Είχαν έρθει στο νησί για να ξεσκάσουν, να κάνουν μπάνια και να περάσουν μερικές μέρες χαλάρωσης. Μακριά από τη δουλειά, από το πρήξιμο των γέρων τους, από όλους. Καλοκαίρι ήταν, επιβαλλόταν να φύγουν από τη μουντή πόλη. Το ξενοδοχείο που είχαν βρει ήταν στην ανατολική άκρη του νησιού. Ένα λευκό και μπλε κτίσμα είκοσι δωματίων, φτηνό, αλλά με εξαιρετική θέα και μια ερημική παραλία από κάτω, ιδανική για μεταμεσονύκτιες βουτιές –και όχι μόνο. Το δωμάτιο που τους έδωσαν ήταν γωνιακό και βρισκόταν στο δεύτερο όροφο. Είχε όλα τα απαραίτητα (άνετο διπλό κρεβάτι, τηλεόραση, μίνι μπαρ) και ένα μπάνιο που χωρούσαν να κάνουν και οι δύο. Στους τοίχους του μπάνιου υπήρχε υγρασία -έβλεπες σκούρες γραμμές ανάμεσα στα πλακάκια-, αλλά δεν τους ενδιέφερε.

Μια βδομάδα. Επτά μέρες μόνοι σε ένα πανέμορφο νησί. Ω ναι, είχαν σκοπό να περάσουν πάρα πολύ καλά.

Οι τρεις πρώτες μέρες κύλησαν ιδανικά. Έκαναν το πρωινό τους μπάνιο στη θάλασσα, μετά ντους στο μπάνιο -με τα παρελκόμενα-, βόλτα στα μικρά χωριά. Μεσημεριανό, σεξ στο δωμάτιο, λίγος ύπνος και μπαρότσαρκα το βράδυ. Τα κινητά τα είχαν κλείσει. Η ησυχία του δωματίου διαλυόταν μόνο από τα βογκητά τους. Οι καλύτερες μέρες της ζωής τους μακράν από τότε που γνωρίστηκαν.

Την τέταρτη μέρα ήταν που η κοπέλα πρόσεξε μια μικρή διαφορά στο μπάνιο. Είχε πάει προς νερού της και, καθώς καθόταν στη λεκάνη, είδε τη μικρή γραμμή ανάμεσα στα πλακάκια, εκεί που σχηματιζόταν γωνία, να έχει ανέβει. Στην αρχή, ήταν δυο τρεις πόντους πάνω από το πάτωμα, αλλά τώρα είχε ανέλθει. Η υγρασία αυξάνεται, υπέθεσε. Λίγο πιο γρήγορα από το αναμενόμενο, αλλά…
«Άντε, ρε μωρό, τέλειωνε», φώναξε ο δικός της απέξω. Τον είχε αφήσει μόνο με το εσώρουχο, τη στιγμή που εκείνη δε φορούσε τίποτα.
«Ναι, τώρα».
Σκουπίστηκε, σηκώθηκε και κατέβασε το καπάκι. Ύστερα πάτησε το καζανάκι. Πέταξε το χαρτί υγείας και έπλυνε τα χέρια της. Βγαίνοντας, κάτι της φάνηκε πως άκουσε, κάτι σαν γου-γου, και στράφηκε. Δεν θα έπαιρνε όρκο, αλλά νόμισε πως η γραμμή είχε ανέβει κι άλλο. Δεν πρόλαβε να το σκεφτεί περισσότερο, γιατί ο δικός της την άρπαξε και την πήγε στο κρεβάτι. Το ξέχασε το θέμα, μετά από δύο δευτερόλεπτα, όταν και εκείνος ήταν τελείως γυμνός.

Το ίδιο βράδυ ο τύπος έπλενε τα δόντια του, όταν άκουσε κάτι. Κοίταξε γύρω του, αλλά δεν είδε κάτι.
Γουου-γουου.
Κοίταξε αριστερά και κάτω. Όχι, τίποτα. Πλακάκια, λεκάνη της τουαλέτας, κάδος σκουπιδιών. Τίποτα άλλο. Δεν έδωσε περαιτέρω σημασία. Τέλειωσε και βγήκε για να πάει στην καλή του, που τον περίμενε πιωμένη και έτοιμη. Δεν είδε πως οι λίγες σταγόνες που είχαν πέσει στο πάτωμα κατευθύνθηκαν προς τον τοίχο, ούτε τη γραμμή που μεγάλωσε κι άλλο.

Δύο μέρες μετά ήταν ξανά η σειρά της κοπέλας να αντιληφθεί την αλλαγή. Αυτή τη φορά ήταν πιο εκτενής. Ο τύπος βρισκόταν ξαπλωμένος στο κρεβάτι, αρνούμενος να σηκωθεί πριν τις δώδεκα, όταν εκείνη άκουσε ένα γουφ και, χωρίς να το σκεφτεί, κάρφωσε τη ματιά της στη γραμμή ανάμεσα στα πλακάκια του τοίχου. Παραξενεύτηκε. Πλησίασε και είδε πως τώρα η γραμμή είχε φτάσει στο ύψος ενός νεογέννητου μωρού. Κι όχι μόνο αυτό, αλλά πλέον στη γωνία, από τη μια μεριά η γραμμή σχημάτιζε μια καμπύλη που συνεχιζόταν στην άλλη, όπου το σχήμα άλλαζε, γινόταν πιο μυτερό, σαν καρφί. Η κοπέλα χαμογέλασε και σηκώθηκε προς το νιπτήρα. Μαλακίες, σκέφτηκε. Αφού βγήκε και έκλεισε το φως, οι σταγόνες του πατώματος ενώθηκαν με την υγρασία του τοίχου. Το γουφ ήταν πιο δυνατό, αλλά κανείς από τους δύο νέους δεν έδωσε σημασία.

Εκείνη την ημέρα, μετά το μπάνιο στη θάλασσα, σειρά είχε το ντους. Μπήκαν χαμογελώντας, πειράζοντας ο ένας τον άλλο, γαργαλώντας και χουφτώνοντας. Άφησαν τα πράγματά τους και μπήκαν στο μπάνιο. Γδύθηκαν σε χρόνο μηδέν και όρμησαν στη ντουζιέρα και άρχισαν τα προκαταρκτικά τους παιχνίδια. Φιλιόντουσαν και χαϊδεύονταν και ξέπλεναν ο ένας τον άλλο με σαπουνάδες και πολλά από τα νερά έπεφταν έξω από τη ντουζιέρα και κυλούσαν τάχιστα προς τον απέναντι τοίχο. Και κάτι άστραψε εκεί, κάτι σχηματίστηκε.
Το ζευγάρι, ενώ ήταν έτοιμο για όλα, σταμάτησε και έκλεισε το νερό. Πρώτα άκουσαν το γουφ-γουφ, καθαρότατα. Έκαναν στην άκρη την κουρτίνα της ντουζιέρας και κοίταξαν.
Και η κοπέλα ούρλιαξε.
Και ο νεαρός γούρλωσε τα μάτια.
Γιατί από τον τοίχο είχε πεταχτεί ένα μεγάλο κεφάλι σκύλου. Ήταν μαύρο, με μακριά και παχιά μουσούδα. Δεν είχε σώμα, ή, μάλλον, όχι, είχε σώμα, αλλά αυτό… αυτό…
Αυτό ήταν ο τοίχος. Το κενό ανάμεσα στα πλακάκια, η γραμμή εκείνη. Συσπόταν, η γραμμή φούσκωνε και συστρεφόταν σαν φίδι και το κεφάλι κουνιόταν άγρια πέρα δώθε και σάλια έπεφταν εδώ κι εκεί.

«Θεέ μου», ψέλλισε ο νεαρός. Έψαξε γρήγορα το χώρο και είδε πως η μόνη τους διέξοδος ήταν η πόρτα του μπάνιου, η οποία βρισκόταν κοντά στην τουαλέτα και ούτε μισό μέτρο μακριά από αυτό το… το τέρας. Και τα κινητά τους άφαντα, στο κρεβάτι ίσως.
Και ο σκύλος γάβγισε ξανά και η ατμόσφαιρα, από καυτή, άρχιζε να χάνει τη θέρμη της.
«Τι θα κάνουμε;» ψιθύρισε η κοπέλα.
Όσο και να το σκεφτόταν ο νεαρός, δεν έβρισκε καλύτερη λύση. Έπρεπε να ρισκάρουν να βγουν από το μπάνιο. Έπρεπε να περάσουν κοντά από το τέρας, σε απόσταση αναπνοής. Θα μπορούσαν να περιμένουν μήπως ο σκύλος δεν τους πάρει χαμπάρι και βγει από την πόρτα και την κλείσουν;
Ο σκύλος πράγματι δεν τους κοιτούσε. Ήθελε να βγει από τον τοίχο.
Ναι, γιατί όχι;
«Τι θα κάνουμε;» ξαναρώτησε η φίλη του.
Στο μεταξύ, ο σκύλος κατάφερε να ελευθερώσει τον υπόλοιπο λαιμό του και το δεξί μπροστινό του πόδι.
«Έι», ταρακούνησε η κοπέλα τον νεαρό.
Ο νεαρός έκλεισε την κουρτίνα του μπάνιου αργά, κοιτώντας μήπως ο σκύλος γυρίσει προς το μέρος τους –δεν το έκανε. «Θα περιμένουμε εδώ. Ίσως δεν μας καταλάβει. Ας κάνουμε ησυχία».
Και έτσι έκαναν. Κάθισαν αμίλητοι, αγκαλιασμένοι στη μια άκρη και περίμεναν.
Ο σκύλος γάβγιζε συνέχεια τώρα και άκουγαν καθαρά το πόδι (ή μήπως είχε βγάλει και τα άλλα;) να γρατσουνάει το πάτωμα. Είδαν μερικές ακόμα στάλες που είχαν πέσει έξω από τη ντουζιέρα να κυλούν μακριά και έσφιξαν ο ένας τον άλλο.
Παρακάλεσαν τον Θεό να τους βοηθήσει.
Ένιωθαν ο ένας την καρδιά του άλλου να πάλλεται και το δέρμα που μυρμήγκιαζε, αλλά δεν έβγαλαν μιλιά. Οι ανάσες τους ήταν ρηχές, σχεδόν άηχες. Από την κουρτίνα, που ήταν αρκετά διάφανη, έβλεπαν μια σκιά να μεγαλώνει και να παλεύει με τους δαίμονές της, ένα απροσδιόριστο χλωμό κάτι.
Η κοπέλα έκλεισε τα μάτια της.
Ο νεαρός δεν πήρε τα δικά του από το τέρας.

Κάποια στιγμή, ο σκύλος έπαψε να γαβγίζει. Ήταν ολόκληρος πλέον έξω από τον τοίχο –ο νεαρός έπαιρνε όρκο. Έστρεφε το κεφάλι του μια εδώ και μια εκεί, αναποφάσιστος. Η κοπέλα παραλίγο να βγάλει μια κραυγή, αλλά ο νεαρός τής έκλεισε το στόμα έγκαιρα –ήλπιζε. Ένιωσε τα δάκρυά της και της χάιδεψε ελαφρά τα μαλλιά, αγωνιζόμενος να μην μιλήσει. Ο σκύλος έγειρε το κεφάλι του, μια προς το υπόλοιπο μπάνιο, μια προς τα έξω. Αποφάσισε να βγει έξω και περπάτησε προς το δωμάτιο. Ο νεαρός, τότε, όρμησε να κλείσει την πόρτα. Όμως, γλίστρησε και βρέθηκε φαρδύς πλατύς στο πάτωμα, με τον αγκώνα του να χτυπάει στα πλακάκια. Φώναξε από τον πόνο.

Η κοπέλα ούρλιαξε και ο νεαρός άκουσε το γουφ από πάνω του και ένιωσε τα σάλια στο πρόσωπό του.