Περιστροφές

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Με μια ανάλαφρη κίνηση σηκώθηκε και αφέθηκε να ανέβει προς τα πάνω. Αντίκρισε το καραβάκι, τις μπουρμπουλήθρες, την διακοσμητική βλάστηση και εκείνη. Ήταν το πιο όμορφο ψάρι που έβλεπε στην ζωή του, από όσο μπορούσε να θυμηθεί. Την πλησίασε σαστισμένος. Τα μάτια της τον είχαν υπνωτίσει. Προσπάθησε να κολυμπήσει γύρω της. Εκείνη έδειξε να μην τον προσέχει. Γύρισε από την άλλη και του έδειξε την πανέμορφη, γυαλιστερή ουρά της. Έμεινε για λίγο μετέωρος και έπειτα την ακολούθησε. Με όση χάρη μπορούσε να διαθέσει στριφογύρισε δίπλα της και γύρω της. Εκείνη του έριχνε μερικές ματιές. Μια αμυδρή υπόσχεση, ίσως.

Ανακάθισε στο κρεβάτι αισθανόμενος κάθε τρίξιμο του κορμιού του. Απομεινάρι ενός άλλου εαυτού. Κοίταξε το κρεβάτι. Κατάλοιπο μιας άλλης ζωής. Γύρισε το άσπρο του κεφάλι προς το κομοδινάκι με την κορνίζα δίπλα από το φωτάκι. Έγνεψε έναν χαιρετισμό. Η γυναίκα στην φωτογραφία δεν απάντησε. Πήρε μια βαθιά ανάσα. Έβηξε. Καθάρισε τον λαιμό του και σηκώθηκε.  Κατευθύνθηκε προς την κουζίνα και έβαλε λίγο καφέ να γίνεται στο μπρίκι. Στράβωσε λίγο το ρυτιδιασμένο του στόμα μόλις συνειδητοποίησε πως είχε κάνει το ίδιο λάθος. Κάθε μέρα, αφηρημένα, έβαζε στο μπρίκι νερό και καφέ για δύο φλιτζάνια. Πάλι θα πέταγε καφέ. Άπλωσε το χέρι του προς το καλαθάκι πάνω στον πάγκο και άρχισε να ξεδιαλέγει τα πρωινά του χάπια. Μέσα στο σωρό από λευκά κουτάκια με ακαταλαβίστικα γράμματα βρίσκονταν ακόμη τα φάρμακά της. Από καιρό, πια, ληγμένα. Έβγαλε ένα πακέτο από την ρόμπα του και άναψε ένα τσιγάρο. Συνέχισε να ξεδιαλέγει χάπια. Πρόλαβε, τελευταία στιγμή, να σώσει τον καφέ που πήρε να χύνεται από το μπρίκι καθώς είχε αρχίσει να παραβράζει. Ακόμη μια μέρα.

Σιγά-σιγά εκείνη πήρε να ανταποκρίνεται στον χορό του γύρω της. Άρχισαν να παίζουν, μαζί, δίπλα από τις μπουρμπουλήθρες και να σαλεύουν χαρούμενα ανάμεσα από τα πλαστικά φυτά και το ψεύτικο καραβάκι. Άλλοτε πιο γρήγορα και άλλοτε πιο αργά φέρνανε, δίπλα-δίπλα, γύρες στη γυάλα. Φτάνανε στο τζαμάκι, χαζεύανε την αντανάκλασή τους πάνω του και στρέφονταν προς την αντίθετη κατεύθυνση, προς τις αντανακλάσεις τους που τους περίμεναν στην άλλη πλευρά. Τα πτερύγιά τους αγγίζονταν. Ένιωθε συγκλονισμένα ευτυχής.

Ξερόβηξε. Πήρε το φλιτζανάκι με τον καφέ και έκατσε στην πολυθρόνα που από τα χρόνια είχε πάρει το σχήμα του. Εφάπτονταν τέλεια. Άναψε ακόμη ένα τσιγάρο. Έριξε ένα στραβό βλέμμα στο τασάκι δίπλα του. Χρειαζόταν άδειασμα. Τον μάλωνε όταν το άφηνε έτσι. Τώρα δεν τον μάλωνε κανείς. Άφησε σε μια άκρη το φλιτζάνι και σηκώθηκε. Πήρε το τασάκι και κατευθύνθηκε πάλι προς την κουζίνα για να πετάξει τα αποτσίγαρα στα σκουπίδια. Λίγες στάχτες σκορπίστηκαν από το αναμμένο στο στόμα του τσιγάρο. Οι στάχτες χορέψανε στον αέρα και προσγειώθηκαν ανέμελα στο χαλί, πλάι στις άλλες στάχτες. Ένας οξύς πόνος διαπέρασε το στήθος του καθώς έβηξε. Στηρίχτηκε στον πάγκο της κουζίνας. Το τσιγάρο του έφυγε από το στόμα. Πέταξε μια μικρή βλασφημία. Έσκυψε με κόπο και μάζεψε την γόπα του. Με την παντόφλα του πάτησε το μέρος του χαλιού που κάπνιζε. Έσβησε το τσιγάρο στο τασάκι και το πέταξε και αυτό στον κάδο. Πήρε μια βραχνή εισπνοή. Έσυρε τις παντόφλες του προς την μπαλκονόπορτα. Χάζεψε την απέναντι πολυκατοικία που του έκρυβε κάθε άλλη θέα. Οι τέντες της έκρυβαν τον ουρανό. Στο μικρό στενό από κάτω δεν περνούσε κανείς. Κυριακή. Τράβηξε την κουρτίνα και κοίταξε το διαμέρισμά του. Ένα μικρό κουζινάκι, προέκταση ενός σαλονιού. Στην μια άκρη η πόρτα προς το υπνοδωμάτιο και από δίπλα η πόρτα της τουαλέτας. Μικρό. Τα τελευταία χρόνια πολύ μικρό.

Τα ψάρια κολυμπούσαν ευτυχισμένα στην μικρή γυάλα. Μια γυάλα που ήταν για εκείνα ένας ολόκληρος κόσμος. Ένας κόσμος που στέγαζε τον έρωτα και την ευτυχία τους. Ένας κόσμος φωτεινός και απέραντος όπως ο έρωτας και η ευτυχία που στέγαζε εντός του. Τα πτερύγια τους παιχνίδιζαν στο κολύμπι τους. Το φως χόρευε γύρω της. Αντανακλώτανε στα όμορφα λευκά της πτερύγια. Πόσο τυχερός ήταν να μοιράζεται τον κόσμο μαζί της; Έναν κόσμο φτιαγμένο μόνο για εκείνους. Σε κάθε τους περιστροφή  γύρω από τη γυάλα ένιωθε όλο και πιο ευγνώμων για αυτό που ζούσε. Τι έκανε πριν τη γνωρίσει; Πώς περνούσαν οι προηγούμενες μέρες της ζωής του; Δεν θυμόταν να πει. Φοβούμενος μην την ξεχάσει δεν έπαιρνε τα μάτια του από πάνω της.

Σέρνοντας τις παντόφλες του προς την πολυθρόνα παρατήρησε την γυάλα με τα χρυσόψαρα. Έστεκε στο σημείο που είχε διαλέξει εκείνη. Φυσικά από τότε είχαν περάσει πολλά ψάρια. Δεν τον έκανε καρδιά να την αφήσει άδεια εκείνη την γυάλα. Ήταν η τελευταία τους αγορά μαζί. Κάθε φορά που ένα χρυσόψαρο πέθαινε, εκείνος έβαζε το γκρι του σακάκι με την ασορτί τραγιάσκα, έπαιρνε και το μπαστούνι του και πήγαινε να φέρει καινούργιο ένοικο για εκείνη τη γυάλα. Πόσες φορές είχε πάει μέχρι το πετ σοπ; Πόσες φορές είχε κάνει το οτιδήποτε μετά τον θάνατό της; Οι μέρες απλώς περνούσαν η μιά μετά την άλλη. Ασήμαντες και λησμονημένες συσσωρεύονταν σε ένα παρελθόν που δεν ξεχώριζε από το παρόν. Η δυνατότητά του να καταγράφει συμβάντα και γεγονότα είχε αδρανήσει. Το μυαλό του χρησίμευε απλώς σαν μια οθόνη πάνω στην οποία προβάλλονταν στιγμές του παρελθόντος. Τότε που το σπίτι του εκείνο ήταν μεγάλο και όμορφο, γεμάτο ζωή και αγάπη. Παρατηρούσε τα ψάρια να πηγαινοέρχονται πέρα δώθε. Κολυμπούσαν ως τη μια πλευρά, έκαναν μεταβολή και πηγαίνανε εκεί από όπου είχαν ξεκινήσει. Ξανά και ξανά. Κανένα νόημα, καμία ξεχωριστή στιγμή, καμία σκοτούρα. Ένα αιώνιο παρόν. Ξεφύσησε. Είχε ξεχάσει να ταΐσει τα χρυσόψαρα. Κούνησε νευρικά τα δάχτυλα των χεριών του προσπαθώντας να θυμηθεί πού είχε αφήσει την ψαροτροφή. Έστρεψε το κεφάλι του προς κάθε κατεύθυνση του μικρού του διαμερίσματος. Μα πού μπορεί να την είχε αφήσει; Μέσα στην σύγχυση του και την αδυναμία του να θυμηθεί, οι διαστάσεις του χώρου αλλάξανε. Το σπίτι φάνταζε τεράστιο. Πού μπορεί να ήταν; Έβγαλε ένα τσιγάρο από το πακέτο που είχε στην τσέπη της ρόμπας του και το άναψε. Μόλις το στήθος του ανεβοκατέβηκε κατά την εισπνοή του καπνού τον πόνεσε. Ο πόνος ήταν διαπεραστικός. Τα μάτια του συνέχισαν να ψάχνουν για την ψαροτροφή. Τα ψάρια θα πεινούσαν. Αν δεν τα τάιζε θα πέθαιναν και θα έπρεπε να πάρει καινούργια για να μην μείνει άδεια η γυάλα που εκείνη είχε επιλέξει και είχε τοποθετήσει στο σημείο του σπιτιού που εκείνη είχε διαλέξει.

Μέσα στην ευτυχία τους δεν έδωσαν μεγάλη σημασία στην πείνα τους. Έτσι και αλλιώς ήταν αμυδρή. Συνέχισαν να κολυμπάνε και να αγγίζονται και να κατακλύζονται από τον έρωτά τους. Του άρεσε να κάνει φιγούρες μπροστά της. Ήξερε πως δεν την εντυπωσιάζανε, μα την κάνανε να γελάει. Και αυτό τον γέμιζε περισσότερη περηφάνια από όση θα είχε αν απλώς την εντυπωσίαζε. Το χαμόγελό της τον έκανε να χαμογελά και εκείνος. Της ορμούσε και την φιλούσε ακριβώς πάνω στο χαμόγελό της. Όμως η πείνα άρχισε να γίνεται ενοχλητική. Ασυναίσθητα η προσοχή τους στρεφόταν ολοένα και περισσότερο στην αναζήτηση κάποιας τροφής. Γυρνούσαν ξανά και ξανά γύρω από το μικρό καραβάκι και την ψεύτικη βλάστηση. Σε κάθε τους περιστροφή ήλπιζαν πως θα έβρισκαν κάτι. Μα κάθε φορά το μόνο που έβρισκαν ήταν η απογοήτευση. Και η πείνα τους μεγάλωνε. Η εξάντληση δεν τους επέτρεπε, όχι να παιχνιδίσουν, μα ούτε και να κολυμπήσουν. Τα πτερύγια τους, τώρα, δεν αγγιζόντουσαν από έρωτα αλλά γιατί το ένα προσπαθούσε να βοηθήσει το άλλο. Και άλλη περιστροφή. Και άλλη μία. Μια ακόμη. Και άλλη μία. Τίποτα. Πουθενά ούτε ίχνος τροφής. Μέσα στον πανικό του αισθάνθηκε το πτερύγιο της, το όμορφο λευκό της πτερύγιο, να γλιστράει από το δικό του. Ο έρωτας της ζωής του είχε πάψει να κολυμπάει. Όσο και αν την έσπρωχνε, εκείνη δεν ανταποκρινόταν. Όσο και αν την φιλούσε εκείνη δεν έπαιρνε ζωή. Άρχισε να κολυμπάει με ταχύτητα γύρω από τη γυάλα με το βαρκάκι και τα διακοσμητικά φυτά. Έκανε στροφές γύρω από εκείνη και τις αντανακλάσεις του. Έπρεπε να βρει τροφή για εκείνη. Έπρεπε να βρει τροφή. Το στομάχι του γουργούριζε. Τι συνέβαινε; Γιατί πεινούσε τόσο; Ίσως υπήρχε κάτι να φάει σε εκείνο εκεί το καραβάκι. Όχι. Έπρεπε να βρει τροφή. Ίσως υπήρχε τροφή σε εκείνα εκεί τα φυτά. Όχι. Έπρεπε να βρει τροφή για να επιβιώσει. Και τότε, σε μία του στροφή, σωτηρία! Πίσω από ένα ψεύτικο φυτό υπήρχε ένα νεκρό ψάρι. Τα λευκά του πτερύγια τού άνοιξαν την όρεξη. Όρμησε και με λαχτάρα άρχισε να τρώει τα πτερύγια και μετά τα χείλη και τα μάτια του ψαριού που τόσο είχε ερωτευτεί μα πλέον δεν θυμόταν.

Λίγες μέρες μετά την κηδεία του ηλικιωμένου άντρα, ο γιος του ξανά πήγε στο μικρό διαμέρισμα να σκεφτεί τι θα κρατούσε και τι θα πετούσε. Το μάτι του έπεσε πάνω στη γυάλα. Θυμήθηκε πως είχε βρει τον πατέρα του στο πάτωμα με το ένα του χέρι στο στήθος και το άλλο να σφίγγει ένα σωληνάκι με ψαροτροφή. Ένα σβησμένο αποτσίγαρο είχε σφηνώσει στα ροζιασμένα του χείλη. Πριν σβήσει τα είχε κάψει ελαφρώς. Θα την πετούσε εκείνη την γυάλα. Την πλησίασε και είδε ένα χρυσόψαρο να τρώει ό,τι είχε απομείνει από ένα άλλο ψάρι. Το αναγνώρισε εύκολα το συγκεκριμένο. Ήταν εκεί πάρα πολύ καιρό. Δεν ήταν η πρώτη φορά που έτρωγε κάποιο άλλο πεθαμένο ψάρι όποτε ο πατέρας του αμελούσε να τα ταΐσει. Ελαφρώς αηδιασμένος άδειασε το περιεχόμενο της γυάλας στην τουαλέτα και πάτησε το καζανάκι.

 

 

 

Μοιράσου το!

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Τα βιβλία μας

Φευγάτος
Αλέξανδρος Κουτρούλης - Φευγάτος
Μαργαρίτα Τσεντελιέρου - Το Μυστικό

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook

Δείτε Επίσης

Αλέξανδρος Κουτρούλης
Lullaby

Βρείτε μας στο Facebook