Περίεργο παιχνίδι

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Ήταν ένα χαρούμενο κορίτσι που αγαπούσε πολύ τον ήλιο και το νερό. Συχνά καθόταν μπροστά από ανοιχτές βρύσες τους χειμώνες και χάζευε τη ροή και τον ήχο του τρεχούμενου νερού. Ακόμη περισσότερο της άρεσε η θάλασσα. Η μυρωδιά της, ο ήχος και η αλμύρα της.

Ήταν διακοπές μαζί με τους γονείς. Παραθέριζαν σε ένα όμορφο μέρος. Όλη μέρα έπαιζε στην ακρογιαλιά, έφτιαχνε κάστρα, πλατσούριζε και το βράδυ πήγαιναν για φαγητό. Οι γονείς έτρωγαν και κατανάλωναν μεγάλες ποσότητες αλκοόλ, εκείνη τσιμπολογούσε πάντα.

Είχαν νοικιάσει δύο δωμάτια. Ένα των γονιών, ένα για εκείνη, δίπλα δίπλα και επικοινωνούσαν από το ίδιο μπαλκόνι.

Ένα βράδυ γυρνούσαν τρεκλίζοντας. Η μικρή ήταν πολύ κουρασμένη κι έτσι ο θετός πατέρας της την είχε πάρει στους ώμους του. Έφτασαν στο δωμάτιο και το παιδί έπεσε κατευθείαν με τα ρούχα. Δεν είχε κουράγιο να βάλει τις πυζάμες της. Κοιμήθηκε αμέσως.

Ήταν μπρούμυτα και τα πόδια της ήταν ελαφρώς ανοιχτά. Η φούστα της ήταν λιγάκι ανεβασμένη και ο καβάλος από το εσώρουχό της στο πλάι. Ένιωσε κάτι σαν άγγιγμα. Υγρό άγγιγμα. Νόμισε πως ονειρευόταν, μα τι όνειρο ήταν αυτό; Γρήγορα συνειδητοποίησε πως δεν ήταν όνειρο, αλλά εκείνος που μέχρι πριν λίγες ώρες την κουβαλούσε στους ώμους του. Συνέχισε να προσποιείται πως κοιμάται και δήθεν άλλαξε στάση ύπνου και σταύρωσε τα πόδια της. Αυτός περίμενε λίγο και μετά απαλά της άνοιξε πάλι τα πόδια και άρχισε να την πασπατεύει μέχρις ότου έχωσε το κεφάλι του ανάμεσα. Η μικρή είχε κοκαλώσει από τον τρόμο. Δεν καταλάβαινε τι συνέβαινε. Ξανάλλαξε θέση και δήθεν νυσταγμένα τράβηξε τη φούστα της πιο κάτω. Εκείνος σηκώθηκε. Τον άκουσε που βγήκε από την μπαλκονόπορτα και που άναψε τσιγάρο. Λίγο αργότερα πήγε στο δωμάτιό του για ύπνο.

Το κοριτσάκι σηκώθηκε από το κρεβάτι και έκατσε στο γείσο της μπαλκονόπορτας αγκαλιάζοντας τα γόνατα που ακουμπούσαν στο ανύπαρκτο ακόμη στήθος της. Η θάλασσα απλωνόταν μπροστά της ήρεμη. Ήταν ίσως η πιο ήρεμη και συνάμα σκοτεινή θάλασσα που είχε δει ποτέ της. Ο ήλιος τεράστιος, είχε πάρει ένα δυνατό κροκί χρώμα καθώς ξεπρόβαλε μέσα από τη θάλασσα. Κάθισε εκεί, αναρωτώμενη τι συνέβη, τι ήταν αυτό. Αποφάσισε να πάει για ύπνο όταν είδε τους πρώτους ανθρώπους να φτάνουν στην παραλία για το πρωινό τους μπάνιο.

Δεν είπε τίποτα σε κανέναν για το συμβάν. Γύρισαν σπίτι από τις διακοπές, ξεκίνησε το σχολείο και το κορίτσι συνέχισε να είναι το χαρούμενο, ζωηρό και σκανταλιάρικο παιδί που ήταν. Είχε ακούσει από τα μεγαλύτερα παιδιά στο σχολείο πως η πέμπτη δημοτικού ήταν δύσκολη, μα εκείνη ανυπομονούσε.

Μερικές ημέρες αργότερα ο θετός πατέρας της της είπε να παίξουν κάνοντας ζαβολιές παρέα. Σαν μοναχοπαίδι που ήταν, της άρεσε να παίζει πού και πού με τους μεγάλους. Κρύφτηκαν στο δωμάτιο των γονιών και έπαιξαν. Αλλά δεν ήταν παιδικό παιχνίδι, δεν ήξερε πως παιζόταν. Εκείνος της εξηγούσε και την καθοδηγούσε, μα δεν τους άρεσε ο τρόπος που έπαιζαν. Δεν περνούσε καλά και του ζήτησε να σταματήσουν. Την έβαλε να του υποσχεθεί πως αυτό το παιχνίδι θα έμενε μεταξύ τους και μόνο. Άλλωστε τις ζαβολιές τις κρύβουμε από τη μαμά!

Το κοριτσάκι άρχισε να μιλά λιγότερο και ήταν συχνά σκεπτικό. Κάποιος μεγαλύτερος πρόσεξε την αλλαγή και με πάρα πολλή πίεση μίλησε. Το παιδί κατάλαβε πως ήταν κακό παιχνίδι από το βλέμμα του ενήλικα που είχε μπροστά της. Ζήτησε συγνώμη και είπε πως δεν θα επαναληφθεί.
Ο θετός πατέρας έφυγε, δεν τον ξαναείδε και δεν άκουσε τίποτα για αυτόν ξανά.

Το κορίτσι μεγάλωσε. Έγινε ολόκληρη γυναίκα πια. Μία γυναίκα που μιλούσε λίγο, που δεν εμπιστευόταν καθόλου εύκολα τους άντρες, ιδίως όταν ήταν να πέσει σε ένα κρεβάτι με έναν από αυτούς. Σε κάποιους συντρόφους ανοίχτηκε, εξήγησε γιατί δεν αφηνόταν. Σε κάθε νέο άντρα που γνώριζε, έπαιρνε κεφάλι ο φόβος μην αναγκαστεί να παίξει αυτό το άσχημο παιχνίδι ενηλίκων που είχε παίξει ως παιδί. Δεν έκανε ποτέ σχέσεις της μιας βραδιάς με άντρες, όσο κι αν το ήθελε εκείνη τη στιγμή, γιατί έτρεμε στην σκέψη πώς θα συνέβαινε αυτό. Ακόμα και στις σχέσεις το παιχνίδι εκείνο τη στοίχειωνε, δεν απολάμβανε συχνά τις χαρές του έρωτα λόγω αυτού. Ίσως για αυτό και ξάπλωνε συχνότερα με γυναίκες. Το φάντασμα των ζαβολιών εκείνης της ημέρας και τα αγγίγματα το καλοκαιριού, εξαφανίζονταν όταν ήταν με κάποια γυναίκα. Αισθανόταν ασφάλεια μαζί τους.

Έτσι πέτυχε μία παράδοξη ισορροπία μέσα της. Ξάπλωνε πλάι σε γυναίκες όταν ήθελε να νιώσει πέρα για πέρα ασφαλής και πλάι σε άντρες, σπανιότερα, μήπως και βρισκόταν κάποιος που θα εξουδετέρωνε όλους τους φόβους και τις ανασφάλειες που πήγαζαν από τα συμβάντα εκείνου του καλοκαιριού.

 

A.

Μοιράσου το!

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Τα βιβλία μας

Φευγάτος
Αλέξανδρος Κουτρούλης - Φευγάτος
Μαργαρίτα Τσεντελιέρου - Το Μυστικό

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook