Ο Ολλανδός παππούς

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Στα χρόνια τα (οχι και τόσο) παλιά ένας όμορφος νεαρός άντρας έφυγε από το χωριό του στη Χαλκιδική να πάει μετανάστης κι αυτός στην Αυστραλία. Όμως η ζωή είναι γνωστή κατεργάρα και μεγάλο πειραχτήρι κι ο Μιχάλης κατέληξε στην Ολλανδία. Ξέμπαρκος από το καράβι και με τις τσέπες σχεδόν άδειες κάθισε σε ένα παγκάκι στο λιμάνι κι αναρωτιόταν τι του ξημερώνει. Ο καλός θεούλης τον λυπήθηκε και του έστειλε ένα παλικάρι Ολλανδό να τον μαζέψει στο σπίτι του και να του αλλάξει τη ζωή. Γιατί το παλικάρι αυτό είχε μια όμορφη αδερφή και όταν όμορφα νιάτα συναντιούνται ο έρωτας κάνει πάρτυ! Έτσι λοιπόν ο Μιχάλης γνώρισε τη Μαρία που του χάρισε τρία υπέροχα παιδιά και μια ζωή ονειρεμένη και σε μας, την οικογένεια του Μιχάλη, στιγμές μοναδικές καθώς οι δυο τους προερχόταν από τελείως διαφορετικές οικογένειες, με διαφορετική θρησκεία, γλώσσα, νοοτροπία, ήθη και έθιμα.

Λίγο μετά τη γέννηση του πρώτου παιδιού ο Μιχάλης έπρεπε να επιστρέψει στην Ελλάδα να υπηρετήσει τη μαμά πατρίδα και μαζί του ήρθε και η Μαρία με το γιο τους. Ναυτάκι ο Μιχάλης (φαν φακτ το καράβι όπου υπηρετούσε πήρε μέρος στα γυρίσματα της ταινίας Τα κανόνια του Ναβαρόνε και όποτε τη βλέπαμε μας έλεγε να, να κάπου εκεί είμαι κι εγώ) κι η Μαρία στο σπίτι της κουνιάδας που ήταν δίπλα στη ναυτική διοίκηση Β. Ελλάδας για να μπορεί να επικοινωνεί με τον αγαπημένο της. Και φυσικά από δίπλα και η πεθερά, να ελέγχει και τη νύφη την ξένη μη παραστρατήσει αλλά κυρίως να χαρεί το πρωτότοκο εγγόνι.

Πρώτο αλησμόνητο σκηνικό, η γιαγιά απεφάνθη ένα πρωινό πως ο μικρός είναι ματιασμένος και μαζί με τις κόρες βουτάνε το μωρό να το ξεματιάσουν. Μπαίνει η Μαρία στην κουζίνα να πιει νερό και τις βλέπει και τις τρεις με το μωρό στα χέρια να κρατάνε ένα πιάτο με νερό, λάδι και το καντήλι σιμά και να μουρμουρίζουν λόγια ακαταλαβίστικα και να το φτύνουν ανά τακτά διαστήματα. Θόλωσε η άμοιρη, δεν ήξερε τα έθιμα της ελληνικής παράδοσης, έτρεξε σα σίφουνας να σώσει το παιδί από τα χέρια των τριών μαινάδων (όπως της φάνηκαν). Δεν ήξερε αν το βαφτίζουν ή αν κάνουν κάποια τελετή του εξοαποδώ, μαυροντυμένες και με τα τσεμπέρια στο κεφάλι. Σαν την τρελή έφυγε με τα μπικουτί στα μαλλιά και το παιδί στην αγκαλιά και πήγε στον ασύρματο να μιλήσει με το Μιχάλη της για το κακό που τους βρήκε. Μετά τα Κανόνια του Ναβαρόνε η Ολλανδέζα με τα μπικουτί ήταν το γεγονός της χρονιάς στα ναυτικά δρώμενα του 1961.

Λίγους μήνες αργότερα αποφασίζει ο πατέρας της Μαρίας να επισκεφτεί για πρώτη φορα την Ελλάδα και να γνωρίσει τα συμπεθέρια. Συναγερμός σήμανε με το νέο, μετακομίζει σύσσωμη η οικογένεια στο χωριό να ετοιμάσουν τα σπίτια για την επίσκεψη. Και να τα πατώματα (βάψιμο με ασβέστη), να τα πλυσίμα των προικιών (τα σώβρακα, τα σεντόνια, τα τραπεζομάντηλα) του Μιχάλη μην πούνε πως τους τον δώσανε ξεβράκωτο, φουρνίσματα, ξεφούρνισματα, κακός χαμός. Το μόνο καλό βρήκε την ησυχία της η Μαρία από τις τζασλές.

