Ο πίθος των Δαναΐδων

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest
()

Η Ζωή είναι ένα πιθάρι. Τρύπιο, τσακισμένο, ραγισμένο από τις πολλές πτώσεις και κακοτυχίες. Κάποιος το επιδιορθώνει πρόχειρα με λίγη κόλλα, λάσπη, πλαστελίνη ή ένα κομμάτι τσίχλα που βγάζει βιαστικά από το στόμα του.

Στην αρχή όλα καλά. Δε βαριέσαι την κάνει τη δουλειά του. Με τον καιρό όμως αρχίζει να χάνει. Στην αρχή μικρές σταγόνες. Κανείς δεν το προσέχει ώσπου κάποια στιγμή νιώθεις μια υγρασία στα δάχτυλα.  Τρίβεις απαλά τις άκρες τους και μετά τα σκουπίζεις με κάποια ενοχή στα ρούχα σου.  Μια σκιά ανησυχίας. Δε βαριέσαι, αντέχουμε ακόμα. Το ξεχνάς.

Η σταγόνα γίνεται δάκρυ. Το πιθάρι της ζωής σου δακρύζει. Στην αρχή διακριτικά, σιωπηλά. Δεν είναι τίποτα σκέφτεσαι. Από τη συγκίνηση. Οι συγκινήσεις όμως πολλές και τα δάκρυα πληθαίνουν ώσπου κυλούν πλέον ανεξέλεγκτα. Ποτάμια αλμυρά. Ποτάμια που περιέχουν την ουσία της θάλασσας. Πως να χωρέσει όμως η απεραντοσύνη σε όλου του κόσμου τα ρυάκια;

Το νερό κυλά πλέον χωρίς σταματημό. Η ρωγμή, η βιαστικά μπαλωμένη τρύπα αρχίζει να ανοίγει. Τρέχεις στη βρύση. Αναζητάς μια πηγή. Πασκίζεις να το γεμίσεις πάλι. Μη χαθεί, μη στερέψει το ζωτικό υγρό. Μάταιος ο κόπος. Όσο και να γεμίζεις το νερό φεύγει, χάνεται, ρέει στο χώμα. Μουσκεύει τα πόδια σου. Κρυώνεις, φοβάσαι. Το χώμα γίνεται λάσπη. Η ζωή κυλά και χάνεται… Σιγοτραγουδάς μήπως και ξορκίσεις το κακό.

Κάποιος διψά. Νερό, νερό, φωνάζει απελπισμένος. Ένωσε τις χούφτες σου του λες. Να βάλτες κάτω από την τσακισμένη στάμνα. Πιες να ξεδιψάσεις. Το νερό χύνεται, το νερό σώνεται. Εμπρός, πρόλαβε να σβήσεις τη δίψα σου πριν στερέψει  για πάντα το νερό.

Το υπόλοιπο κυλά στο χώμα. Το ρουφάει η γη αχόρταγα στα σωθικά της, βαθιά μέσα της, για να βλαστήσει ο κρυφός σπόρος, να μεγαλώσει σιωπηλά, να ξεπροβάλει το φιντανάκι, μια μικρή πράσινη κουκιδίτσα. Σηκώνει το κεφαλάκι της και χαιρετά τον ήλιο. Θέλω να μεγαλώσω λέει. Και όσο το πιστεύει τόσο μεγαλώνει και το βλαστάρι θεριεύει, απλώνει φύλλα, βγάζει λουλούδια, δένει κορμό, γίνεται δέντρο ψηλό. Θα φτάσω τον ουρανό. Θα αγγίξω τον ήλιο. Πρόσεχε μην καείς.

Και να ξάφνου ανάβει μια σπίθα, μια φλογίτσα που γίνεται φωτιά. Απλώνεις να χέρια σου να ζεσταθείς αλλά αυτή με μιας θεριεύει και σου καίει τα ακροδάχτυλα. Βάζεις το καμένο χέρι σου κάτω από το τρύπιο πιθάρι να πάρει το νερό το πύρωμα, να ανακουφίσει τον πόνο.

Με το λίγο νερό που έχει απομείνει προλαβαίνεις να σβήσεις τη φωτιά πριν κατακάψει τα πάντα. Και τώρα πως θα ζεσταθούμε χωρίς φωτιά; Μην ανησυχείς όσο υπάρχει ήλιος δεν θα κρυώσουμε. Άσβηστη η φωτιά του.

Και το πιθάρι σου στέκει τώρα άδειο και τσακισμένο. Χωρίς νερό μέσα του, χωρίς ζωή. Βάζεις το αυτί σου πάνω από το χείλος του. Ακούς σαν σε κοχύλι το βουητό του νερού που στέρεψε να σου λέει: Ευτυχώς πρόλαβα χόρτασα τους διψασμένους, πότισα τη γη, ανάστησα το δέντρο, έσβησα τη φωτιά αλλά ο ήλιος λάμπει ακόμα.

Δύο χέρια εργατικά πήραν χούφτες το χώμα και γέμισαν το άδειο πιθάρι και δύο κρινένια ακροδάχτυλα φύτεψαν ένα σπόρο και δύο μάτια βουρκωμένα άφησαν δύο δάκρυα να κυλήσουν και πότισαν το σπόρο. Και μια φωνή μωρουδιακή, γλυκιά και χαρούμενη τραγούδησε.

Η ζωή που κυλά δεν χάνεται, η ζωή συνεχίζεται…

Πώς σας φάνηκε αυτή η ιστορία;

Πατήστε πάνω σε ένα αστέρι για να την βαθμολογήσετε!

Μέση βαθμολογία / 5. Αριθμός ψήφων:

Δεν υπάρχον ψήφοι! Ψηφίστε πρώτοι!

Αφού σας άρεσε...

Ακολουθήστε μας στα social media!

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *