Πάρε μια ανάσα

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Πάρε μία ανάσα κι άκουσέ με.
Έχεις φτάσει, είσαι εδώ, είναι ο τερματισμός. Σκίζεις την κορδέλα σε λίγο, αντίπαλοι δεν υπάρχουν, μην κοιτάς πίσω σου, εμπιστέψου με, είσαι εσύ μόνο.
Πάρε μία ανάσα.
Ακούμπησε στον ώμο μου, ναι, αυτό εννοώ, άσε το αίμα να κυλήσει στις φλέβες σου, το μυαλό σου να καθαρίσει, το μυρμήγκιασμα στα άκρα να σταματήσει, τα γόνατά σου να σηκώσουν το βάρος σου. Είσαι εδώ και τα κατάφερες.
Τ’ ακούς; Τα κατάφερες.
Θυμάσαι πότε ξεκίνησες; Σαν σπουργιτάκι που ξεπετιέται από την φωλιά της μάνας του έμοιαζες, με μικροσκοπικά φτερά και ράμφος έτοιμο να τα αρπάξει όλα. Φοβόσουν τον κόσμο, φοβόσουν την σκιά που έριχναν πάνω στο φως σου, την σκιά που απειλούσε να σε καλύψει.
Ήμουν κι εγώ εκεί, το θυμάσαι; Φοβόμουν κι εγώ μαζί σου. Κρυβόμουν κι εγώ πίσω από τοίχους, μέσα στο σκοτάδι να μη με δουν και να μη με ανακαλύψουν.
Όλοι φοβούνται, όλοι θέλουν να τα παρατήσουν και να επιστρέψουν στην φωλιά τους.
Εσύ όμως αποφάσισες να βγεις έξω, να σπάσεις τα δεσμά και να ανοίξεις φτερά.

Πέταξες. Πετάξαμε. Αντικρίσαμε σύννεφα, τον ήλιο να μας τυφλώνει, το φεγγάρι να μας κάνει παρέα. Κι όταν κουραστήκαμε, ξαποστάσαμε κάτω από ένα πυκνό δέντρο και κάναμε το γρασίδι, προσκέφαλό μας.
Ο νους μας όμως ήθελε να πάει πιο μακριά, να διανύσει χιλιόμετρα, να πηδήξει ωκεανούς και να σκαρφαλώσει βουνά.
Μας έλειπε κάτι όμως. Κάτι έπρεπε να συμπληρώσει την τρέλα και την καύλα μας.
Και τότε, αυτό το κάτι, φανερώθηκε μπροστά μας.

Τη θυμάσαι, ρε συ; Τη θυμάσαι πώς λαμποκοπούσε ολόκληρη λες κι είχε ρουφήξει την ζωντάνια του ήλιου; Κι αυτή είχε περάσει τα σκοτάδια της, είχε κρυφτεί στις φτερούγες της μάνας της, είχε πέσει κι είχε ξανασηκωθεί.
Μπορεί όλος ο κόσμος να μην της έδινε σημασία, μπορεί κάποιοι να την ζήλεψαν ή να την εκμεταλλεύτηκαν, αλλά για σένα, για μας, έλαμπε.
Κι όσο έλαμπε τόσο συμπλήρωνε αυτό το κάτι που μας έλειπε. Είχε όμως δρόμο η υπόθεση, δεν θα μας δινόταν τίποτα στο πιάτο.

Αν κάτι το θες πολύ, αν κάτι σου τρώει τα σωθικά, τα κάνει κομματάκια και τα πετάει βορά στα θηρία, αυτό το κάτι πρέπει να το τιθασεύσεις. Να το νικήσεις. Κι εμείς έπρεπε να το κάνουμε.
Πάρε μία ανάσα, φίλε μου. Εδώ είμαστε, εδώ είμαι εγώ, σε κρατάω.
Έφτασες πολύ μακριά. Πρέπει όμως να δεις κι από πού ξεκίνησες.

Θυμάσαι πόσο σε είχε καταβάλει αυτή η κατάσταση; Που έπρεπε να περιμένεις ατελείωτες μέρες για να την δεις, που έπρεπε να υπομείνεις ατέρμονες ώρες για να την νιώσεις, αβάσταχτες στιγμές για να τη φιλήσεις; Προφανώς και το θυμάσαι, γι’ αυτό είσαι εδώ και γι’ αυτό έκανες και τόσα χιλιόμετρα.
Τα φτερά σου μεγάλωσαν αλλά μαζί τους μεγάλωσαν κι ευθύνες σου. Πλέον σε προσέχουν, δεν είσαι ένα μικρό κι άβγαλτο σπουργίτι, πλέον σε κοιτάνε και σε ζηλεύουν, θέλουν να ρουφήξουν το μεδούλι σου, να χορέψουν πάνω στις στάχτες σου.
Και δε θα σταματήσει ποτέ αυτό. Ειδικά όταν έχεις εκείνη. Πολλοί προσπάθησαν να στην κλέψουν, κάποιοι μάλιστα να την βγάλουν σκάρτη στα μάτια σου. Όπως κι εσένα, στα δικά της. Αλίμονο αν δεν είχαμε τους καλοθελητές να προσπαθούν να ρίξουν λάσπη μπας και βρουν τον δικό τους χρυσό. Κι όσο εσύ επέμεινες και τους έκανες πέρα τόσο η αγάπη σας δυνάμωνε και το σχοινί δενόταν σε έναν Γόρδιο δεσμό.
Και τώρα, έφτασες εδώ.

Και τώρα μπορείς να κάτσεις λίγο στην άκρη, να βρεις την ανάσα σου, έτρεξες πολύ, έτρεξε κι αυτή. Δεν έκατσε με σταυρωμένα χέρια. Πίστεψε σε εσένα όπως πίστεψες κι εσύ σ’ αυτήν. Μαζί αποφασίσατε να το πολεμήσετε και μαζί να νικήσετε. Ασπίδα και σπαθί, πανοπλία και περικεφαλαία, δίπλα δίπλα στη μάχη και ποτέ απέναντι.

Δεν νιώθεις λίγο νικητής τώρα; Δεν νιώθεις ότι όλο το παρελθόν ήταν απλά μία ανηφόρα που πλέον χάθηκε στον ορίζοντα;
Πάρε την τηλέφωνο. Έφτασες. Είσαι εδώ. Θα σε περιμένει, είμαι σίγουρος, όπως σε περίμενε τόσο καιρό.

Πάρε μία ανάσα, πάρε και δύο, πάρε όσες θες. Ο προορισμός σου είναι εδώ, η ζωή σου είναι εδώ και το μέλλον ανοίγεται μπροστά σου. Εγώ θα είμαι δίπλα σου πάντα, όπως ήμουν τόσα χρόνια που πάλευες. Μην σε απασχολεί.
Να ξέρεις μόνο ένα πράγμα.
Το σημαντικό είναι όταν ξυπνάς κι αντιλαμβάνεσαι τον κόσμο γύρω σου, να ευγνωμονείς που δεν κοιμάσαι ακόμη.
Πού όλα είναι ζωντανά κι είναι δικά σου.

Μοιράσου το!

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook