Ο πραματευτής

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Δέκα χρόνια… Δέκα ολόκληρα χρόνια γύριζε ο Στρατής όλη τη χώρα, πουλώντας τη πραμάτεια του. Είχε γυρίσει όλες τις πολιτείες για να μαζέψει χρήματα και να παντρευτεί την Ξανθούλα του. Μα για να την παντρευτεί, έπρεπε πρώτα να τη βρει εκεί όπου την είχε εξορίσει ο πατέρας της, όταν έμαθε για τον έρωτά τους.

Αχ, η Ξανθή του! Ίδιος ο ήλιος ήταν! Την είχε πρωτοδεί στον κήπο της, να φροντίζει τα λουλουδάκια της, ίδιο λουλούδι κι εκείνη. Ίσαμε δεκαπέντε χρονών ήταν και όμορφη σαν άστρο της αυγής. Τα μαλλιά της έλαμπαν στο πρωινό φως και στα μεγάλα μάτια της καθρεφτιζόταν όλη η ομορφιά του κόσμου.

Μα και η Ξανθούλα δεν έμεινε ασυγκίνητη μπροστά στη περπατησιά και το ανάστημα του νέου που κοντοστάθηκε μπροστά στον κήπο της και την καλημέρισε. Από τότε, κάθε πρωί στεκόταν στο ίδιο σημείο, περιμένοντάς τον να περάσει για να της πει δυο κουβέντες και σιγά – σιγά οι κουβέντες, έγιναν λόγια αγάπης.

Δε θα είχαν περάσει δυο μήνες κι ο Στρατής πήρε την απόφαση να πάει στον πατέρα της Ξανθής και να τη ζητήσει. Δίσταζε να στείλει προξενιά, μιας και δεν είχε να προσφέρει πλούσια ζωή στην αγαπημένη του, ένας φτωχός αγρότης ήταν – μεροδούλι, μεροφάι – άλλα δε θ’ άφηνε τη γυναίκα του να δυστυχήσει κοντά του. Θα δούλευε νυχθημερόν για να μπορέσει να της προσφέρει όλα όσα απολάμβανε στο πατρικό της.

Βρήκε τον κυρ – Γιώργη, τον πατέρα της Ξανθής, στον καφενέ και κάθισε στο τραπέζι του θαρρετά. «Κυρ – Γιώργη, ήρθα να σου πω κάτι σημαντικό και σε παρακαλώ άκουσέ με. Αγαπώ την κόρη σου την Ξανθή και θέλω να μας δώσεις την ευχή σου να παντρευτούμε».

Ο κυρ – Γιώργης έγινε ίδιο θηρίο. Άρχισε να βλαστημάει και απείλησε τον Στρατή πως αν δεν εξαφανιζόταν από το χωριό αμέσως, θα γινόταν φονικό και θα έδιωχνε τον πατέρα του από το υποστατικό του, που τον είχε εργάτη.

Ο Στρατής έφυγε σαν κυνηγημένος για να μη γίνει κανένα κακό, μα πριν πάρει των ομματιών του, πήγε και βρήκε την Ξανθούλα. «Θέλω να μου υποσχεθείς πως θα με περιμένεις. Θα φύγω μακριά, θα δουλέψω, θα κάνω χρήματα και θα έρθω να σε πάρω γυναίκα μου, στο υπόσχομαι». Η Ξανθή υποσχόταν αιώνια πίστη με τα μάτια της να έχουν πλημμυρίσει δάκρυα και την ανάσα της να διακόπτουν λυγμοί.

Σαν γύρισε ο κυρ – Γιώργης στο σπίτι, την έβαλε να του τα πει όλα και ευθύς αμέσως αποφάσισε πως πρέπει να την παντρέψει το γρηγορότερο για να αποφύγει το ρεζίλεμα. Η Ξανθή ούτε να ακούσει για προξενιά. Την πήρε με το καλό, την πήρε με το άγριο, την κλείδωσε μέσα στο σπίτι, μα εκείνη ήταν ανένδοτη. Όμως δε βάστηξε πολύ το μαρτύριο της γιατί σύντομα  αποφασίστηκε να φύγει για τη μεγάλη πολιτεία μακριά από τον τόπο της, όπου έμεναν κάτι μακρινά ξαδέρφια της μάνας της. Έτσι θα έχανε και τα ίχνη της ο Στρατής όταν θα γύριζε.

Ο καημένος ο Στρατής! Για να μπορέσει να μαζέψει χρήματα να πάει να τα πετάξει στα μούτρα του Γιωργή και να παντρευτεί επιτέλους την αγαπημένη του, έγινε γυρολόγος. Με τα λίγα χρήματα που είχε, αγόρασε διάφορα τετζερέδια και με ένα κάρο γυρνούσε σε πόλεις και χωριά διαλαλώντας την πραμάτεια του. Δυο χρόνια του πήρε να γυρίσει στον τόπο του αλλά εκεί δεν τον περίμενε πια η Ξανθή. Την είχαν διώξει και κανείς δεν ήξερε να του πει πού είχε πάει. Έπεσε να πεθάνει από τον καημό του. Αρρώστησε βαριά και του πήρε έναν ολόκληρο χειμώνα να συνέλθει. Τίποτα δεν τον κρατούσε στο χωριό του. Έπρεπε να βρει την Ξανθή του. Πήρε τα τετζερέδια και το κάρο του και άρχισε να αλωνίζει όλες τις πολιτείες αναζητώντας τη χαμένη του αγάπη.

Δέκα χρόνια… Δέκα χρόνια του πήρε να φτάσει στη μεγάλη πολιτεία και να ξαποστάσει στην άκρη ενός δρόμου κοντά σε μια ανοιχτωσιά. Έκλεισε τα μάτια του για λίγο μα ένα δυνατό ρεύμα αέρα τον ανάγκασε να ξυπνήσει και να ανασκουμπωθεί. Εκεί, στην απέναντι πλευρά η Ξανθή του … αλλά δεν ήταν μεγάλη γυναίκα, παρά ένα παιδί! Ένα κοριτσάκι ίσαμε δέκα χρονών, που το κρατούσε από το χέρι μια όμορφη γυναίκα σαν τον ήλιο. Ο Στρατής νόμιζε ότι του σάλεψε. Και τότε κατάλαβε… Μια φορά έφτανε για να υφανθεί η κλωστή που δένει για πάντα δυο ανθρώπους που αγαπιούνται. Άρχισε να τρέχει όσο πιο γρήγορα μπορούσε για να αναπληρώσει τον χαμένο χρόνο.

Τα μάτια της κόρης του μόνο πρόλαβε να δει να τον κοιτούν και να ακούσει το όνομα του και ένα «μπαμπά» πριν το φως χαθεί από τα μάτια του και το κορμί του χτυπήσει με δύναμη στο πλακόστρωτο. Τα μάτια της, που καθρέφτιζαν την ομορφιά όλου του κόσμου, σαν τα μάτια της μάνας της, πριν η ψυχή του καβαλήσει ένα σύννεφο για να φτάσει στον ήλιο…

Dum spiro spero

Μοιράσου το!

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook