Ώρα 4.00 το πρωί.
Περιμένοντας το λεωφορείο να ξεκινήσουμε για το μεγάλο όνειρο, τον μεγάλο αγώνα. Χαμόγελα και χασμουρητά, πειράγματα και φωνές. Μέσα στο λεωφορείο η ίδια χαρούμενη ατμόσφαιρα, παρ’ όλο το νωρίς της ώρας. Λίγη κουβέντα, λίγη ενημέρωση από τον «πρόεδρο» και όλη η ανάλυση για την προπόνηση του καθενός.
-Εγώ έχω τρία long run και έχω και τα 30 πρώτα της διαδρομής.
-Είχα έναν τραυματισμό πριν δύο εβδομάδες στον αχίλλειο, θα ξεκινήσω και όπου φτάσω.
-Έχω κάνει την προηγούμενη εβδομάδα μόνο διαλειμματικές, αλλά αυτά τα 5×1800 με ζόρισαν.

Κατά το ταξίδι οι ρυθμοί έπεσαν, αλλά το μάτι δεν λέει να κλείσει. Σκέφτεσαι τα της τελευταίας στιγμής. Είμαι εντάξει; Τα πήρα όλα; Οι μπάρες; Τα τζελάκια; Μια ώρα μετά αρχίζουμε να βλέπουμε την όλη προετοιμασία, από τους υπεύθυνους φορείς. Εθελοντές, αστυνομία, όλοι επί ποδός από το ξημέρωμα. Φτάνουμε σε σημείο που δεν πάει άλλο, όλα κλειστά. Τα χαρτιά και οι άδειες πρόσβασης βγαίνουν από τους φακέλους. Τα λεωφορεία που εν τω μεταξύ έχουν αυξηθεί, μπαίνουν στην σειρά και συνεχίζουμε την πορεία μας συνοδεία περιπολικού. Επιτέλους φτάσαμε στον προορισμό μας, ο κόσμος πολύς από κάθε γωνιά του πλανήτη, κάθε ηλικίας και φυλής. Ποιος θα περίμενε πως μια ταπεινή και μικρή χώρα θα εκπροσωπούσε ολόκληρη την γη.

Μία γιορτή για ένα γεγονός χαμένο στα βάθη των αιώνων, από μια χούφτα ανθρώπων που πέτυχαν το ακατόρθωτο, που αν το καλοκαίρι εκείνο του 490 π.Χ., στον κάμπο του Μαραθώνα, η συγχρονισμένη δράση των Ελλήνων οπλιτών δεν είχε καταφέρει να αποκρούσει την πάνοπλη και πολυάριθμη στρατιά των Περσών, η μελλοντική φυσιογνωμία της Ευρώπης θα ήταν εντελώς διαφορετική. Μία εκδήλωση τιμής για τον αγώνα ενός αγγελιοφόρου οπλίτη, που στάλθηκε με πλήρη εξάρτηση, ταλαιπωρημένος, ίσως και τραυματισμένος, αμέσως μετά τη μάχη, να δώσει το χαρμόσυνο άγγελμα στους Αθηναίους.
ΝΕΝΙΚΙΚΑΜΕΝ… και εξέπνευσε.

Και εμείς όλοι σαν σύγχρονοι αγγελιοφόροι, ακολουθώντας τα βήματά του θα δώσουμε το δικό μας μήνυμα σε όλο τον κόσμο, σε όλο τον πλανήτη, μήνυμα ειρήνης, ομόνοιας, ευγενούς άμιλλας.
Οι ετοιμασίες ολοκληρώθηκαν, η προθέρμανση γίνεται εν αναμονή της εκκίνησης, η ώρα περνάει και οι αθλητές παίρνουμε τις θέσεις μας. Το σήμα δόθηκε! Ξεκινάμε!

Το τοπίο για λίγο αλλάζει, έρχεσαι αιώνες πίσω, ταυτίζεσαι με τον αγγελιοφόρο που κουβαλάει στους ώμους του το βαρύτιμο μήνυμα. Βλέπεις όλους τους συναθλητές σου να ξεκινούν με ιαχές και τυμπανοκρουσίες, να ζουν το υπέρτατο αυτό δώρο να τρέξουν επάνω στα βήματα του πρώτου μαραθωνοδρόμου.
Η διαδρομή δύσκολη ανηφορική, τα χιλιόμετρα περνάνε, οι παλμοί αυξάνονται, η ανάσα δυσκολεύει, αλλά ο στόχος εκεί, μαζί με τους υπόλοιπους μαραθωνοδρόμους κάθε ηλικίας, κάθε χρώματος, από κάθε γωνία της γης, που μεταφέρουν κι αυτοί το δικό τους μήνυμα στην χώρα τους, στη φυλή τους. Κανείς δεν εγκαταλείπει, κανείς δεν παραιτείται.

Η πορεία συνεχίζεται τρέχοντας επάνω στην άσφαλτο, με τα τοπία να εναλλάσσονται, μέχρι που ο χώρος αλλάζει, μία θλίψη πλανάται στον αέρα, μία μυρωδιά καμένου, μία σκούρα αχλή κι οι μαραθωνοδρόμοι αυξάνονται ξαφνικά κατά 99 ακόμη αθλητές, να μας δίνουν κουράγιο να μας επιφορτίζουν και με το δικό τους βαρύτιμο μήνυμα,
«Όταν τερματίσετε, θυμηθείτε μας!»

Και παρόλο το βάρος, τα πόδια παίρνουν φωτιά, με το δεξί χέρι στην καρδιά και το αριστερό σφιγμένη γροθιά, να προχωράμε διαλύοντας την γκρίζα ομίχλη, παίρνοντας την ευθύνη να μεταφέρουμε το μήνυμά τους.
Η πορεία συνεχίζεται με προσπάθεια και επιμονή, με πόνο αλλά και πείσμα, τρέχοντας πάνω στην μπλε γραμμή, καταπίνοντας τα χιλιόμετρα και μειώνοντας το χρόνο.
Ελέγχεις το ρολόι, ελέγχεις τους παλμούς, την απόσταση, κοντεύουμε, φάγαμε τα πρώτα 30, μια γουλιά νερό και μια μπουκιά μπάρα στο πόδι για επιπλέον ενέργεια. Τα πόδια πονάνε, η ανάσα γρήγορη και βαθιά να πάρει όσο το δυνατόν περισσότερο οξυγόνο. Ο ιδρώτας τρέχει και ποτίζει την άσφαλτο, χειροκροτήματα γύρω γύρω, τα παιδιά να τρέχουν για μία γρήγορη χειραψία, ένα άγγιγμα, δίνοντας κουράγιο και κάνοντας το ρυθμό να ανεβαίνει, κατηφορίζοντας προς το Στάδιο.

Και τώρα μαζεύεις όση δύναμη απέμεινε, με τους ρυθμούς να αυξάνονται, το Στάδιο είναι πλέον κοντά, η κατηφόρα βοηθάει και έρχεται στο μυαλό ο Λούης που τότε, χρόνια πριν, έτρεξε κι αυτός την ίδια διαδρομή, τερμάτισε νικητής στον ίδιο χώρο, κάτω από τον ίδιο ουρανό και τον ίδιο ήλιο, να δίνει κουράγιο με τις ζεστές ακτίνες του και να οδηγεί τα βήματα. Συγκίνηση και δέος σε πλημμυρίζουν καθώς σκέφτεσαι την αψίδα του τερματισμού.

Η τελευταία στροφή και η τελευταία ευθεία, λίγα μέτρα πριν τον τερματισμό, που φαίνονται περισσότερα από όλα τα προηγούμενα χιλιόμετρα, λες και ο δρόμος επιμηκύνεται, μια στιγμή αδυναμίας που τα ανθρώπινα κουράγια καταρρέουν.

-Άντε τελείωνε επιτέλους, πόσο είναι ακόμα; Τελείωνε γαμώ τον μπελά μου γιατί θα με μαζεύουν με το κουταλάκι από την άσφαλτο! Άντε επιτέλους!

Τα μάτια θολώνουν, το σώμα μουδιάζει, δεν νιώθεις πια τα πόδια, τώρα πια τρέχεις με την ψυχή, ακούς στο βάθος τις ιαχές και τα χειροκροτήματα από το στάδιο, τρέχεις πάνω σε σύννεφα δεν υπάρχει πια πόνος, δεν υπάρχει κούραση όταν περνάς την γραμμή του τερματισμού, μόνο η εκπλήρωση του στόχου να κρεμαστεί στο στήθος το βαρύτιμο μετάλλιο της κορωνίδας των αθλημάτων, να παραδώσεις το μήνυμα.

Και εκεί καταρρέεις με τον ιδρώτα και τα δάκρυα να πλημμυρίζουν το πρόσωπο σου, γονατίζοντας σε στάση ανάτασης, ευχαριστίας στους θεούς, μεταφέροντας το μήνυμα του αρχαίου προγόνου, της νίκης του Ανθρώπου ενάντια στην Λήθη!

«Όταν τερματίσετε, θυμηθείτε μας!»

 

Γιώργος Κύριλλος