Έκανε ό,τι μπορούσε. Ό,τι μπορούσε. Προσπάθησε πολύ, μα δεν τα κατάφερε. Ήταν η πιο δύσκολη υπόθεση που είχε αναλάβει ποτέ. Μπερδεμένη υπόθεση. Προσπάθησε πολύ για να βρει ελαφρυντικά. Ξενύχτησε, έψαξε, μα μάταια. Για κάθε ένα ελαφρυντικό στοιχείο που έβρισκε, υπήρχαν τουλάχιστον δύο ενοχοποιητικά που το ακύρωναν. Όλα τα στοιχεία ήταν εναντίον του. Θαρρείς και κάποιος τα φύτεψε στο λάθος μέρος τη λάθος στιγμή. Το ένστικτό του φώναζε ότι κάτι δεν πάει καλά σε αυτή την ιστορία. Ήταν σίγουρος. Τον ήξερε πολλά χρόνια. Τον γνώριζε καλά. Δεν μπορεί να το είχε κάνει εκείνος. Τόσα χρόνια μέσα στα δικαστήρια ο Στέφανος, είχε μάθει να τον αναγνωρίζει τον δολοφόνο. Κι ο Άρης στα σίγουρα δεν ήταν δολοφόνος. Δεν μπορεί να έπεφτε τόσο έξω. Μα ύστερα ήρθε η ομολογία του και τα γκρέμισε όλα. Άρχισε να αμφιβάλλει για τις ικανότητες του σαν δικηγόρος, για τη νοημοσύνη του ακόμα. Πώς μπόρεσε να πέσει τόσο έξω;

Έφτιαξε ξανά την εικόνα μέσα στο μυαλό του. Έπρεπε πια να το αποδεχτεί. Έδεναν όλα μεταξύ τους, δυστυχώς. Τα δακτυλικά του αποτυπώματα επάνω στο όπλο. Το κουμπί από το πουκάμισό του στον τόπο του εγκλήματος. Το κίνητρο, εκείνος ο καβγάς της προηγούμενης ημέρας. Το βίντεο από την κάμερα ασφαλείας του απέναντι μαγαζιού, που τον έδειχνε να περνά την είσοδο του κτηρίου λίγο πριν τον φόνο και να βγαίνει λίγο μετά. Για όλα αυτά θα μπορούσε να ισχυριστεί πως κάποιος τα έστησε για να τον ενοχοποιήσει. Μα η ομολογία του δεν του άφησε περιθώρια. Κι ας υπήρχαν μαρτυρίες για έντονο καβγά με μια γυναίκα. Ο Άρης κατέθεσε πως όταν μπήκε εκείνος, δεν ήταν κανένας άλλος στο διαμέρισμα.

Ο Στέφανος αναρωτιόταν πώς μπορεί να έπεσε τόσο έξω. Κατέληξε πως ίσως η αγάπη για τον φίλο του θόλωσε την κρίση του και δεν μπορούσε να το δεχτεί από την αρχή. Κι ύστερα, ο Άρης δεν ήταν πια ο ίδιος. Είχε περάσει μέσα από την κόλαση. Ήταν λογικό να αλλάξει. Πώς μπορεί να μείνει ένας άνθρωπος ίδιος, όταν μπροστά στα μάτια του σκοτώνει κάποιος την γυναίκα που αγαπάει και το αγέννητο μωρό τους; Πώς να κρατήσει το μυαλό του στη θέση του, όταν αυτή η εικόνα γυρίζει ξανά και ξανά μέσα στο κεφάλι του και τον τρελαίνει; Πώς να μην τον αλλάξει όλη εκείνη η οργή που μαζεύτηκε μέσα του; Πώς να μην κατηγορεί για μια ζωή τον εαυτό του που δεν πρόλαβε να κάνει κάτι για εκείνη;

Ο Άρης και η Ειρήνη ήταν τρελά ερωτευμένοι. Από τα ζευγάρια που θα έλεγε κανείς πως ήταν φτιαγμένοι ο ένας για τον άλλον. Σχεδίαζαν να παντρευτούν, έκαναν όνειρα για το μέλλον τους. Η εγκυμοσύνη της Ειρήνης τους χάρισε την απόλυτη ευτυχία. Την ημέρα που έμαθαν τα νέα βγήκαν να το γιορτάσουν. Γύρισαν αργά το βράδυ στο σπίτι τους. Την ώρα που έφταναν στην εξώπορτα ο Άρης συνειδητοποίησε ότι είχε ξεχάσει το κινητό του στο αυτοκίνητο και γύρισε για να το πάρει. Εκείνη άνοιξε την πόρτα και μπήκε μέσα. Κατάλαβε ότι κάτι δεν πήγαινε καλά. Κάποιος είχε μπει στο σπίτι. Αμέσως έψαξε στην τσάντα της για το κινητό της. Μόλις το έβγαλε για να καλέσει την αστυνομία, ένιωσε ένα χέρι να της κλείνει το στόμα και μια λεπίδα να ακουμπά τον λαιμό της. Πάγωσε. Όταν ο Άρης πέρασε την ανοιχτή πόρτα δεν πρόλαβε να κάνει πολλά. Είδε αυτόν τον άντρα να μπήγει το μαχαίρι στα πλευρά της Ειρήνης και να τρέχει προς τη σπασμένη μπαλκονόπορτα. Ένα απόκοσμο ουρλιαχτό έσκισε την σιωπή εκείνη τη νύχτα. Ο Άρης κάλεσε ασθενοφόρο κι ύστερα την κρατούσε στην αγκαλιά του κι έβλεπε το αίμα της να χύνεται στο πάτωμα. Έβγαλε το πουκάμισό του και πίεζε την πληγή, μα το αίμα δεν σταματούσε. Εκείνη τον κοίταζε σα να τον ικέτευε να κάνει κάτι. Κι εκείνος έκανε ότι μπορούσε, αλλά δεν ήταν αρκετό. «Μείνε μαζί μου κορίτσι μου σε παρακαλώ!» φώναζε μέσα στους λυγμούς που τον έπνιγαν. Μα εκείνη δεν μιλούσε. Μονάχα ένα «Σ’ αγαπώ» πρόλαβε να ψιθυρίσει πριν ξεψυχήσει στα χέρια του. Όταν έφτασε το ασθενοφόρο, οι τραυματιοφορείς βρήκαν μέσα σε μια λίμνη αίματος έναν άντρα να ουρλιάζει σαν πληγωμένο θηρίο, κρατώντας σφιχτά στην αγκαλιά του ένα άψυχο κορμί.

Ο Στέφανος δεν ήξερε πώς να βοηθήσει τον φίλο του που είχε μεταμορφωθεί σε ένα ανθρώπινο ερείπιο μετά τον θάνατο της Ειρήνης. Τι λόγια να του πει και πώς να τον στηρίξει μετά από κάτι τέτοιο; Φοβόταν τα χειρότερα για εκείνον. Μα ως εκεί δεν είχε φτάσει ο νους του…

Λίγες μέρες μέσα στη φυλακή κι έμαθε τους άγραφους νόμους της ο Άρης. Ήξερε καλά πως όλα μπορούν να γίνουν εκεί μέσα, αρκεί να έχεις τον τρόπο και τους σωστούς ανθρώπους. Μα δεν ήταν ακόμα ώρα. Κοίταξε το ημερολόγιο που είχε κολλημένο στον τοίχο του κελιού του. Μια μέρα χρειαζόταν ακόμα…

Την ίδια στιγμή και ο Στέφανος κοίταζε το ημερολόγιο στην ατζέντα του γραφείου του. Μούδιασε στη σκέψη.
«Δύσκολη μέρα ξημερώνει. Πρέπει να είμαι κοντά του αύριο…» ψιθύρισε στον εαυτό του κι έσφιξε τη γροθιά του.

