Η Άννα ήθελε να του καρφώσει το αγγούρι στον κώλο.
Ερχόταν πάντα τις ώρες που είχε τρελή δουλειά, μία ουρά ατελείωτη πελατών με γεμάτα καλαθάκια που περιείχαν λαχανικά για ζύγισμα. Και πάντα, μα πάντα, με τα λιγδιασμένα του δάχτυλα που βρώμαγαν τυρίλα, τα οποία σκούπιζε επιδεικτικά στην πιο βρώμικη ποδιά του.
«Τι κάνεις, Αννιώ μου;»
«Λέω ότι δουλεύω, εσύ;»
Δεν θυμόταν ποτέ το όνομά του γι’ αυτό πάντα τον φώναζε Τυρέμπορα.
«Κούραση, πολλή κούραση. Πάντα βρίσκω χρόνο για το Αννιώ όμως», είπε κι έσκυψε προς το μέρος της φανερώνοντας τα καφεκίτρινα δόντια του. Ένα αγγούρι; Δύο αγγούρια, από τα μεγάλα, τα μεταλλαγμένα!
«Το βλέπω, τι τραβάς κι εσύ», απάντησε η Άννα και ζύγισε μισό κιλό παντζάρια.
«Πάρε να δοκιμάσεις την νέα φέτα Δωδώνη που έχουμε προσφορά», της είπε και έβγαλε από ένα κουτάκι ένα κομματάκι τυρί το οποίο, είχε την απαίτηση, να της ταΐσει με το χέρι του.
«Ευχαριστώ, μωρέ, έχω αλλεργία στη φέτα».
«Α, ναι; Δεν το είχα καταλάβει».
Ένα κιλό μαρούλι, πέντε κρεμμυδάκια, μισό κιλό πατάτες.
«Μπορώ να σε βοηθήσω σε κάτι άλλο;» είπε η Άννα φανερώνοντας ένα χαμόγελο που θα σκότωνε και ιγκουάνα στα εκατό μέτρα.
«Να, μωρέ, έλεγα, μετά τη δουλειά-»
«Να πάμε σπίτια μας και να κοιμηθούμε γιατί δουλεύουμε κι εορταστικό ωράριο; Πολύ καλή ιδέα!» απάντησε εκείνη κι η συζήτηση έλαβε τέλος.

Ο Τυρέμπορας πήγε στο πόστο του, ο κόσμος άδειασε, η ώρα πέρασε, τα φώτα του σούπερ μάρκετ άρχισαν να σβήνουν. Οι περισσότεροι υπάλληλοι είχαν φύγει, η Άννα έμενε πάντα τελευταία. Αφού μάζεψε τα πράγματά της, άρπαξε δύο ξεσκονόπανα κι άρχισε να γλύφει όλες τις επιφάνειες του μανάβικου. Μετά πέρασε και τα τζάμια από το κρεοπωλείο, το τμήμα αλλαντικών και τυριών (φτύνοντας στη θέση του Τυρέμπορα μία ξεγυρισμένη), τα ράφια με τις σάλτσες, τα μπαχαρικά κ.ο.κ.
Καθάρισε σχολαστικά τον μισό όροφο, φόρεσε τα ρούχα της κι έφυγε λίγο πριν ο σεκιουριτάς της νυχτερινής βάρδιας την κλειδώσει μέσα.

Κανείς δεν την είχε ρωτήσει για ποιον λόγο είχε αυτό το περίεργο συνήθειο, σε κανέναν δεν είχε σκοπό να απαντήσει έτσι κι αλλιώς. Κάθε φορά καθάριζε παραπάνω απ’ όσο της αναλογούσε και κάθε φορά έπαιρνε τα χρησιμοποιημένα ξεσκονόπανα μαζί, στην τσάντα της.
Έφτασε με το σαραβαλάκι της σπίτι, πάρκαρε κάτω από την αγαπημένη της νερατζιά κι ανέβηκε στο διαμέρισμά της. Μεγάλο σαν παλάτι, άδειο και κρύο σαν μπουντρούμι. Κληρονομιά του προκομμένου πατέρα της ο οποίος δούλεψε τρεις δουλειές για να τους ζήσει κι έχασε δύο γυναίκες μέχρι να τα φτύσει.
Η Άννα έκλεισε την πόρτα πίσω της, έσφιξε το παλτό περισσότερο πάνω της και προχώρησε προς το δωμάτιο της μικρής. Τα περισσότερα δωμάτια του σπιτιού ήταν κλειστά, αχρησιμοποίητα, περιμένοντας μάταια τον πρώτο τους ιδιοκτήτη. Μπήκε στην παιδική κρεβατοκάμαρα, πλησίασε το ξανθομάλλικο κεφαλάκι που ροχάλιζε ελαφρά, το φίλησε στο μέτωπο και τράβηξε πιο κοντά του τα σκεπάσματα. Μπορεί το σπίτι να ήταν σε αχρηστία, αλλά το δωμάτιο της κόρης της ήταν το πιο ζεστό και φιλικό απ’ όλα.
Η Άννα έκατσε στο σαλόνι, άρπαξε δύο νέα ξεσκονόπανα και ξεκίνησε το καθάρισμα. Πέρασε όλες τις επιφάνειες του σαλονιού μία φορά, έπεσε στα γόνατα και μαζί με ζεστό νερό και υγρό σαπούνι έτριψε δυνατά τη μοκέτα, μετά άλλη μία φορά τις επιφάνειες και τέλος τα παράθυρα. Κατάκοπη πλέον, μάζεψε τα λερωμένα ξεσκονόπανα και μαζί με τα δύο που είχε από τη δουλειά, τα μετέφερε στον πάγκο της κουζίνας. Κοίταξε την κατασκευή της και χαμογέλασε για πρώτη φορά μέσα στην ημέρα.
Ο πύργος είχε σχεδόν τελειώσει. Τοποθέτησε τα ξεσκονόπανα προσεχτικά μαζί με τα υπόλοιπα κι έπεσε ξερή για ύπνο.

