑΦΡΟΣ. Γιατί είναι το μεγαλύτερο ψέμα που έχει ειπωθεί γύρω από το θάνατο.

Όχι, μόνον χειρότερα γίνεται με τα χρόνια.

Τώρα, τώρα είναι χειρότερα που έχω να σου δείξω τόσο πολλά. Τώρα που μεγάλωσα και έχω το δικό μου σπίτι μπαμπά. Και όλους αυτούς τους φίλους και τους ανθρώπους που αγαπώ και ήθελα να στους γνωρίσω. Τώρα που δουλεύω. Τώρα που γράφω μπαμπά και δεν τα κρύβω άλλο στο συρτάρι. Τώρα που πίνω και εγώ τσίπουρα μαζί με τους ‘μεγάλους’. Τώρα που θέλω τόσα πράγματα να σε ρωτήσω, τώρα που για τόσα θα ήθελα να ήσουν εδώ και ας μαλώναμε.

Τώρα μπαμπά. Τώρα πονάει πιο πολύ.

Και κάθε μέρα είναι τώρα.

Μέρα μπαίνει, μέρα βγαίνει κάποιος, κάπως, βρίσκεται να με πει ότι σε ήξερε. Και η μικρή σου κόρη εκεί. Βιδωμένο χαμόγελο, μάτια υγρά, να ρουφάει κάθε λέξη τους.

Υ.Γ. Μου χρωστάς έναν καφέ μπαμπά, αλλά αυτό είναι για άλλο γράμμα, μια άλλη φορά, έναν άλλο Σεπτέμβρη. Ίσως…