Η Μαρία έριξε μια βιαστική ματιά στον καθρέφτη, πριν ανοίξει την πόρτα. Είχε φροντίσει ιδιαίτερα την εμφάνισή της σήμερα, και της άρεσε αρκετά το αποτέλεσμα, αφού ένοιωθε πως το τελευταίο καιρό παραμελούσε αρκετά τον εαυτό της. Για σήμερα είχε επιλέξει να φορέσει ένα κοντό φόρεμα που κολάκευε αρκετά τα μακριά πόδια της, και είχε βαφτεί ακολουθώντας οδηγίες από βιντεάκια στο διαδίκτυο, με εντυπωσιακή επιτυχία. Φόρεσε το παλτό της και άνοιξε την πόρτα. Η παρέα της την περίμενε ήδη στο αυτοκίνητο.

Ήταν η πρώτη φορά που θα γιόρταζε τη Παραμονή των Χριστουγέννων μακριά από το σπίτι της. Για εκείνη Παραμονή σήμαινε οικογενειακή γιορτή, χοιρινό με πατάτες στο φούρνο να ψήνεται, φωτιά στο τζάκι, μουσική, και ίσως και λίγο χαρτάκι τις μεταμεσονύκτιες ώρες. Φέτος όμως η φίλη της επέμενε να βγουν έξω να γιορτάσουν. Και δεν ήθελε να της χαλάσει χατήρι. Έτσι βρέθηκε σε ένα αυτοκίνητο με την Κατερίνα και δύο φίλους της, να πηγαίνουν για φαγητό.
Το μαγαζί στο οποίο πήγαν, φαινόταν αρκετά ακριβό, τόσο ώστε για μια στιγμή αγχώθηκε αν θα της έφταναν τα χρήματα που είχε μαζί της. Μετά αποφάσισε να χαλαρώσει, άλλωστε είχε και την πιστωτική κάρτα. Ο Γιάννης ανέλαβε αυτοβούλως χρέη συνοδού της, και η Μαρία πραγματικά απολάμβανε όλη αυτή τη περιποίηση, από το τράβηγμα της καρέκλας για να κάτσει, μέχρι το γέμισμα του ποτηριού της με κρασί. Η κουβέντα κυλούσε αβίαστα, και πολλές φορές έπιασε τον εαυτό της να γελάει, κρατώντας το χέρι του. Της είχε λείψει να συνομιλεί με έναν ευφυή ενήλικα.

Μόλις ήρθε ο λογαριασμός, οι άντρες της παρέας αρνήθηκαν πεισματικά να επιτρέψουν στις κυρίες να πληρώσουν. Και μόλις εκείνες κατάλαβαν ότι το εννοούσαν, πρότειναν να συνεχίσουν τη βραδιά τους με ένα ποτό, το οποίο όμως θα ήταν κερασμένο από εκείνες. Οι δύο φίλοι δέχτηκαν, και σύντομα η παρέα βρέθηκε στο πρώτο τραπέζι μιας μεγάλης πίστας, όπου τραγουδούσε ο αγαπημένος τραγουδιστής της Μαρίας. Προφανώς ο Γιάννης, λόγω επαγγελματικής ιδιότητας, είχε αρκετούς γνωστούς, και αρκετά χρήματα στην τσέπη του. Οι λουλουδούδες δεν έφευγαν από το τραπέζι τους, και σύντομα μια στοίβα από γαρύφαλλα σχηματίστηκε στα πόδια τους.

Η ώρα είχε πάει ήδη πέντε και η Μαρία δεν αισθανόταν καθόλου κουρασμένη. Είχε πολύ καιρό να βγει έξω και να διασκεδάσει έτσι. Τότε έπεσε η πρόταση στο τραπέζι. Γιατί να μην συνέχιζαν στο καζίνο. Άλλωστε η μέρα το σήκωνε λίγο χαρτάκι. Δεν είχε πάει ποτέ στη ζωή της σε καζίνο, κι έτσι δέχτηκε με χαρά. Η Κατερίνα με τον Γιώργο τους δήλωσαν ότι εκείνοι δεν θα τους ακολουθούσαν, αφού είχαν άλλα σχέδια για το υπόλοιπο της βραδιάς. Η παρέα χωρίστηκε, και σύντομα η Μαρία καθόταν δίπλα στον Γιάννη σε ένα τραπέζι με ρουλέτα. Μπροστά της είχε μια στοίβα από μάρκες, και το ελεύθερο να παίξει όπως ήθελε. Ήταν φανερό πως δεν τον ένοιαζε θα τα έχανε όλα.

Την γύρισε σπίτι όταν πια ο ήλιος είχε φτάσει ψηλά. Δεν την πρότεινε καν να ανέβει σπίτι της. Την φίλησε με πάθος στο στόμα, και της έδωσε την κάρτα του. Το μήνυμα ήταν σαφές. Δεν ήθελε να την πιέσει και της έδινε το δικαίωμα να κάνει εκείνη το επόμενο βήμα.

Ανέβηκε στο σπίτι της και έβγαλε τα παπούτσια της. Όπως ήταν, βαμμένη και με το φόρεμα, πήγε στο παιδικό δωμάτιο, και ξάπλωσε στο παιδικό κρεβάτι. Πήρε αγκαλιά το λούτρινο αρκουδάκι και έκλεισε τα μάτια της. Τέσσερις μέρες ακόμα, μέχρι να πάρει το παιδάκι της αγκαλιά. Ήταν πια σίγουρη πως αυτά ήταν τα χειρότερα Χριστούγεννα της ζωής της. Θα τα αντάλλασσε όλα, για να μπορούσε να περάσει αυτή τη μέρα με το μωρό της.