Εκείνη τη νύχτα ο Άρης δεν κοιμήθηκε ούτε λεπτό. Ήταν έτοιμος. Ήταν σίγουρος. Είχε όλο το σχέδιο στο μυαλό του βήμα βήμα. Έμεινε συγκεντρωμένος στον στόχο. Ο φύλακας που τον φώναξε για το επισκεπτήριο νωρίς το πρωί, τον έκανε να συνειδητοποιήσει πως είχε πια ξημερώσει. Πλησίαζε η ώρα.

«Πώς είσαι;»
«Τι πρέπει να απαντήσω; Καλά; Δεν ξέρω…»
«Έχεις δίκιο, συγνώμη…» ο Στέφανος κατέβασε το βλέμμα.
«Μη ζητάς συγνώμη ρε φίλε… Ξέρω γιατί ήρθες ειδικά σήμερα και σ’ ευχαριστώ. Μα μην ανησυχείς. Δεν περίμενα την ημέρα των γενεθλίων της για να υποφέρω για τον θάνατό της.»
«Το ξέρω απλά…» δαγκώθηκε, δεν ήξερε τι να πει.
«Ξέρεις, διαβάζω πολύ εδώ μέσα. Κάπου διάβασα πως μονάχα η τιμωρία που αξίζει κανείς, μετράει για τιμωρία…»
«Τι θέλεις να πεις μ’ αυτό Άρη;» έσμιξε τα φρύδια.
«Τίποτα μωρέ. Έτσι, κουβέντα να γίνεται. Μην ανησυχείς για μένα. Πήγαινε να συνεχίσεις τις δουλειές σου!» προσπάθησε να μοιάζει άνετος.

Όταν έφυγε ο Στέφανος από τις φυλακές, σε όλο τον δρόμο σκεφτόταν πώς έφτασε ως εκεί ο φίλος του. Τι κρίμα να καταλήξει έτσι. Κλωθογύριζε στο μυαλό του ξανά την ίδια ιστορία. Δεν γίνεται… Μα τα στοιχεια ήταν εναντίον του. Από την άλλη, τα στοιχεία στήνονται εύκολα όταν θέλεις να ενοχοποιήσεις κάποιον. Και ποιος να θέλει να τον ενοχοποιήσει και γιατί; Αλλά και πάλι, η ομολογία του… Δεν έβγαζε άκρη. Και τότε του ήρθαν στο μυαλό τα λόγια του Άρη: «Μονάχα η τιμωρία που αξίζει κανείς, μετράει για τιμωρία.»
Φρέναρε απότομα στην άκρη του δρόμου. «Εκτός αν… Ήταν ο ίδιος που φύτεψε τα στοιχεία εναντίον του!»
Έφερε άλλη μια βόλτα τα γεγονότα μέσα στο μυαλό του. Τώρα έβγαζε νόημα! Πώς δεν το είχε σκεφτεί νωρίτερα! Έκανε μια απότομη αναστροφή κάνοντας τα λάστιχα του αυτοκινήτου του να στριγγλίζουν στην άσφαλτο. Έπρεπε να προλάβει!

Ο Άρης ετοιμαζόταν. Είχε έρθει η ώρα. Περπατούσε στον διάδρομο ανάμεσα στα κελιά. Οι κρατούμενοι προαυλίζονταν την ώρα εκείνη. Τα βήματα του ήταν αργά, σταθερά. Κάθε βήμα και μια εικόνα μπροστά στα μάτια του. Το χαμόγελο της. Τα μάτια της. Οι αρμονικές κινήσεις του κορμιού της όταν χόρευε για εκείνον. Τα όνειρα που πρόλαβαν να κάνουν μαζί τις λίγες ώρες που γνώριζαν για το μωρό που υπήρχε στα σπλάχνα της. Κι ύστερα, το αίμα της στα χέρια του. Η απόγνωση στα μάτια της. Το παγωμένο, άψυχο βλέμμα της. Ο πόνος που τον έσκιζε στα δύο. Μα ήξερε τον τρόπο για να μαλακώσει έστω λίγο τον πόνο της ψυχής του. Δεν τον είχε σχεδιάσει. Έτυχε στον δρόμο του κι εκείνος απλά ακολούθησε. Και το σχέδιο γεννήθηκε σε μια στιγμή μέσα στο μυαλό του…

***

Για τρίτο βράδυ στη σειρά ο Άρης άκουγε τις ίδιες φωνές από το διαμέρισμα της διπλανής πολυκατοικίας που ακουμπούσε στον τοίχο της κρεβατοκάμαράς του. Νέοι ένοικοι. Μια γυναίκα κι ένας άντρας. Φωνές και ξύλο. Κάθε βράδυ γέμιζε με οργή. Την προηγούμενη ημέρα συνάντησε εκείνον στον δρόμο. Με το αυτοκίνητό του είχε κλείσει τη μηχανή του Άρη. Αυτή ήταν μια μικρή αφορμή για έναν μεγάλο καβγά, που έληξε χάρη στους περαστικούς.
Εκείνο το βράδυ τα πράγματα έμοιαζαν να έχουν ξεφύγει. Κατέβηκε γρήγορα τα σκαλιά και μπήκε στο διπλανό κτήριο. Ανέβηκε μερικά σκαλοπάτια κι ύστερα ακολούθησε τις φωνές. Μα μόλις βρέθηκε έξω από την πόρτα, ένας πυροβολισμός έκανε τον Άρη να παγώσει. Μερικά δευτερόλεπτα αργότερα η πόρτα άνοιξε και είδε μπροστά του μια κοπέλα να τρέμει σαν κλαράκι. Το πρόσωπο της ήταν παραμορφωμένο από σημάδια. Στο ένα της χέρι κρατούσε ένα περίστροφο και με το άλλο κάλυπτε προστατευτικά την φουσκωμένη της κοιλιά.

«Δεν το ήθελα! Το ορκίζομαι, δεν το ήθελα! Μα θα με σκότωνε αυτός! Δεν το ήθελα! Τι έκανα…» έλεγε μέσα στα αναφιλητά της γονατίζοντας μπρος στα πόδια του Άρη.

Εκείνος δεν χρειάστηκε δεύτερη σκέψη. Την σήκωσε επάνω και πήρε το όπλο από το χέρι της. Χάιδεψε απαλά την κοιλιά της κι ύστερα την κοίταξε στα μάτια. «Τίποτα δεν έκανες εσύ! Μ’ ακούς; Τίποτα! Φύγε τώρα όσο πιο μακριά μπορείς! Φύγε!» της είπε αργά και καθαρά κι αμέσως εκείνη άρχισε να τρέχει. «Στάσου!» της φώναξε μόλις που είχε κατέβει τα πρώτα σκαλιά κι εκείνη υπάκουσε σα χαμένη. «Όχι από εκεί! Πήγαινε επάνω. Πέρνα από την ταράτσα στη διπλανή πολυκατοικία και κατέβα από εκεί.» είπε απόλυτα ψύχραιμος κι η κοπέλα ακολούθησε τις οδηγίες του.

***

Λίγα βήματα ακόμη κι ο Άρης είχε φτάσει. Τον βρήκε μέσα στο κελί του να κάθεται μόνος. Όπως το περίμενε. Είχε μάθει για εκείνον. Δεν έβγαινε έξω τα πρωινά. Στάθηκε απέναντι του. Τον μέτρησε για μια στιγμή με τα μάτια του κι ύστερα έσκυψε και τράβηξε το όπλο που είχε δεμένο στο πόδι του, κάτω από το παντελόνι. Όπλισε και τον σημάδεψε.

«Μονάχα η τιμωρία που αξίζει κανείς, μετράει για τιμωρία… Ήθελα να σε κοιτάζω στα μάτια, όπως κοίταζες κι εσύ εκείνη, την ώρα που την σκότωνες…»
Ο άντρας απέναντί του δεν πρόλαβε να αντιδράσει. Μία σφαίρα ήταν αρκετή…