Κι έφτασε η μεγάλη μέρα και φτάνουν οι Ολλανδοί σύσσωμοι. Στρώθηκαν τα τραπέζια, μαζεύτηκε όλο το σόι μέχρι τέταρτα ξαδέρφια κι έγινε γλέντι τρικούβερτο. Ο παππούς Μαξ έφαγε τόσο πολύ που ένιωσε ναυτία, κι άρχισε να λέει, sick, sick, χαϊδεύοντας την κοιλιά του μπας και καταλάβουν και τον αφήσουν ήσυχο αλλά η γιαγιά Βερδίκη νόμισε πως ζητούσε σύκα και έτρεξε να του φέρει και τον τάισε μέχρι που έσκασε ο άνθρωπος και έψαχνε την τουαλέτα, αλλά η τουαλέτα ήταν έξω από το σπίτι κι όταν κατάλαβε που έπρεπε να πάει, από τη βιασύνη του κατέβηκε την πέτρινη σκάλα εκτελώντας κυβιστήσεις ολυμπιακών προδιαγραφών.

Και φτάνουμε αισίως στο σωτήριον έτος 1975, μήνα Απρίλιο. Λίγο μετά την άφιξη μου στον κόσμο. Μόλις το έμαθε ο παππούς Μαξ πήρε το αυτοκίνητο, το γέμισε δώρα, και έφτασε σε χρόνο ρεκόρ από Ολλανδία Θεσσαλονίκη. Για κακή του τύχη όμως έφτασε αφού είχε δύσει ο ήλιος και η γιαγιά μου με τη μάνα μου τον άφησαν στο κατώφλι με τα δώρα παραμάσχαλα για να συσκεφθούν αν θα τον αφήσουν να μπει μέσα. Η ώρα περνούσε, ο παππούς αναθεμάτιζε την ώρα και τη στιγμή που δεν κατούρησε πριν μπει στην πόλη αλλά περίμενε να φτάσει στο σπίτι μας, η μάνα κι η γιαγιά πόρισμα δεν έλεγαν να βγάλουν γιατί έκλεισε κι η εκκλησία μα να πάρουν μια γνώμη από τον παπά. Ευτυχώς γύρισε ο πατέρας μου από το μαγαζί και πάρθηκε η απόφαση να μπει σπίτι. ΑΛΛΑ πρώτα έπρεπε να λιβανιστεί να μην μεταφέρει κανένα πονηρό πνεύμα. Φανταστείτε σκηνικό, η μάνα μου να κοιτάζει από την πόρτα της κουζίνας ποτέ θα τελειώσει η τελετουργία να φέρει το μωρό, στην κουζίνα η γιαγιά με το λιβανιστήρι να καίει και να ψέλνει ακατάληπτα, ο παππούς Μαξ να σφίγγεται και να ιδρώνει για να μην τα αμολήσει επιτόπου και ο παππούς Γιώργος να ετοιμάζει ουζάκια καθώς ήταν μερακλήδες οι παππούδες. Αφού επιτέλους τελείωσε η γιαγιά, μπήκε η μάνα μου περιχαρής στην κουζίνα να δείξει το μωρό και τι να πει ο παππούς Μαξ για να ξεμπερδεύει, πέταξε ένα ααααα αυτη θα γίνει όμορφη πολύ όταν μεγαλώσει και έτρεξε στον απόπατο να ξαλαφρώσει ο έρμος. Φήμες που θέλουν την τρέλα που κουβαλάω να οφείλεται στις αναθυμιάσεις από το λιβάνι κι οτιδήποτε άλλο (είπαμε οι παππούδες μερακλήδες κι ο ένας Ολλανδός) κρίνονται αβάσιμες και κακοήθεις.

Το να ζεις μέσα σε μια πολυπολιτισμική οικογένεια είναι ευλογία, γιατί ο θείος μου δεν ήταν ο μόνος που παντρεύτηκε «ξένη», πολλοί ακολούθησαν το παράδειγμα του στην οικογένεια μου, χαρίζοντας μας επίσης γέλιο αλλά και αγάπη, πολλή αγάπη που η άτιμη δεν κοιτά ούτε σύνορα, ούτε γλώσσα ούτε θρησκεία.

 

Κατερίνα Σκορδέλη

Μοιράσου το!

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Τα βιβλία μας

Φευγάτος
Αλέξανδρος Κουτρούλης - Φευγάτος
Μαργαρίτα Τσεντελιέρου - Το Μυστικό

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook