Η ώρα ήταν εφτά και μισή το πρωί.
Πλύθηκε, ντύθηκε, έφτιαξε καφέ. Τσίμπησε δυο τοστ και ετοιμάστηκε για τη Δουλειά. Μετά πήγε στο δωμάτιο του μωρού. Κοιμόταν. Το είχε αλλάξει, το τάισε και μετά το κοίμισε, νανουρίζοντάς το όσο καλύτερα μπορούσε. Το φίλησε. Το ξαναφίλησε. Ένιωθε το βάρος του μικρού στην αγκαλιά του, αλλά και την καρδιά του που αγαλλίαζε.
Κάποιος χτύπησε το κουδούνι.
Άφησε απαλά το μωρό στην κούνια. Έτρεξε. Άνοιξε την πόρτα και ο κρύος αέρας τον καλωσόρισε.
Η Άννα στεκόταν εκεί. Χαμογελαστή. Μια γυναίκα εξήντα ετών, γνωστή της αποθανούσας μητέρας του. Έμπιστη.
Το μωρό, θυμήθηκε. Θα κοιμηθεί για τρεις ώρες. Στις δέκα και μισή, θα ξυπνήσει, κλαίγοντας. Θα θέλει φαγητό. Ίσως και άλλαγμα.
Η Άννα πέρασε και της είπε τι έπρεπε να κάνει. Της τα επαναλάμβανε κάθε μέρα.
Του είπε ότι ξέρει τι πρέπει να κάνει.
Την ευχαρίστησε. Το έλεγε κι αυτό κάθε μέρα.
«Μπορείτε να φύγετε. Θα αργήσετε στη Δουλειά».
«Ναι, φυσικά». Έκανε να γυρίσει. Σαν να του ήρθε η έμπνευση για να γράψει βιβλίο. Η Άννα τον κοίταξε χαμογελαστή. Τον ήξερε από παιδί.
Θυμήθηκε: Το μωρό θα θέλει την κρέμα, αλλά πρώτα το γάλα. Λίγα κινούμενα σχέδια βοηθάνε, επίσης. Πρέπει να είναι ήρεμο, να νιώθει ότι έχει Οικογένεια.
«Θα θέλατε κάτι άλλο;» ρώτησε η Άννα.
Δύο τρία δευτερόλεπτα ησυχίας. Το μωρό…
Τελικά, ένευσε αρνητικά.
Έφυγε, κλείνοντας πίσω του την πόρτα.
Από το σπίτι στη Δουλειά ήταν μισή ώρα. Χωρίς κίνηση στο δρόμο. Έβρεχε. Οι δρόμοι ήταν γεμάτοι από αμάξια. Αναστέναξε. Ξανά και ξανά. Κοίταζε το ρολόι στο ταμπλό.

Η Κατερίνα (η αποθανούσα γυναίκα του): Η ησυχία στο σπίτι δεν εξαρτάται μόνο από το να μη φωνάζουμε, Μάρκο. Δεν καταλαβαίνω γιατί έχεις τόσο άγχος τελευταία. Παιδί κάναμε. Όλοι οι φίλοι μας έχουν παιδιά.
Ο Μάρκος (τότε): Ναι, αλλά αυτοί έχουν Δουλειά. Όλοι και όλες. Εσύ δεν εργάζεσαι. Εγώ δεν βγάζω πολλά.
Κατερίνα: Θα βρούμε μια άκρη.
Και βρήκαμε. Βρήκες. Δουλειά. Επιτέλους. Και έτσι δουλεύαμε μια εγώ και μια εσύ. Ο ένας έμενε πίσω. Με το μωρό.
Και μετά…

Έφτασε στη Δουλειά. Όλοι ήταν εκεί και εργάζονταν πυρετωδώς. Τον χαιρέτησαν και τους ανταπέδωσε. Βιαστικά. Εντάξει, τον καταλάβαιναν. Είχε σκοτωθεί η γυναίκα του. Πρόσφατα. Μεγάλωνε παιδί. Μόνος. Σχεδόν.
Οι φάκελοι πολλοί και σήμερα. Ήπιε λίγο καφέ. Αριθμοί και πράξεις παντού. Ο υπολογιστής ανοιχτός και συνδεδεμένος στο Ίντερνετ. Έκανε ζέστη. Έβγαλε το σακάκι.
Μαθηματικά. Έλεγχος της εταιρείας, για τυχόν λάθη ή παραλείψεις. Κλικ-κλικ, τα κουμπιά στο πληκτρολόγιο. Τσικ-τσικ, το ποντίκι.

Το μωρό κοιμάται.
Κατερίνα: Γιατί διαβάζεις περιοδικά, Μάρκο; Αφού δε σ’ αρέσουν;
Μάρκος (κοιτάζοντας και το μωρό): Θα πάρω βιβλία. Παραμύθια. Θα του διαβάζω.
Κατερίνα: Θα του πάρουμε, να ’σαι σίγουρος.
Ήπιε καφέ.
Δε χρειαζόταν πραγματικά τον καφέ. Ήταν απλά μια συνήθεια που ξέμεινε, που ρίζωσε στην πραγματικότητά του.
Στιγμιαία, κοίταξε τη φωτογραφία. Εκείνος και η Κατερίνα και το μωρό. Στο νοσοκομείο. Μια νοσοκόμα τούς είχε φωτογραφήσει.
Όταν ζούσε η Κατερίνα, έπιναν καφέ μαζί κάθε πρωί. Με τη γέννηση του μωρού, δεν είχαν τόσο χρόνο, αλλά δεν τους πείραζε…
Μάρκος (τότε): Έλα, πού είσαι;
Κατερίνα: Έρχομαι.
Μάρκος: Τι ακούγεται;
Κατερίνα: Εμ…
Μάρκος: Πήγες χωρίς εμένα!
Κατερίνα: Συγνώμη. Πέρασα έξω από το μαγαζί και μετά σκέφτηκα να σταματήσω.
Μάρκος: Καλά, θα πάω και εγώ. Ή, μάλλον, όχι. Θα πάμε μαζί. Θα έρθεις και εσύ, κυρία μου. Και ο μικρός, παρέα όλοι.
Κατερίνα (γελάει).

Ο διευθυντής χτύπησε και άνοιξε την πόρτα. Την έκλεισε και προχώρησε προς αυτόν. Είχε χαρτιά στα χέρια και τα άπλωσε στο γραφείο.
Κάθισε μισή ώρα.
Αριθμοί, πράξεις, ανησυχίες για την εταιρεία.
Ο διευθυντής έφυγε.
Εκείνος γύρισε ξανά στον υπολογιστή και στα χαρτιά που του άφησε ο διευθυντής.

Τώρα θα αναδεύεται. Συνήθως, κουνάει απλά τα χεράκια του, ένα σχεδόν φευγαλέο κούνημα.
Κατερίνα: Είμαι στο ταμείο. Δεν αργώ.
Μάρκος: Όταν θα πάμε μαζί, δεν θα φύγουμε τόσο γρήγορα. Θα κάτσουμε μπόλικη ώρα. Θα τα δούμε όλα τα βιβλία, θα αγοράσουμε πολλά και μετά θα φύγουμε.
Κατερίνα: Και θα του τα διαβάσουμε. Όλα. Ένα εγώ, ένα εσύ.
Πωλήτρια: Γεια σας. Για δώρο;
Κατερίνα (χαμογελαστή): Μάρκο; Για δώρο;

Το κινητό κουδούνισε, αποσπώντας τον από τα φύλλα Excel. Είχε βάλει ξυπνητήρι τις ώρες που ξυπνούσε ο μικρός. Υπενθύμιση. Μερικές φορές (τότε), αποκοιμιόταν. Ο καφές δεν αρκούσε να τον κρατήσει ξύπνιο.
Το έκλεισε και αναστέναξε.
Όταν ξυπνάει, θέλει να πας αμέσως. Πρέπει να είσαι κοντά του. Είσαι ο γονιός του και πρέπει να είσαι κοντά του.
Το κινητό χτύπησε ξανά. Ο αριθμός του σπιτιού. Η Άννα.
«Όλα καλά», του είπε. «Τον άλλαξα και τον τάισα».
«Κοιμάται;»
«Όχι ακόμα».
Άκουσε το χαμόγελό του. Δυνατό και αγαπησιάρικο.
Ανέπνευσε.
«Ευχαριστώ, Άννα».
Το έκλεισε.
Ξανά στο Excel και στις φωτοτυπίες.
Ο πατέρας του (κάποτε): Η Δουλειά είναι σημαντική, αγόρι μου. Πώς θα ζήσεις, αν δεν βγάζεις λεφτά; Έτσι πάει. Θα μεγαλώσεις και θα δεις. Όταν κάνεις οικογένεια, θα δεις πώς είναι.
Η εταιρεία είχε προβλήματα. Εξ αρχής. Τα χρήματα ήταν λίγα, αλλά δεν μπορούσε να ρισκάρει και να φύγει. Είχε στείλει βιογραφικά. Οι περισσότεροι δεν τον δέχτηκαν. Αυτός συνέχισε να ψάχνει. Όλο και κάποιος θα ήθελε ένα λογιστή. Χρειαζόταν εμπειρία, πριν ανοίξει το δικό του γραφείο. Θα γινόταν ανεξάρτητος. Θα επέστρεφε η Κατερίνα από τη δική της δουλειά και εκείνος θα την περίμενε. Και εκείνοι θα την περίμεναν.