Η επόμενη μέρα στο σούπερ μάρκετ κύλησε το ίδιο μηχανικά και βαρετά όπως οι υπόλοιπες. Φρούτα για ζύγισμα, γλοιώδες πέσιμο του Τυρέμπορα, υπερβολικές κατσάδες από τον προϊστάμενο του ορόφου, κλείσιμο του μαγαζιού, νέα ξεσκονόπανα για την Άννα, καθάρισμα του άλλου μισού τμήματος, σαραβαλάκι, σπίτι.
Η μικρή είχε ξενυχτήσει βλέποντας παιδικά κι η Άννα έκατσε λίγο μαζί της, αγκαλιά, μήπως τη ζεστάνει.
«Μαμά, πρέπει να δουλεύεις κάθε μέρα τόσο πολύ;»
«Γιατί, μικρή μου, δεν περνάς καλά με την κυρία Τασία;»
«Μιλάει πολύ στο τηλέφωνο και βρωμάνε τα τσιγάρα της».
Η Άννα δαγκώθηκε κι έσφιξε το μαξιλάρι του καναπέ. Είχε πει στην κωλόγρια να μην καπνίζει μπροστά στο παιδί. Τι να κάνει που την είχε ανάγκη; Ήταν η μόνη που πρόσεχε την κόρη της με τόσα λίγα λεφτά.
«Θα φροντίσω να μην ξαναγίνει, αγάπη μου».
Η μικρή κοιμήθηκε στην αγκαλιά της μητέρα της. Εκείνη την μετέφερε στο δωμάτιο, τη σκέπασε και γύρισε στο σαλόνι. Έπιασε τρία νέα ξεσκονόπανα και ξεκίνησε να καθαρίζει όσο πιο σχολαστικά μπορούσε τα άδεια δωμάτια του σπιτιού. Γυάλισε τα ξύλα των κρεβατιών, πέρασε τις γωνίες των τοίχων που είχαν πιάσει σκόνη, τα περβάζια των παραθύρων, εσωτερικά τα φωτιστικά, τις επιφάνειες στα ντουλάπια. Ξεθεωμένη πια, σχεδόν σέρνοντας, άφησε τα ξεσκονόπανα μαζί με τα υπόλοιπα που είχε μαζέψει εδώ κι ένα μήνα και μετέφερε το πτώμα της στον καναπέ όπου κοιμήθηκε σε δευτερόλεπτα.

Οι μέρες πλησίαζαν, ο χρόνος τελείωνε, ο σκοπός της ολοκληρωνόταν. Είχε ζητήσει μετά κόπων και βασάνων δύο μέρες άδεια, 31 του μήνα και την δεύτερη μετά την πρωτοχρονιά. Θα τις περνούσε με την κόρη της μόνο. Δεν ήθελε κανέναν άλλον. Ο πύργος με τα ξεσκονόπανα είχε ολοκληρωθεί, το σπίτι ήταν πεντακάθαρο, οι βαλίτσες τους έτοιμες, κλεισμένα δωμάτια σε έναν ξενώνα στο βουνό. Θα πίνανε όλη μέρα ζεστή σοκολάτα και θα έκαναν βόλτες στο χιονισμένο δάσος. Η καλύτερη αλλαγή χρόνου της ζωής της.
Είχε μείνει μόνο ένα τελευταίο πράγμα να κάνει.
Όσο η μικρή περίμενε με το καλοριφέρ αναμμένο στο αμάξι της μητέρα της, η Άννα ανέβηκε στο σπίτι κι έκατσε απέναντι από τον πάνινο πύργο.
Δεκάδες ξεσκονόπανα, βρώμικα, τσαλακωμένα, γεμάτα σκόνη και σκουπιδάκια. Ένας πύργος με όλη τη ξεφτίλα της ζωής της, όλη τη πλέμπα, τη σαπίλα, την ακαθαρσία. Όλα τα σκατά που της είχαν ρίξει, όλα μαζεμένα σε μία εντυπωσιακή κατασκευή.
Κι όλα αυτά έτοιμα για το μεγαλύτερο μπάρμπεκιου της χρονιάς.
Η Άννα έλουσε με οινόπνευμα τον πύργο, άναψε ένα σπίρτο και το πέταξε με τεράστια ευχαρίστηση πάνω του. Τα πανιά πήραν φωτιά, οι φλόγες θέριεψαν, στιγμές από την ζωή της χόρεψαν μπροστά της μέσα σε αποχρώσεις του κόκκινου και του κίτρινου.
Διαλυμένοι γονείς, πεταμένοι εραστές, απογοητευμένες δουλειές, ξεχασμένες αγάπες, ανομολόγητες αμαρτίες, προδομένες φιλίες, διπρόσωπες αξίες.
Όλοι, όλα, όλες, θυσία στη φωτιά. Καθαρισμένα κι εξυγιασμένα, η Άννα είχε μαζέψει όλη τη βρώμα της ζωής της και την είχε κάψει λίγο πριν την αλλαγή του χρόνου.

Δεν ζητούσε πολλά. Δεν ζητούσε ούτε τα βασικά.
Μόνο μία νέα, αγνή, ανέγγιχτη, καθαρή αρχή.
Έσβησε τη φωτιά, κλείδωσε το σπίτι και κατέβηκε να αγκαλιάσει το μικρό της προσωπάκι.