Πίσω από τις κουρτίνες

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Ο Τάσος ήταν πάντα ο άνθρωπος πίσω από την κουρτίνα.
Στεκόταν ευθυτενής φορώντας το καλό του κουστούμι, ένα φθαρμένο και μπανταρισμένο καπέλο, ένα γλυκό χαμόγελο που στόλιζε το κουρασμένο του πρόσωπο κι άνοιγε την κουρτίνα σε αυτούς που πρωταγωνιστούσαν. Σε μία παράσταση, σε μία βράβευση, σε μία τελετή. Ο άνθρωπος που προετοίμαζε τον άνθρωπο που θα επευφημούσαν. Που θα απολάμβαναν. Που θα βράβευαν.

Ο Τάσος στο σπίτι του δεν είχε κουρτίνες. Τα παράθυρα κι οι πόρτες του ήταν πάντα ανοιχτά στον κόσμο. Κανείς όμως δεν περνούσε το κατώφλι του, ο καλόγερος δίπλα στην είσοδο έστεκε άδειος, στολισμένος μόνο με το καλό κουστούμι του Τάσου. Τις νύχτες, όταν γυρνούσε από τις παραστάσεις όπου δούλευε, καθόταν κι έβλεπε παλιές φωτογραφίες στο οικογενειακό άλμπουμ. Περισσότερο απ’ όλους, αγαπούσε τη γιαγιά Μάγκω. Δεν γνώριζε γιατί την φώναζαν έτσι ούτε έμαθε ποτέ το πραγματικό της όνομα.
Θυμόταν, όμως, τα απαλά της μαλλιά που έμοιαζαν με ζαχαρωτά. Θυμόταν το παλτό της που μύριζε γιασεμί, τις παλιές της παντόφλες που πάντα τις έχανε κι έβριζε την κόρη της μέχρι να τις ξαναβρεί. Η γιαγιά Μάγκω του έμαθε τα θέατρα, τις παραστάσεις, τους ανθρώπους πίσω από τις κουρτίνες. Κάθε Σαββατοκύριακο, μαζεύονταν όλα τα πιτσιρίκια σπίτι της, κι έστηνε ολόκληρο φεστιβάλ. Κουκλοθέατρο, παραστάσεις, παιδικά ποδαράκια να χοροπηδάνε στο παλιό, ξύλινο πάτωμα. Κι ο Τάσος πάντα αναρωτιόταν ποιος ήταν αυτός που προετοιμάζει όλες αυτές τις παραστάσεις. Ποιος ήταν αυτός που προετοιμάζει τους καλλιτέχνες, τους ηθοποιούς, αυτός που πάντα βρισκόταν πίσω από την κουρτίνα.
Η γιαγιά Μάγκω ήταν μία απ’ αυτούς. Κι ο Τάσος ήθελε να της μοιάσει.

Έτσι, τελειώνοντας το σχολείο και φεύγοντας μία και καλή από το χωριό, αποφάσισε να αναζητήσει δουλειά στην μεγάλη πόλη. Δεν ήθελε να βγει μπροστά, δεν ήθελε να τον χειροκροτήσουν ούτε να υποκλίνεται μπροστά στο κοινό. Ήθελε να είναι αυτός που θα δώσει την τελευταία σταγόνα κουράγιου στον ηθοποιό που είχε ξεχάσει τα λόγια του, ήθελε να είναι αυτός που θα εμψυχώσει τον μουσικό που έτρεμαν τα χέρια του, ήθελε να είναι αυτός που θα ακούει τα χειροκροτήματα στο παρασκήνιο και θα χαμογελάει.

Ο Τάσος τα βράδια δεν κοιμόταν εύκολα. Γυρνούσε το κεφάλι κι έβλεπε το ρολόι να μετράει βασανιστικά. Θα προτιμούσε να βλέπει δύο μάτια, κλειστά, ήρεμα, να μπορεί να τα χαζεύει για ώρες κι ας μην κοιμόταν καθόλου. Θα ήθελε να έχει ένα χέρι να πλέκει με το δικό του, έναν σβέρκο να μπορεί να ανασαίνει πάνω του. Αλλά ήξερε ότι η ζωή που είχε επιλέξει δεν του επέτρεπε τέτοιες γνωριμίες. Δεν ήθελε να βγει στο προσκήνιο. Ήθελε να μένει πίσω, χαμηλά, μακριά από τους προβολείς.

Εκείνα τα Χριστούγεννα θα προετοίμαζε την μεγαλύτερη παράσταση της πόλης. Τον είχαν επιλέξει ανάμεσα σε εκατοντάδες υποψηφίους, θα ήταν υπεύθυνος για όλη την διοργάνωση, την επιλογή καλλιτεχνών, του προγράμματος, τα πάντα. Θα ήταν ο άρχοντας της κουρτίνας. Ο Τάσος περίμενε πώς και πώς τη στιγμή αυτή. Τα τελευταία πρωινά ξυπνούσε με έναν έντονο βήχα κι έναν αβάσταχτο πόνο στο στήθος. Μετά από λίγο, όμως, συνερχόταν. Δε μπορούσε να κάνει κι αλλιώς, είχε τόσες προετοιμασίες.

Οι μέρες περνούσαν κι ο Τάσος ένιωθε ότι βρισκόταν στο αποκορύφωμα της καριέρας του. Όλοι ήταν ευχαριστημένοι, το χρονοδιάγραμμα δεν παρέκκλινε καθόλου, το πρόγραμμα στην εντέλεια. Ο Τάσος δυσκολευόταν να σηκωθεί ολοένα και περισσότερο τα πρωινά, δυσκολευόταν ακόμα πιο πολύ να κοιμηθεί τις νύχτες. Αυτό το πλάκωμα στο στήθος έμοιαζε να ζυγίζει έναν τόνο. Έκλεινε τα μάτια, έσφιγγε τις γροθιές του, έπαιρνε πολύτιμες αλλά οδυνηρές ανάσες κι άντεχε. Τουλάχιστον να βγει η παράσταση, να κλείσει το επίτευγμά του.
Κοίταξε το ρολόι στο κομοδίνο του, χαμογέλασε, η ώρα πλησίαζε, έπρεπε να αντέξει.

Κι έφτασε η πολυπόθητη μέρα.
Ο Τάσος σηκώθηκε χωρίς κανέναν πόνο στο στήθος. Αέρινος, κεφάτος, λες κι ένα μαγικό ραβδάκι είχε πάρει όλες τις οδυνηρές μέρες μακριά. Έβαλε το καλό του κουστούμι, φόρεσε και το αγαπημένο του καπέλο, υποσχέθηκε στον καλόγερο στην είσοδο ότι μετά την παράσταση θα φρόντιζε να έχει κι άλλα παλτά να τον στολίζουν, κι έφυγε για την δουλειά.
Όλα έμοιαζαν μαγικά κι ονειρεμένα. Κόσμος τον χαιρετούσε στον δρόμο, παλιοί γνωστοί που είχε μάθει από τις δουλειές του, του έδιναν συγχαρητήρια για την σίγουρη επιτυχία της παράστασης.
Κι όταν έφτασε στο θέατρο, το θέαμα ήταν φαντασμαγορικό.
Μία τεράστια ουρά από κόσμο που περίμενε να μπει μέσα, οι ηθοποιοί τον υποδέχονταν με χαμόγελο, όλοι έτοιμοι, στις θέσεις τους, στις θέσεις που τόσο καιρό πάλευε να οργανώσει και να φτιάξει. Ένιωθε σαν να μην χρειαζόταν να κάνει τίποτα, για πρώτη φορά όλα θα λειτουργούσαν άψογα. Ούτε συμβουλές, ούτε ανάσες, ούτε λόγια εμψύχωσης.
Για πρώτη φορά ο Τάσος ένιωσε ότι ήθελε να βγει λίγο έξω από τις κουρτίνες. Τόσο κόπο είχε ρίξει, να μην το απολαύσει κι αυτός λίγο; Με το που ξεκίνησε η παράσταση, λες κι ήταν όλοι συνεννοημένοι, άνοιξαν τις κουρτίνες κι ο Τάσος βρέθηκε μπροστά σ’ ένα τεράστιο κοινό. Σάστισε, έχασε τα λόγια του, η καρδιά του χτυπούσε τρελά, η καρδιά του που ένιωθε ότι θα τον προδώσει όλες αυτές τις μαρτυρικές νύχτες που τον πονούσε.
Έκανε μία υπόκλιση, χειροκροτήματα, οι ηθοποιοί είχαν αφήσει τις θέσεις τους και του παραχωρούσαν την πρώτη θέση, την αρχοντική, εκεί που θα έπρεπε να είναι πάντα.

Ο Τάσος ένιωσε να τον λούζει ένα ζεστό φως.
Δεν έδωσε σημασία.
Κάπου άκουσε τη φωνή της γιαγιάς Μάγκως να τον καλεί. Να του λέει πόσο περήφανη ήταν. Νόμιζε ότι μπορούσε να ακούσει ακόμα και το χαμόγελό της.
Ο Τάσος υποκλίθηκε για μία τελευταία φορά κι έκλεισε τα μάτια του.

Μοιράσου το!

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Τα βιβλία μας

Φευγάτος
Αλέξανδρος Κουτρούλης - Φευγάτος
Μαργαρίτα Τσεντελιέρου - Το Μυστικό

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook