Του Χρήστου του άρεσε πολύ να χτυπάει το χέρι του στο τραπέζι.
Σηκωνόταν όρθιος, το πουκάμισό του τέντωνε πάνω στην μεγάλη του κοιλιά, έστρωνε το παντελόνι και τη ζώνη του και με δύναμη, χτυπούσε το δεξί του χέρι δίπλα στο μισοάδειο ποτήρι με το κρασί. Η Μαιρούλα τραβιόταν πίσω φοβούμενη ότι μετά το τραπέζι, το χέρι του θα προσγειωνόταν πάνω της.
«Σου είπα, γαμώτη μου, δεν θα με αμφισβητείς, τ’ ακούς;»
Άρπαζε μετά το ποτήρι, κατέβαζε το υπόλοιπο κρασί μονορούφι και ζητούσε κι άλλο. Η Μαιρούλα, υπάκουη, καθάριζε μ’ ένα σφουγγάρι όσο κρασί είχε χυθεί στο τραπέζι και του γέμιζε το ποτήρι. Σαν ιεροτελεστία.
«Πάω στο καφενείο. Με κούρασες».
Έπινε δύο ποτηράκια ακόμη ο Χρήστος, άρπαζε το παλτό και την τραγιάσκα του κι έκλεινε με δύναμη την πόρτα πίσω του. Η Μαιρούλα, μάζευε τα πιάτα, τα έπλενε στον νεροχύτη και μετά έκανε ένα τσιγάρο στα μουλωχτά – δίπλα στο παράθυρο – λες και θα την έβλεπε ο Χρήστος από το καφενείο και θα την κατσάδιαζε.

Του Χρήστου του άρεσε επίσης πολύ να ξενοπηδάει.
Πολλές φορές, όταν έκλεινε το μαγαζί του και κλείδωνε, έπαιρνε το σαραβαλάκι του και πήγαινε τσάρκα στα κωλόμπαρα του χωριού. Η Μαιρούλα σπίτι, περίμενε, με το φαγητό σερβιρισμένο το οποίο κατέληγε να τρώει τελικά ο σκύλος μιας κι εκείνη μπουκιά δεν κατέβαζε αν δεν έτρωγε πρώτα ο άντρας της.
Ο Χρήστος γυρνούσε σπίτι ξημερώματα, μεθυσμένος, βρωμοκοπούσε πατσουλί κι ιδρώτα και ξάπλωνε δίπλα στην Μαιρούλα που έκανε την κοιμισμένη. Τον έπαιρνε ο ύπνος στο λεπτό. Η Μαιρούλα δεν άντεχε το ροχαλητό του, με το που κοιμόταν ο άντρας της, σιγά σιγά, έφευγε και κοιμόταν στον καναπέ. Άναβε την παλιά τηλεόραση, χάζευε τα ντοκιμαντέρ που έπαιζε το κρατικό κανάλι και την έπαιρνε ο ύπνος.
Το πρωί η γνωστή ιεροτελεστία. Καφές για τον Χρήστο, πρωινό για τον Χρήστο, χτύπημα στο τραπέζι από τον Χρήστο, μούγκα η Μαιρούλα.

Του Χρήστου δεν του άρεσε καθόλου να μην βγάζει αρκετά λεφτά.
Θεωρούσε ότι η γυναίκα του ήταν σπάταλη κι άχρηστη. Τόσα πράγματα της είχε αγοράσει, την είχε σπιτώσει, την είχε κάνει άνθρωπο κι όλα αυτά χωρίς προίκα. Ο πατέρας της ένας αλήτης ήταν, χαρτοπαίχτης που τους παράτησε με χρέη και στους πέντε δρόμους. Τον ήξερε, καλό κουμάσι ήταν, όσα λεφτά του είχε φάει τα άξιζε. Τα αδέρφια της είχαν φύγει στο εξωτερικό εργάτες ενώ η ίδια ξόμεινε πίσω, μόνη, να περιμένει το πρώτο κελεπούρι που θα την παντρευτεί.
Ο Χρήστος ήθελε να ξεδώσει. Δεν άντεχε να μένει σπίτι. Η Μαιρούλα μαγείρευε ωραία, καθάριζε ωραία, αλλά σαν γυναίκα δεν έλεγε τίποτα. Σεξ είχαν κάνει 1-2 φορές κι αυτές ήταν για τα μπάζα. Ο Χρήστος ήθελε να περνάει καλά, το άξιζε, είχε ολόκληρο μαγαζί και κουραζόταν τόσες ώρες να βγάλει το μεροκάματο.
Ήθελε τη μεγάλη ζωή. Τα λούσα και τα σαλόνια. Κι η Μαιρούλα δεν θα μπορούσε να του τα δώσει ποτέ.

#

Της Μαιρούλας της άρεσε που ο Χρήστος δεν την υπολόγιζε.
Χτυπούσε το χέρι του στο τραπέζι, ο γελοίος, και νόμιζε ότι έτσι μπορούσε να την τρομάξει. Εκείνη έκανε πίσω, τάχα μου ότι φοβάται, για να πιστεύει ότι έχει τον έλεγχο. Του σέρβιρε κι άλλο κρασί, του θόλωνε το μυαλό, εκείνος έφευγε για το καφενείο για να γίνει κι άλλο λιώμα και την άφηνε μόνη στο σπίτι, να κάνει τη δουλειά της.
Η Μαιρούλα έκανε ένα τσιγάρο να χαλαρώσει, κλείδωνε πόρτες, κατέβαζε ρολά στα παράθυρα και ξεκινούσε τη δουλειά. Το υπόγειο ήθελε καιρό ακόμη για να καθαριστεί, να πεταχτεί η σαβούρα, να βρει το κατάλληλο σημείο, να μην κινήσει υποψίες.
Μόνο έτσι θα κατάφερε τον σκοπό της.

Της Μαιρούλας της άρεσε που ο άντρας της ξενοπηδούσε.
Έτσι της άφηνε περισσότερη ελευθερία, περισσότερο χρόνο για να δράσει και να εκπληρώσει το σχέδιό της. Είχε βρει τα κατάλληλα εργαλεία τα οποία, υποτίθεται, τα χρησιμοποιούσε για να φτιάξει το κήπο του σπιτιού. Τα χέρια της είχαν βγάλει ρόζους, οι ώμοι της πονούσαν διαολεμένα, δεν μπορούσε να σταθεί όρθια πολλές μέρες κι ο καναπές δεν βόλευε καθόλου τη μέση της. Έπρεπε όμως να παίξει καλά τον ρόλο της. Κάπου εκεί κάτω κρύβονταν τα χρήματα. Είχε καθαριστεί το υπόγειο, είχε ανοίξει το πάτωμα σε αρκετά σημεία ψάχνοντας το σημείο όπου θα μπορούσε ο άντρας της να είχε κρύψει τα χρήματα.
Τα ξημερώματα, όταν γυρνούσε ο Χρήστος, εκείνη ξάπλωνε δίπλα του περιμένοντας να τον πάρει ο ύπνος. Δεν άντεχε τη μυρωδιά του αλλά έπρεπε να την υπομείνει. Λίγες μέρες ακόμη, έλεγε στον εαυτό της, λίγες μέρες και θα είμαι ελεύθερη.

Της Μαιρούλας δεν της άρεσε καθόλου η πουστιά που είχε παίξει ο Χρήστος στον πατέρα της. Είχε εκμεταλλευτεί το πάθος του για τον τζόγο, του είχε στήσει μία παρτίδα πόκερ και τον οδήγησε στο να χάσει όλη τους την περιουσία.
Ο πατέρας της, από τον καημό του, αυτοκτόνησε αφήνοντας τρία παιδιά και μία γυναίκα στους πέντε δρόμους. Τότε η Μαίρη έγινε Μαιρούλα, έγινε ένα κορίτσι που έψαχνε απεγνωσμένα γαμπρό, ένα κορίτσι που έτρεξε στον Χρήστο σαν τον σωτήρα της, ένα κορίτσι που υπέμεινε ένα γουρούνι που την καταπίεζε για δύο χρόνια μέχρι να ανακαλύψει που είχε κρύψει τα λεφτά του πατέρα της.
Και, πλέον, τα είχε βρει. Θαμμένα ένα μέτρο κάτω από το υπόγειο, σε μία πρόχειρη τρύπα που είχε καλυφθεί με ασβέστη και χώμα, βρήκε τη σακούλα. Έκαψε τα ρούχα που της είχε πάρει ο Χρήστος, έκαψε τα σεντόνια που κοιμόταν δίπλα της, έκαψε και το τραπέζι που χτυπούσε τόσες φορές εκφοβίζοντάς της.
Του έγραψε ένα γράμμα, ντύθηκε με τα ρούχα με τα οποία είχε μπει στο σπίτι πρώτη φορά, άρπαξε τη σακούλα με τα λεφτά κι έφυγε.
Θα πήγαινε να βρει τα αδέλφια της στο εξωτερικό και θα έκανε μία νέα αρχή.

#

Του Χρήστου δεν του άρεσε καθόλου που βρήκε το σπίτι άδειο, χωρίς την Μαιρούλα. Δεν είχε φύγει ποτέ όσο εκείνος έλειπε. Ούτε του άρεσε το γράμμα που βρήκε πάνω στον πάγκο της κουζίνας. Και, πολύ περισσότερο, δεν του άρεσε που, φτάνοντας τροχάδην στο υπόγειο, βρήκε την κρυψώνα με τα λεφτά παραβιασμένη και την τσάντα άφαντη.
Ο Χρήστος χτύπησε με οργή το χέρι του στο τσιμέντο.
Δεν υπήρχε όμως εκεί καμία Μαιρούλα για να κάνει πίσω.