Γινόταν στο σπίτι του Στέλιου, του διευθυντή και ιδιοκτήτη της εταιρείας. Ήταν μια βίλα στα βόρεια προάστια της Αθήνας, περιτριγυρισμένη από κήπο, γκαράζ, γήπεδο μπάσκετ και άλλα μεγάλα σπίτια.
Ο καιρός, δυστυχώς, δεν ήταν καλός. Έβρεχε από το πρωί και τώρα, δέκα το βράδυ, δεν έλεγε να σταματήσει. Οι εργαζόμενοι είδαν κι έπαθαν για να φτάσουν, να βρουν να παρκάρουν και να μπουν στην ασφάλεια της κατοικίας του Στέλιου.
Μέσα στο τεράστιο σαλόνι, το οποίο είχε αναδιαμορφωθεί, ο φωτισμός εναλλασσόταν σε μια ευρεία ποικιλία χρωμάτων, η μουσική και τα τραγούδια έπαιζαν στη διαπασών και ο μπουφές σαν να του είχε κάνει κάποιος μάγια, δεν άδειαζε. Η ζέστη ήταν στο φουλ, ενώ οι εργαζόμενοι της εταιρείας, όλοι ντυμένοι γιορτινά, χόρευαν και γελούσαν και σχολίαζαν ο ένας τον άλλο.
Κάποια στιγμή, ένας εξ αυτών, ο Φάνης ρώτησε την παρέα: «Η Χρυσή δεν θα έρθει τελικά;»
Κοιτάχτηκαν όλοι μεταξύ τους.
«Νόμιζα ότι την είχες καλέσει», είπε ένας άλλος, ο Χρήστος, στην Μαίρη.
«Όχι. Δεν κάνω παρέα με τη Χρυσή. Ίσως η Γιώτα». Έδειξε την τέταρτη της μικρής ομάδας που είχε σχηματιστεί εκεί.
Η Γιώτα απλά ανασήκωσε τους ώμους.
«Πω», έκανε ο Χρήστος. «Μαλακία».
«Ναι», συμφώνησε η Μαίρη.
Πήγε να μιλήσει η Γιώτα, αλλά την πρόλαβε ο Φάνης: «Και τώρα με ποιον θα γελάμε;»
«Έλα, ντε».
«Γαμώτο».
«Μια κλόουν έχουμε σε όλη την εταιρεία και αυτή βρήκαμε να μην καλέσουμε». Η Μαίρη έδειξε μερικούς άλλους πιο πέρα. «Να, μέχρι και τον Γιάννη φέραμε, που μυρίζει πιο πολύ κι από κλανιά σε ασανσέρ».
Έσκασαν στα γέλια.
«Ξέρεις να λες κι εσύ κάτι αστειάκια, βρε Μαίρη», είπε ο Φάνης.
«Ναι, αλλά η Χρυσή είναι από μόνη της ένα αστείο».
Ξανά γέλια.
Η Γιώτα δε γέλασε και έκανε να διαμαρτυρηθεί, αλλά εκείνη τη στιγμή, η μουσική σταμάτησε και ο Στέλιος πήρε ένα μικρόφωνο και έβγαλε λόγο. «Χαίρομαι που είστε όλοι εδώ. Δυστυχώς, η οικογένειά μου έπρεπε να παρευρίσκεται αλλού, υποχρεώσεις είναι αυτές, καταλαβαίνετε. Αλλά μην ανησυχείτε. Η νύχτα προβλέπεται τέλεια, ο φίλος και συνάδελφος Αλέξανδρος έχει τρελά κέφια με τις επιλογές στα ρεμίξ του. Να είστε καλά, σας ευχαριστώ που ήρθατε, για να τιμήσουμε την εταιρεία μας. Είναι όλων μας, δεν θέλω να το ξεχάσετε ποτέ αυτό. Και… απλά διασκεδάστε και φάτε ελεύθερα!»
Έφυγε από τον DJ, που ανέβασε και πάλι το ρυθμό στα ύψη.

«Καλά τα είπε», πετάχτηκε ο Χρήστος.
«Ναι», συμφώνησε ο Φάνης. Γέλασε. «Ρε σεις, θυμάστε που η Χρυσή είχε δώσει συνέντευξη;»
Ένα χαμογελαστό ωωωω! ξέφυγε από όλους τους.
«Ναι, ρε φίλε. Είπε ένα σωρό βλακείες, μετά προσπάθησε να τα μπαλώσει και έγινε ρεζίλι των σκυλιών».
«Έγινε ρεζίλι, γιατί ο σύμβουλος τής είχε δώσει να πει μαλακίες», είπε η Γιώτα.
«Ναι, κι αυτή ήταν τόσο χαζή που δεν κατάλαβε ότι δεν έπρεπε να τα διαβάσει», είπε η Μαίρη.
«Εσύ στη θέση της τι θα προλάβαινες να κάνεις;» ρώτησε ο Φάνης. Πριν δώσει κανείς άλλος απάντηση, συνέχισε: «Εγώ θα την έπεφτα στη δημοσιογράφο. Ήταν ωραίο μουνάκι».
Γέλια.
«Αλλά, αν το έκανε η Χρυσή, θα έτρωγε χυλόπιτα. Στα μούτρα».
Ξανά γέλια.
Η Γιώτα ζήτησε συγνώμη και βγήκε λίγο στο μπαλκόνι. Ο παγωμένος αέρας και η δυνατή φωνή την έκαναν να ανατριχιάσει. Κοίταξε γύρω της και αναστέναξε. Η αυλή, με τα φυτά και το πλακόστρωτο, ήταν γεμάτη σκιές. Όπως και οι ψυχές των ανθρώπων, είχε πει κάποτε η Χρυσή σε ένα από τα μηνύματα που είχαν ανταλλάξει στο Facebook.
Τα φύλλα αναδεύονταν, καθώς οι στάλες έπεφταν με δύναμη.
Η Γιώτα ήξερε πως δεν μπορούσε να γίνει κάτι άλλο, πως δεν άξιζε να προσπαθήσει άλλο. Οπότε έβγαλε το κινητό της και έστειλε το μήνυμα.
Λίγο μετά, άκουσε ένα αμάξι να παρκάρει και είδε τις σκιές να κινούνται παράξενα.

Το σκοτάδι είναι συχνά τρομακτικό, αλλά περισσότερο όταν σε αγκαλιάζει και μοιάζει να είναι το μοναδικό ον που σε καταλαβαίνει.
Στο δωμάτιο του ισογείου, ένας μεθυσμένος άντρας και μια όχι και τόσο μεθυσμένη γυναίκα πηδιόντουσαν, έχοντας κατεβάσει τα παντελόνια και τα εσώρουχά τους. Η πόρτα ήταν κλειστή, όπως και το παράθυρο. Το φως από το λαμπατέρ ήταν αρκετό για να βλέπουν τι κάνουν.
Όταν έσβησε, δεν σταμάτησαν και οι σιγανές φωνές τους, καθώς και το ταραγμένο από αλκοόλ και ηδονή μυαλό τους, δε συνέλαβε την παραβίαση του παραθύρου.
Η Μαίρη ήταν στο μπάνιο του πρώτου ορόφου και θαύμαζε τα χρυσαφικά της γυναίκας του Στέλιου, που είχε πάρει πριν λίγο.
Ο χρυσός, όμως, έπαψε να λάμπει, με το που έπεσε το ρεύμα.
Ο Χρήστος έπαιζε videogame με τον Φάνη, στο δωμάτιο που είχε φτιάξει ο Στέλιος ειδικά για τέτοιες στιγμές.
Αλλά η μονομαχία των χαρακτήρων που είχαν στον ψηφιακό κόσμο σκοτείνιασε απότομα και οι δυο εργαζόμενοι άφησαν μια μικρή, ξαφνιασμένη κραυγή. Χαμογέλασαν ντροπαλά μετά. Την επόμενη στιγμή, αναρωτήθηκαν ποιος περπατούσε με λασπωμένα παπούτσια μέσα σε εκείνο το δωμάτιο.

Στο κεντρικό σαλόνι, όσοι είχαν τα κινητά τους τα ενεργοποίησαν για να βλέπουν. Υπήρχε ένταση, κανείς δεν φοβόταν ιδιαίτερα μέσα σε ένα τόσο γεμάτο από κόσμο χώρο, αλλά ήταν κάπως νευρικοί. Ο Στέλιος, όμως, είπε να μην ανησυχούν και ότι θα το διόρθωνε αμέσως.

Ο Γιάννης είχε βγει κι αυτός έξω με την Γιώτα. Δεν είχε πιει παρά ελάχιστα, σαν άτομο δεν ήταν φαν του αθλήματος, αλλά έβλεπε την κοπέλα να είναι κάπως δυστυχισμένη, μέσα στο όμορφο φόρεμά της, ενώ το ποτήρι της είχε αδειάσει και εκείνη το βαστούσε σαν να ήταν πολύτιμο.
Προσπάθησε να της πιάσει την κουβέντα, αλλά εκείνη δεν είχε όρεξη. Ο Γιάννης δεν απογοητεύτηκε, καθότι είχε συνηθίσει να τον κοροϊδεύουν σχεδόν όλοι στην εταιρεία, αλλά ήξερε ότι η Γιώτα ήταν εντάξει άτομο και ότι απλά τώρα δεν ήθελε να μιλήσει. Οπότε γύρισε στο σαλόνι, τη στιγμή που έπεσε το ρεύμα. Με το κινητό του, πέρασε μέσα από τον κόσμο, που όλοι του την έλεγαν, ανέβηκε τα σκαλιά και έφτασε στην τουαλέτα. Παραλίγο να πέσει, καθώς τα σκαρπίνια του γλίστρησαν. Φώτισε με το κινητό και είδε γλοιώδεις βρομιές στα πλακάκια. Χαμογέλασε. Κάποιος μάλλον είχε κάνει εμετό.

Χτύπησε την πόρτα. Δεν πήρε απάντηση. Γύρισε το πόμολο. Ήταν ξεκλείδωτη. Μπήκε. Αυτή τη φορά, δεν μπόρεσε να γλιτώσει την πτώση. Βρέθηκε φαρδύς πλατύς στο πάτωμα. Δεν τραυματίστηκε. Αναζήτησε το κινητό του, που του είχε φύγει από το χέρι. Έπιασε ένα χέρι στο σκοτάδι και φώναξε ξαφνιασμένος.
Αλλά αυτό δεν ήταν τίποτα μπροστά στο ουρλιαχτό που έβγαλε όταν είδε ολόκληρο το πτώμα.
Έπειτα από είκοσι δευτερόλεπτα, οι καλεσμένοι στο σαλόνι αντιλήφθηκαν δύο πράγματα την ίδια στιγμή.
Το φως και τα μηχανήματα του DJ άρχισαν να λειτουργούν ξανά.
Και ο Γιάννης ήταν μες στα αίματα και τα κλάματα.
Μετά ακούστηκαν κι άλλα ουρλιαχτά από άλλα μέρη του σπιτιού, καθώς αποκαλύπτονταν οι υπόλοιποι νεκροί.

Η Γιώτα είδε κάπου έξω από τον περιφραγμένο κήπο να προχωράει μια σκιώδης μορφή. Η κουκούλα στράφηκε και ένα αχνό διοπτροφόρο πρόσωπο αντιγύρισε το βλέμμα.
Έπειτα η Χρυσή έφυγε, σαν να μην είχε υπάρξει ποτέ.
Η Γιώτα θυμήθηκε την προηγούμενη μέρα που είχαν κανονίσει να εμφανιστεί η Χρυσή από το πουθενά, χωρίς να την περιμένουν. Έκπληξη. Αλλά αυτό θα συνέβαινε μόνο εάν μέχρι τότε δεν την είχαν κοροϊδέψει ή βρίσει. Αν συνέβαινε αυτό, η Γιώτα θα έβγαινε και θα της έκανε νόημα πως τίποτα δεν είχε αλλάξει.

Οι σειρήνες ακούστηκαν τελικά και έφτασαν πριν χλωμιάσουν τα πτώματα. Βλέποντας το κόκκινο και το μπλε που αναβόσβηνε, η Γιώτα αναρωτήθηκε αν και η δική της η ψυχή είχε γεμίσει με σκιές.