Που λέτε, σε μια φάση, βρήκα το ιδανικό κεραμίδι. Βρήκα χώρο ν’ απλωθώ, βρήκα κήπο για να κυνηγάω ποντίκια όσα ήθελα. Τις άλλες γάτες της γειτονιάς τις κρατούσα σε απόσταση και μαζί και χώρια δηλαδή, γιατί και τα πολλά πολλά δεν είναι για τα μας. I’m not for many many, που είπε και ο Κομφούκιος. Άπλωσα την κορμάρα μου στο καινούργιο τσαρδί, τεντωνόμουνα και λιαζόμουνα όποτε ήθελα έξω, πήρα και ντιζαϊνάτα μαξιλάρια για το χουχούλιασμα όποτε ήθελα μέσα, την καταβρήκα.

Στο μεταξύ, δύο χρόνια πριν, είχα ψιλο-υιοθετήσει ένα ποντίκι. Ναι, ναι, ποντίκι. Δεν κατάλαβα καλά πως βρέθηκα εγώ με ποντίκι για να είμαι ειλικρινής. Εγώ με γάταρους είχα να κάνω σ’όλη μου τη ζωή, που υιοθεσία δεν χρειάζονταν. Αυτό το πλάσμα όμως όταν βρέθηκε στον δρόμο μου, χορτάτη εγώ ούσα, με διασκέδαζε. Περνούσα καλά, μ’ έκανε και γελούσα με τα καμώματά του, μ’ έξυνε και με την ουρά του (δεν ξέρω αν το κάνουν αυτό τα ποντίκια, αυτό το ποντίκι τελοσπάντων το έκανε) ε, διασκεδάζαμε ο ένας τον άλλον και δεν του έδειξα δόντια.

Εγώ βέβαια στο μυαλό μου το ποντικάκι το έβλεπα για να περνάω καλά που και που, αυτό όμως την είδε αλλιώς. Μου κατσικώθηκε το ποντίκι ο Ντίκυ. Μια μέρα την εβδομάδα στην αρχή, πιο συχνά λίγο αργότερα, γέλιο στο γέλιο, παρέα στην παρέα, κρασάκι στο κρασάκι, μια μέρα κατσικώθηκε για τα καλά. Κάθε βράδυ εκεί ο Ντίκυ, μπάστακας. Μη σας ακούσω να πείτε “τραβάτε με κι ας κλαίω”, το είπα πρώτη. Είπαμε περνούσαμε καλά με τον Ντίκυ. Τώρα, μια και τα λέμε όλα, ήμουν και φρέσκια από ερωτική απογοήτευση μ’ έναν γάτο που έκανα πολύ κέφι αλλά δεν μου κάθισε έτσι όπως ήθελα. Ο Ντίκυ ήταν ότι έπρεπε. Ποντίκι μεν, δηλαδή λίγος για μια γάτα σαν και του λόγου μου και κοντός, αλλά το τι καλή παρέα κάναμε δεν λέγεται. Πλακώσαμε τα φαγοπότια, κάναμε ταξίδια, ήξερε κι από καλό κρασί, μιά χαρά, χρυσή παρέα ήταν.

Ήμουν στοργική απέναντι στον Ντίκυ. Για να μην αισθάνεται λίγος, του έφτιαχνα το ηθικό, τον κολάκευα, του παίνευα τα προτερήματά του και του μάθαινα πως να ορθώνει το ανάστημά του ώστε να μην αισθάνεται μειονεκτικά στον γατόκοσμο που πρέπει να επιζούν τα ποντίκια. Τώρα για μένα το έκανα, για να μην τον λυπάμαι; Για τον Ντίκυ το έκανα που είχε και πέντε καλά στοιχεία και του τα εκτίμησα; Θα σας γελάσω.

Τελοσπάντων μια χαρά τα πηγαίναμε για δυόμισι χρονάκια. Αλωνίσαμε, φάγαμε, παίξαμε, κυνηγήσαμε, ταξιδέψαμε, μας τέλειωσε. Συγκεκριμένα μου τέλειωσε.

Άρχισα να βαριέμαι του σκοτωμού, άσε που είχε εξαντληθεί το ρεπερτόριο του Ντίκυ το Ποντίκι και δεν με διασκέδαζε πια. Άρχισα και την εσωτερική γατομουρμούρα.
-Αφού το ξέρεις ότι δεν κάνεις για πολύ με γάταρους και γάταρους, το ποντίκι τι το θέλεις ρε δικιά μου;
-Μα έτσι κάνω πάντα και δεν δίνω ευκαιρίες και πάντα μόνη μου μια ζωή στα κεραμίδια δεν βγαίνει, πόσο μάλλον εφτά ζωές!

-Αφού με επιείκεια τον έβλεπες τον Ντίκυ από την αρχή, δηλαδή τι περίμενες; Ότι θα ταβλιαστείς από γατο-ποντικο-έρωτα στα ξαφνικά;
-Μα περνούσαμε καλά και μ’αγαπάει…
-Δεν μπορούσες δηλαδή να περνάς καλά και να σ’ αγαπάει από μακριά; Ήταν ανάγκη να τον υιοθετήσεις;
-Μα θα μείνω μόνη πάλι, με πιάνει και η ανασφάλειά μου!

Μέχρι που έσκασα πια και του λέω του Ντίκυ “ίσαμε δω και μη παρέκει”. Του έδινα και συμβουλές “να βρεις μια ποντικίνα να κάνεις οικογένεια, με τη γάτα δεν θα πήγαινε μακριά η βαλίτσα, το ξέραμε” και κλάμα ο Ντίκυ. (Η ιστορία της ζωής μου έτσι; Μα όλοι να κλαίνε επιτέλους;!)

Κάποια στιγμή το πήρε απόφαση το ποντίκι, μαζεύτηκε στην τρύπα του και έγλυφε τα τυράκια που του είχαν μείνει από τη μεγάλη ζωή που έκανε με τη γάτα. Μιλούσαμε κιόλας συχνά, λέγαμε τα νέα μας, φιλαράκια καρδιακά γίναμε.
Μέχρι που μου ήρθε η φαεινή ιδέα και λέω στον εαυτό μου:
-Τόσο κεραμίδι έχεις δικό σου, τόσο κήπο για τρέξιμο και για κυνήγι, φιλαράκι ο Ντίκυ, βρε δεν του λες να πάρει την ποντικοπραμάτεια του και να φύγει από την ανήλιαγη τρύπα που μένει, να σε βοηθάει κιόλας να κυνηγάτε μαζί κατσαρίδες στον κήπο, ποντίκι είναι, όλο σε τρύπες μπαινοβγαίνει, να σου συμπληρώνει και καμιά μαρίδα στο πιάτο από τα ψαράδικα;

Ενθουσιάστηκα εγώ, ενθουσιάστηκε και το ποντίκι, τα συμφωνήσαμε, κουβαλήθηκε να μείνει σε μια υπέροχη τρύπα, ευρύχωρη, ηλιόλουστη, που είχα στα κεραμίδια και δεν την χρησιμοποιούσα.

Ε τι να σας πω τώρα; Ότι δεν προλάβαμε να κλείσουμε μήνα γειτονίας πριν ξεχαστεί και η φιλία και η ποντικοαγάπη; Θα σας το πω, αφού το είδατε κι εσείς…

Φίλοι μου, μακριά από ποντίκια. Μακριά από πλάσματα που δεν είναι του δικού σας γατόκοσμου. Δεν γίνεται το ποντίκι να αγαπάει τη γάτα. Τη φοβάται, πως να το κάνουμε δηλαδή! Αισθάνεται μειονεκτικά απέναντι σε μια κόκκινη γάτα, αισθάνεται ποντικίσια γκρίζος και μικρός και του βγαίνει σε θράσος.

Έβγαλε κάτι δοντάρες το ποντίκι, ΝΑ!
Ασχήμυνε η φάτσα του, έπαψε να είναι ο Ντίκυ το γλυκό το ποντικάκι, αρουραίος έγινε. Είναι και βρώμικος σαν ποντίκι βέβαια και που να συγκατοικήσει αρμονικά με τη γάτα που τη μισή μέρα καθαρίζεται και πλένεται! Απέκτησε “δικαιώματα” λέει επειδή του παραχώρησα την ποντικότρυπα και επειδή μου έφερε και δυο μαρίδες. Έφερε και την ποντικίνα που του έλεγα να βρει και του βγήκε όλη η ποντικοκακία και η ποντικοζήλεια που κουβάλαγε μέσα του και έκρυβε επιμελώς όσο έτρωγε τα γαλλικά τυριά από το κελάρι μου.

Γιατί έπρεπε να ξέρω ότι, το ποντίκι και από τον υπόνομο να το βγάλεις και να του δείξεις ήλιους και μεγαλεία που δεν είναι του κόσμου του, τον υπόνομο έχει γνωρίσει, τη βρωμιά του υπονόμου θα κουβαλάει στην καμπουρίτσα του.

Τώρα η ξύπνια η γάτα ψάχνει ν’ αλλάξει κεραμίδια.
Ακούσατε γατάκια;