Αφού ταΐσεις το μωρό, μετά ή θα κοιμηθεί ή θα θέλει παιχνίδι. Γενικά, προτιμώ το παιχνίδι. Υπάρχουν και φορές, όμως, που θέλω να κοιμηθεί. Είναι κάποιες μέρες που δυσκολεύεσαι να τα βγάλεις πέρα. Αλλά όταν έχει όρεξη… Θεέ! Γελάει, γελάω και εγώ, κουνάει τα χεράκια του, με κοιτάζει, με περιμένει, είναι σαν να ζει για να με δει, και να τον βλέπω και εγώ, και να ζούμε. Μαζί. Όλοι μαζί.

Μάρκος (τότε): Ναι, ο ίδιος.
Αστυνομικός: Η γυναίκα σας είχε ένα ατύχημα.
Μάρκος: Τι; Τι ατύχημα;

Έσοδα και έξοδα. Πληρωμές. Προμήθειες. Οι ανησυχίες του διευθυντή σε μικρά κουτάκια. Το μέλλον ενός οργανισμού που πάλευε να κρατηθεί.
Αν θέλεις πραγματικά να ζεις με ένα μωρό, πρέπει να αφεθείς. Έτσι λένε. Κάνουν λάθος. Δεν πρέπει. Δε χρειάζονται τα πρέπει. Απλά αφήνεις το γονιό που κατοικεί μέσα σου και το παιδί που ήσουν κάποτε ελεύθερους. Όλα τα άλλα είναι απλά θέμα της φύσης. Ό,τι βλέπεις στα ντοκιμαντέρ με τα ζώα και νομίζεις πως δεν σε αφορούν επειδή εσύ είσαι άνθρωπος και αυτά άλογα όντα. Αλλά δεν είναι έτσι. Όχι όταν κρατάς ένα παιδί. Το παιδί σου.
Τρεις και σαράντα πέντε. Η ώρα είχε περάσει ξανά.
Έκλεισε τον υπολογιστή και μάζεψε τα χαρτιά, καταχωνιάζοντάς τα στο πρώτο συρτάρι. Έγραψε ένα post-it, για να θυμηθεί αύριο τι έμελλε να γίνει. Πέταξε το πλαστικό ποτήρι στον κάδο και έφυγε.
Στο αμάξι. Στην κίνηση ξανά.
Η βέρα στο χέρι του. Ένα σταυρουδάκι να κρέμεται από τον καθρέφτη.

Αστυνομικός: Αυτή είναι η σύζυγός σας;
Μάρκος (νεύει, κλαίγοντας): Θεέ μου! Γιατί; Γιατί;
Αστυνομικός: Λυπάμαι πολύ, κύριε.
Μάρκος: Έχουμε… έχουμε παιδί. Μωρό. Τώρα… εγώ… εκείνη δεν θα το δει… δεν…

Πάρκαρε. Βγήκε και κλείδωσε το αμάξι. Άνοιξε την πόρτα. Η Άννα εμφανίστηκε από την κρεβατοκάμαρα.
«Ευχαριστώ».
«Ούτε να το συζητάς. Κοιμάται, μην τον ξυπνήσεις. Τα λέμε αύριο».
Η Άννα έφυγε.
Πήγε στο δωμάτιο. Στάθηκε πάνω από την κούνια. Έσκυψε και του έδωσε ένα απαλό φιλί στο μάγουλο.
Πήγε στο κομοδίνο. Πήρε το παραμύθι.

Αστυνομικός: Αυτά βρέθηκαν στο αμάξι της συζύγου σας.
Μάρκος: Μόλις τα είχε αγοράσει… Και δεν… δεν θα του τα διαβάσει…

Κάθισε στο κρεβάτι. Άρχισε να διαβάζει.