Πάλι το ίδιο όνειρο

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Πάλι το ίδιο όνειρο. Αυτός από πάνω μου, το χέρι του πάνω στο δέρμα μου ανάμεσα στα πόδια. Χαμογελούσε ύπουλα πάλι, μέσα στην ησυχία. Στο δωμάτιο που κοιμάμαι πάντα όταν πηγαίνω στην αδερφή μου, είναι έγκυος και πηγαίνω συχνά τελευταία. Έχω δει κι άλλα τέτοια, στο εξοχικό το καλοκαίρι, που κοιμόμασταν οι 3 μας σε ένα δωμάτιο με τρία μονά κρεβάτια. Ήταν από πάνω μου πάλι και έβαζε τα δάχτυλά του σε όποιο κομμάτι του σώματός μου φαινόταν. Χαμογελούσε και με χάιδευε και δε μπορούσα να αντιδράσω.

Τα βαρέθηκα αυτά τα όνειρα, στο τέλος θα αρχίσω να πιστεύω ότι τον θέλω και τον ονειρεύομαι. Γαμώτο δηλαδή, χάθηκαν οι άντρες; Αυτόν λιγουρεύομαι και μου βγαίνει στον ύπνο μου; Σιγά τον άντρα. Χώρισαν κάποια στιγμή, πέρασε ένα ολόκληρο καλοκαίρι, εκείνη ήταν μες την καλή χαρά, έκανε άλλη σχέση, χώρισε ξανά. Αυτός ερχόταν στο σπίτι μας, με πρόφαση τη δουλειά και μας παρακαλούσε να την πείσουμε να το ξανασκεφτεί. Θυμάμαι ήρθε ένα απόγευμα, άνοιξα την πόρτα, μπήκε και έσκυψε να με φιλήσει, γύρισα το μάγουλο και αυτός με φίλησε στο στόμα, ένιωσα και μια γλώσσα κάπου εκεί, τότε το είχα αποδώσει στην οικειότητα που είχε μαζί μου, με ήξερε από 10 χρονών, τόσα χρόνια με την αδερφή μου. Δεν ήταν άλλος εκεί, ήρθε να φέρει κάτι και τον έδιωξα κακήν κακώς.

Τι θέλω και τα θυμάμαι, οι ορμόνες μου θα φταίνε, κάνουν πάρτυ πάλι.

Σηκώνομαι, ντύνομαι και πάω στη δουλειά. Αύριο πάλι θα έρθω, νιώθει καλά με μένα στο σπίτι, αρχίσαμε να έχουμε σχέσεις τελευταία, μόνο αδερφές ήμασταν, ας προσπαθήσω λίγο, μήπως γίνουμε και φίλες στην πορεία.

Καθόμαστε οι δυο μας στην κουζίνα, μαγειρεύουμε, βλέπουμε μωρουδιακά, μεγάλωσε η κοιλίτσα της. Έρχεται κι αυτός , τρώμε, βλέπουμε τηλεόραση. Κάποια στιγμή τους καληνυχτώ, το πρωί δουλεύω στις έξι , κοιμάμαι όρθια, το ίδιο κι εκείνη.

Ανοίγω μάτια μες το σκοτάδι. Ησυχία παντού, όλα τα φώτα κλειστά. Κάτι με γαργαλάει στην πλάτη χαμηλά, πάνω από το εσώρουχο, κατέβηκε πάλι η πυτζάμα, τι μου την έδωσε τη σατέν πυτζάμα μωρέ, δεν είμαι εγώ για τέτοια. Νιώθω λες κι ένα χέρι χαϊδεύει το κενό ανάμεσα στο πάνω της πυτζάμας και το κάτω και προσπαθεί να χωθεί στο παντελόνι. Τινάζομαι και αλλάζω θέση, ακούω βήματα στο δωμάτιο, όλα τα φώτα κλειστά, έχω χεστεί από τον φόβο μου, έχω παγώσει και δεν κουνιέμαι. Με την άκρη του ματιού μου, βλέπω το κεφάλι του που σκύβει από την πόρτα και με κοιτάζει. Τρέμω. «Θέλεις κάτι;» τον ρωτάω. Τότε αυτός ανάβει το φως του χωλ κι αρχίζει να μουρμουρίζει κάτι χαζά, του τύπου «ψάχνω κάτι που έχασα , το χρειάζομαι για τη δουλειά το πρωί». Κλείνει το φως βιαστικά, λέει καληνύχτα και φεύγει στην κρεβατοκάμαρα. Εκεί που κοιμάται η αδερφή μου.

Ξαφνικά τους θυμάμαι να με κοροϊδεύουν όλοι οικογενειακώς, επειδή κοιμάμαι βαριά. Θυμάμαι τη φορά που ξέχασα τον σύρτη στην πόρτα, έπεσα για ύπνο και δε μπορούσαν να μπουν. Την έσπασαν και μπήκαν, το πρωί απόρησα που την είδα σπασμένη στο χωλ και τον μάστορα να βάζει νέα πόρτα.

Κι αρχίζουν οι εικόνες. Παίζουν σα βίντεο στο κεφάλι μου. Δεν ήταν όνειρα. Ποτέ δεν τον ονειρεύτηκα. Ποτέ δεν τον ήθελα. Αυτός ερχόταν όσο κοιμόμουν και με πείραζε. Οι εικόνες ξεκινάνε από το παλιό μου σπίτι, το πατρικό, τότε που επισημοποιήθηκε η σχέση κι έμενε μαζί μας τη μισή εβδομάδα. Σε διάφορες εποχές, ηλικίες και φάσεις. Έχω φρικάρει. Δε μπορώ να ηρεμήσω, η καρδιά μου χτυπάει σαν τρελλή, σε ποιον να το πω; Ποιος θα με πιστέψει;
Σταμάτησα να πηγαίνω σπίτι τους, έκοψα κάθε επαφή, γυρίσαμε στα τυπικά ξανά. Χρόνια μετά, βρήκα τη δύναμη και το είπα στη μάνα μου. Τι το ‘θελα; Μου είπε ότι τα ήθελα, ότι αφού δε μιλούσα για χρόνια, το απολάμβανα. Τον ήθελα κι εγώ. Μόνο να μην το μάθει ο μπαμπάς, θα τον σκοτώσει. Τι ανησυχείς ρε μάνα; Αφού το ήθελα, έτσι δεν είπες;

Ακόμα πιο πολλά χρόνια μετά, με ρώτησε εκείνη γιατί χαθήκαμε τότε που αρχίσαμε να έχουμε φιλικές σχέσεις. Γιατί αντιπαθώ τον άντρα της, που με ξέρει από μικρό παιδί. Άρχισα να τρέμω. Το είδε στο βλέμμα μου; Σκοτείνιασε. Της το είπα. Άρχισε το μυαλό της να δουλεύει, σαν να έβαζε τα κομμάτια στη θέση τους. «Μου λες ότι έχω παντρευτεί ένα τέρας; Είχα υποψίες, είχα ενδείξεις, αλλά αυτό μου λες;»

Έφυγε κλαίγοντας, γύρισαν το βράδυ μαζί στο σπίτι μου, εννοείται τα φαντάστηκα, εννοείται είχα εφιάλτες και προσπαθούσε να με ξυπνήσει, εννοείται ότι έκανα τον μαλάκα για άλλη μια φορά. Εννοείται ότι είπαμε αρκετές βλακείες, αμφιβάλλω για το αν τις πίστεψε κανείς.

Δε μπορούσα να κοιμηθώ το πρώτο τρίμηνο μετά από εκείνο το βράδυ. Με ακουμπούσε το σεντόνι και τιναζόμουν. Δεν ξέρω τι με ενόχλησε πιο πολύ. Που δε με πίστεψε καμιά από τις δύο; Ο μπαμπάς μου δεν το έμαθε ποτέ, είχε τις ενστάσεις του για αυτόν, κάτι ήξερε τελικά. Αλλά όχι αυτό το συγκεκριμένο.

Πέρασε ο καιρός, χαθήκαμε ξανά. Μας πήρε δεκαετίες να βρούμε τους ρυθμούς μας. Να κάνω ότι δεν έγινε ποτέ, να χαζογελάω ακόμα όταν με κοροϊδεύουν που κοιμάμαι βαριά… Τώρα είμαστε μια χαρούμενη ατμόσφαιρα όποτε βρισκόμαστε, τον λυπάμαι κιόλας…

 

Μαρίνα

Μοιράσου το!

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Τα βιβλία μας

Φευγάτος
Αλέξανδρος Κουτρούλης - Φευγάτος
Μαργαρίτα Τσεντελιέρου - Το Μυστικό

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook