Ο Ντίκυς ο Νίφτης ο Τσίφτης ο Ντέφτης ο Κλέφτης.

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Οι παλαιότεροι και πιο εξαρτημένοι με το Bluez, μπορεί να προσέξατε και να θυμόσαστε ότι η υποφαινόμενη, η Γάτα, είχε αποφασίσει σε μια δόση να παραχωρήσει το τσαρδί της, σ’ έναν πόντικα, στον Ντίκυ το Ποντίκι, με τ’ όνομα. Ρούσα είναι, τι να την κάνουμε, ενθουσιάζεται, είναι θερμόαιμη, παίρνει αποφάσεις στο γόνατο και τις εκτελεί επί τόπου. Ναι, και τις αποφάσεις και τους πόντικες ενίοτε.
Τίγκα στο μαγιοβότανο θα ήταν εκείνη την εποχή, γιατί ο πόντικας δεν ήταν ένα όποιο-να-ναι περαστικό ποντίκι. Ήταν νταραβέρι, γκόμινος, σχέση ντε πως να το πούμε. Πρώην σχέση με μεγάλη έμφαση στο “πρώην”. Σχέση που, λόγω μαγιοβότανου, η γάτα θεώρησε ότι μπορεί να γίνει φιλία του στιλ “κολλητάρια είμαστε και δεν μασάμε από τα συνηθισμένα και τα τετριμμένα και τον σοφό Δαλάι Λάμα που λέει ΡΕ ΜΗ ΔΙΑΝΟΗΘΕΙΣ ΝΑ ΝΟΙΚΙΑΣΕΙΣ ΣΠΙΤΙ ΣΤΟΝ ΠΡΩΗΝ ΓΚΟΜΕΝΟ!”

Την έκανε την αποκοτιά και μετά έτρωγε τα μουστάκια της και κοπάναγε την ουρά της στο κεφάλι της. Ε δε χρειάζεται να είσαι σοφός για να ξέρεις πως ήταν πολύ ατυχής ιδέα και πως η γάτα με το ποντίκι θα γίνονταν Βόρεια και Νότια Κορέα με την συγκεκριμένη συμφωνία. Να μην επαναλαμβανόμαστε, αν θέλετε λεπτομέρειες διαβάστε την κατάθεση των γεγονότων στο “Ο Ντίκυ το Ποντίκι”.
Μετά από κάτι μήνες, έδωσε ο γατοθεός και μάζεψε τα υπάρχοντά του ο Ντίκυ το Ποντίκι και πήγε στο καλό. Με το που έφυγε, έκανε και την τελευταία ποντικιά του και έστειλε ραβασάκι στη Γάτα ότι είναι απαράδεκτη και λίγη και βρωμόγατα και με λίγα λόγια την στόλιζε κανονικά. Ποντικίσια αλλά κανονικά. Η Γάτα έβαλε λοιπόν το γυαλί της, το στερέωσε στη μύτη της, πήρε το σοβαρό της ύφος, σάλιωσε και το μολύβι της, το γράπωσε με τα νυχάκια της και είπε να καταγράψει τα γεγονότα, γιατί γάτα είναι, μαγιοβότανο γεμάτος ο κήπος, θα ξεχνούσε μια μέρα τα τεκταινόμενα και κάτι τέτοια δεν πρέπει να ξεχνιόνται. Για να μην ξεχνιόσαστε κι εσείς, σας το βάζω εδώ για να το βλέπετε όταν θα σας έρθει κι εσάς να κάνετε καμιά γατήσια αποκοτιά.

Γράμμα σ’ έναν ενοικιαστή:

Θέλω να σου πω ότι το να αφήνεις ένα σπίτι βιασμένο, δεν μιλάει για θυμό. Μιλάει για αναξιοπρέπεια. Τα πας καλά στην διατύπωση και στην ετυμολογία, αλλά εγώ θα επιμείνω να εξηγήσω πως “αξιοπρέπεια” δεν είναι αυτό που δείχνουμε όταν μας κοιτούν. Είναι αυτό που κάνουμε γιατί το πετσί μας δεν μας επιτρέπει να είμαστε χαμηλοί άνθρωποι.Ήταν μεγάλη ικανοποίηση για μένα να καθαρίσω τον ποικιλότροπο οχετό που άφησες πίσω. Δεν άφησα άλλον να πετάξει τους σωρούς σκουπιδιών. Ήταν μια κάθαρση χωρίς προηγούμενο να το κάνω εγώ η ίδια.


Πέταξα τα παπούτσια και τις κάλτσες που ήταν σπαρμένες, άλλες στην κουζίνα, άλλες στο γκαράζ, άλλες στις κρεβατοκάμαρες. Πέταξα τα σκουπίδια που -μετρώντας γύρω στις τρεις εβδομάδες- ζέχνανε, καθώς και τα άπειρα πλαστικά ποτήρια με τους μισοτελειωμένους καφέδες. Άνοιξα ακόμα και τις σακούλες σκουπιδιών και ξεχώρισα τα πλαστικά και τα γυάλινα και τα έβαλα στην ανακύκλωση. Ξέρεις, εκείνους τους κάδους που σου είχα δείξει “εδώ τα πλαστικά, εδώ τα γυάλινα” και που μόνιμα τους περιφρονούσες γεμίζοντας τον δικό μου κάδο σκουπιδιών με τα πάντα, από χαρτόκουτες, μέχρι τα κρασιά που έπινες, μπουκάλια και περιεχόμενο μαζί, βρομιάρη ποντικέ. Άδειασα ένα ένα τα αναρίθμητα δοχεία με ματζούνια και παρασκευάσματα, σακούλες με βότανα και τα εξαιρετικά πολυπληθή κουτάκια μπίρας στον νεροχύτη και στα σκουπίδια και, με κάθε ένα που άδειαζε και πετούσα, καθάριζα εμένα από ότι με είχε βρομίσει. Με καθάρισα από θυμό, από αγανάκτηση, από περιφρόνηση για σένα. Με μεγάλη ευχαρίστηση πέταξα τα σάπια φαγητά από το ψυγείο και σε κάθε αναγούλα που με έπιανε με δικαίωνες ξανά και ξανά. Δεν σιχάθηκα αρκετά ούτε όταν πέταξα τα ξεχειλισμένα καλάθια με τα χαρτιά τουαλέτας που άφησες. Ακόμα και αυτό, που όταν το είδα ήταν σαν να είχες αφήσει την φωτογραφία σου, μου έδωσε ικανοποίηση που μου δόθηκε η ευκαιρία να το καθαρίσω εγώ με τα χέρια μου. ΚΑΘΑΡΙΣΑ!


Πήρες και ότι σε βόλευε. Δεν ήταν δικά σου, στα είχα δανείσει για να εξυπηρετηθείς και να κάνεις την γωνιά σου ομορφότερη, αλλά σε βόλευε να τα πάρεις. Ακόμα και τα πιάτα της μητέρας μου που, σου εξήγησα, ήταν μια συναισθηματική ανάμνηση για μένα και να προσέξεις να μην τα βάλεις στις κούτες. Ξέρεις, όταν πέθανε η μαμά μου, είχε λεηλατηθεί το σπίτι της από μια γυναίκα που την “φρόντιζε”. Φρόντισες κι εσύ για μια ακόμη λεηλασία, πάνω σε αυτά τα πιάτα που τα έστρωνε στο τραπέζι της όταν πήγαινα να την δω κι εσύ μου στέρησες αυτή την ανάμνηση. Τέσσερα πιατάκια είχαν μείνει όλα κι όλα.


Άφησες και ότι βαρύ και άχρηστο δεν σε εξυπηρετούσε να πετάξεις, για να το φροντίσω εγώ. Φώναξα έναν ρακοσυλλέκτη, από αυτούς που μαζεύουν άχρηστα σίδερα, προσφέρθηκα να τον πληρώσω κιόλας, αλλά ούτε αυτός μπορεί να τα σηκώσει με τόσο βάρος.
Το σπίτι αυτό που είχα στολίσει με τρυφερότητα και αγάπη, για να φιλοξενεί που και που το παιδί μου και τους φίλους του, στο είχα αδειάσει, στο είχα καθαρίσει, στο είχα γυαλίσει και στο εμπιστεύτηκα. Το μαγάρισες και το βίασες.
Σ’ ευχαριστώ για την ευκαιρία που μου έδωσες να καθαριστούμε και το σπίτι και εγώ.

Η Γάτα.

Μοιράσου το!

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Τα βιβλία μας

Φευγάτος
Αλέξανδρος Κουτρούλης - Φευγάτος
Μαργαρίτα Τσεντελιέρου - Το Μυστικό

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook