Ήταν ένα δώρο που μου είχε πάρει ο πατέρας μου, γυρνώντας από την δουλειά.
-Έχει αργήσει, που να είναι, ακόμα να έρθει;
– Σε λίγο έρχεται, κάνε υπομονή, μου είπε η μάνα μου.

Τότε 10χρονο παιδάκι, μέρες πριν τα Χριστούγεννα, να περιμένω τις γιορτές και τα δώρα που τις συνοδεύουν. Μέχρι τότε πίστευα ότι υπήρχε Άγιος Βασίλης, που τα φέρνει από την καμινάδα. Βέβαια, το δικό μας σπίτι είναι μικρό, δεν έχει τζάκι, άρα λογικά ο Άγιος Βασίλης έρχεται απ’έξω, παρκάρει και κατεβαίνει να τα αφήσει, την ώρα που κοιμούνται τα μικρά παιδιά.

Ήρθε ο μπαμπάς, φώναξε η μάνα μου.
Σου έχω ένα δώρο, μου είπε. Πάμε να φάμε και θα σου το δώσω μετά, αν είσαι ήσυχος!
Χαμογελαστός, και ευδιάθετος, γέλασαν μέχρι και τα μουστάκια του.

Μου έδωσε το δώρο, το οποίο δεν ήταν από αυτά που με είχε συνηθίσει. Ήταν ένας μεγάλος μολυβένιος, ξύλινος στρατιώτης. Στο μέγεθος ενός μπουκαλιού. Ούτε πολύ μικρός, ούτε τόσο μεγάλος ώστε να μην είναι παιχνίδι, και να θεωρηθεί στολίδι. Τον έβαλα στην βιβλιοθήκη μου. Δίπλα από τα βιβλία που μου είχε πάρει.
Περίεργο φαινόμενο μικρό παιδί να διαβάζει τόσο πολύ. Τον ανησυχούσε, αλλά πάντα μου τα έπαιρνε. «Δεν θα βγείτε με τους φίλους σου, να παίξετε; Πάλι θα διαβάσεις; Θα κουράσεις τα μάτια σου. Κάνε ένα διάλειμμα.»

Εκείνα τα Χριστούγεννα όμως, έμελλε να φύγει ο μπαμπάς. Δεν μας παράτησε, ούτε μας βαρέθηκε. Απλά δεν γύρισε ποτέ σπίτι ζωντανός. Τον πρόδωσε η καρδιά του, γυρνώντας σπίτι, τακτοποιώντας τα τελευταία ψώνια.

Από τότε ο μολυβένιος στρατιώτης είναι ο πατέρας μου. Σε τέτοιο σημείο ώστε να μου αφηγείται τις ιστορίες μας. Αυτές, που όταν είχε δουλειά εκτός έδρας, με έπαιρνε μαζί του. Θα μοιραστώ μαζί σας μια ιστορία που μου θύμισε ο μολυβένιος στρατιώτης.

Καλοκαίρι στο βουνό. Είναι η μοναδική διέξοδος, εφόσον δεν υπάρχει περίπτωση για άδεια το καλοκαίρι σε πυροσβέστες που υπηρετούν σε δασικές περιοχές. Με έχει πάρει μαζί του για μια τυπική περιπολία. Θα μέναμε μαζί δύο μέρες σε ένα φυλάκιο του δάσους. Την πρώτη ημέρα, όλα καλά. Είχαμε πάρει μαζί μας και βιντεοκασέτες, για να δούμε μια ταινία που μας άρεσε, τον βασιλιά των λιονταριών. Καταλαβαίνετε, το χατίρι του παιδιού…!

Τον ρώτησα μετά το τέλος της ταινίας, αν θα έφευγε ποτέ. Ήξερε ότι ήταν άρρωστος. Απλά δεν μου μιλούσε για αυτό. Δεν ήθελε να με στενοχώρησει. Μου είπε πως, όταν φύγει, ή μέχρι να φύγει, θα είχε φροντίσει να μην μου λείπει τίποτα, πάρα μόνο η παρουσία του. Και με συμβούλευσε να κρατήσω ένα ζωάκι, ώστε να μου κάνει παρέα.
-Αλλά υπό έναν όρο.
-Τι θέλεις μπαμπά;
-Να το φροντίσεις όπως θα φρόντιζες εμένα αν ήμουν γέρος. Ή τουλάχιστον όπως πιστεύεις ότι
σε φρόντισα εγώ.

Συμφώνησα αμέσως.

Ξεκινήσαμε για την τελευταία περιπολία. Ξαφνικά μετά από μερικά μέτρα, βρήκαμε ανάμεσα στις φυλλωσιές, ένα ελάφι τραυματισμένο. Το πήραμε μαζί μας. Του καθαρίσαμε μια πληγή που είχε στο πίσω αριστερό πόδι. Του δώσαμε να φάει. Το επόμενο πρωί, το αφήσαμε στο εκτροφείο θηραμάτων της περιοχής μας για περίθαλψη.

Αυτή είναι η ιστορία του μολυβένιου στρατιώτη. Και πήρε σάρκα και οστά όταν βρήκα την Ίριδα. Την ίδια στιγμή της φέρθηκα όπως μου είπε ο μπαμπάς. Και όπως μου θύμισε ο μολυβένιος στρατιώτης. Και έτσι θεωρώ πως ξεχρέωσα, ένα μικρό κομμάτι από αυτά που μου έδωσε ο πατέρας μου…

 

Χρήστος Διαμαντής