Πλατεία Βικτωρίας

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Καθημερινά περνάω πλέον από την πλατεία Βικτωρίας. Βγαίνω από το τραίνο και φροντίζω να ρίχνω φευγαλέες ματιές, μιας και το θέαμα που αντικρίζω με στενοχωρεί. Δεν με θλίβει μόνο η πληθώρα μεταναστών που βρίσκονται καθημερινά εκεί, εγκλωβισμένοι, περιμένοντας κάποια ευκαιρία για μια πιο ανθρώπινη ζωή. Η Πλατεία Βικτωρίας, για μένα, είναι ένα συγκεκριμένο πρόσωπο.

Πίσω στο 2009… Εργαζόμουν ως προωθήτρια προϊόντων κινητής τηλεφωνίας. Μας άλλαζαν συχνά – πυκνά τοποθεσίες και μ’αυτόν τον τρόπο γύρισα λίγο – πολύ όλη την τότε Αθήνα. Κάποια στιγμή με έβαλαν στην πλατεία Βικτωρίας, μαζί με τον Άχμεντ, ένα καταπληκτικό παλικάρι, που μιλούσε πέντε ή έξι ασιατικές γλώσσες και σε συνδυασμό με τις τρεις που γνώριζα εγώ, ήμασταν αχτύπητο δίδυμο.

Δούλεψα για καιρό σ’εκείνο το σημείο∙ μου άρεσε, ομολογώ. Κάθε μέρα έβλεπα πραγματικά πολλά πρόσωπα. Κάποιους από αυτούς τους έβλεπα για μία φορά, κάποιοι άλλοι είχαν «κολλήσει» στην Αθήνα, περιμένοντας να φύγουν προς την κεντρική Ευρώπη, μιας κι εκεί υπήρχαν ευκαιρίας για δουλειά και καλύτερη ζωή. Οι περισσότεροι ήταν ευγενικοί και χαμογελαστοί, παρά την καθημερινή ταλαιπωρία και την όποια αγωνία ζούσαν.

Την τρίτη μέρα που δούλευα στο σημείο, γνώρισα δύο πιτσιρικάκια∙ η μία ήταν 8 ετών και η άλλη 4. Η μεγάλη ψιλομιλούσε ελληνικά, η μικρή δεν ήξερε ούτε λέξη – μόνο αφγανικά. Έρχονταν πάντα με τον πατέρα τους. Εκείνος συναντούσε τους συντοπίτες τους και τα παιδιά έπαιζαν στην πλατεία είτε μόνα τους είτε με άλλα παιδιά. Όταν κουράζονταν, έρχονταν και μου έκαναν παρέα στο πόστο μου.

Η μεγάλη μου είχε πει πως είχαν φύγει από το Αφγανιστάν και είχαν κολλήσει στην Αθήνα για τρεις μήνες. Περίμεναν να μαζέψουν χρήματα για να πάνε στην Γερμανία, όπου τους περίμενε η μητέρα τους με το μικρό τους αδερφάκι, το οποίο ήταν 6 μηνών τότε. Ο πατέρας μάζευε κουτάκια από αλουμίνιο στην Ελλάδα και η μητέρα έκανε ότι δουλειά έβρισκε, για να μπορέσει η οικογένειά τους να ξαναβρεθεί. Το όνομα της οχτάχρονης δεν το θυμάμαι πλέον, ήταν δύσκολο και με παίδευε. Της μικρής, όμως, το όνομα, χαράχτηκε στην μνήμη και την καρδιά μου: Μάγια. Η Μάγια όποτε με έβλεπε, έτρεχε στην αγκαλιά μου και με έσφιγγε με όλη της την δύναμη. Ζητούσε πάντα να της αγοράσω κάτι από το περίπτερο και σε «αντάλλαγμα» δεν ξεκολλούσε από πάνω μου, συχνά μέχρι το τέλος της βάρδιας ή μου ζωγράφιζε.

Είχε κοντά μαλλάκια, κατάμαυρα μάτια και ένα απίστευτα γλυκό πρόσωπο. Σε κοιτούσε βαθιά στα μάτια και έμοιαζε σαν να βλέπει κατευθείαν στην ψυχή σου – σε ξεγύμνωνε μ’ένα βλέμμα. Με ξεγύμνωσε μ’ένα βλέμμα. Και με έκανε να την αγαπήσω.

Ένα μεσημέρι, είχε έρθει η Μάγια και είχε βεντουζώσει πάνω μου. Αγκαλιές, χαμόγελα, να μου μιλά στην γλώσσα της! Ήξερε πως δεν καταλάβαινα, αλλά δεν την ένοιαζε∙ συνέχιζε ακάθεκτη. Κάποια στιγμή κουράστηκε κι απλώς καθόταν πάνω μου. Λίγο αργότερα ήρθε η αδερφή της και μου εξήγησε ότι έψαχνε την Μάγια ο πατέρας της. Είχε τηλεφωνήσει η μητέρα τους και ήθελε να μιλήσει με τα παιδιά. Ξανάρχισα να μιλάω με την μεγάλη και μου είπε ότι ήταν επείγον να πάνε Γερμανία. Όπως καταλαβαίνετε, ήταν αρκετά δύσκολη η επικοινωνία μεταξύ μας, μιας και το παιδί δεν γνώριζε την γλώσσα μας παρά ελάχιστα, κι εγώ την δική της καθόλου. Ξεκίνησε να μου λέει κάτι για την Μάγια, αλλά δεν ήξερε τις ελληνικές λέξεις για να μου το περιγράψει, οπότε γύρισε στην μικρή, της είπε κάτι κι εκείνη σήκωσε το χέρι της. Είδα ένα εξόγκωμα κι εκεί κατάλαβα το πόσο επείγον ήταν να φύγουν. Προφανώς δεν προσπαθούσαν μόνο να ενώσουν την οικογένειά τους, αλλά και να σώσουν την Μάγια.

Εκείνη η στιγμή, εκείνη η πραγματικά ανώμαλη προσγείωση σε μία διαφορετική πραγματικότητα, έχει μείνει χαραγμένη μέσα μου. Το παιδί μου είχε διασχίσει χιλιόμετρα και χιλιόμετρα, ποιος ξέρει μέσα σε τι κακουχίες. Το είχα αγαπήσει μέσα σε τρεις τέσσερις μέρες, εκείνο το παιδί μ’αυτό το απίστευτο χαμόγελο, με τα μαύρα μάτια που ξεχείλιζαν ειλικρίνεια κι αθωότητα, το γλυκύτατο αυτό παιδί, τραβούσε έναν νταλκά που δεν περίμενα. Ξαφνικά δεν είχε σημασία το πόσα χιλιόμετρα μακριά από το σπίτι τους βρίσκονταν – ίσως να μην υπήρχε καν σπίτι! Σημασία είχε να φύγουν, το συντομότερο δυνατόν.

Τα παιδιά έφυγαν για να πάνε να βρουν τον πατέρα τους κι ο  συνάδελφος μου εξήγησε λίγο  πιο αναλυτικά την ιστορία τους. Εκείνο το απόγευμα όταν γύρισα σπίτι, ξέσπασα σε κλάματα. Γιατί είναι άδικο. Είναι τρομερά άδικο ένα μικρό παιδί να υποφέρει τα όσα υποφέρει σε μία εμπόλεμη ζώνη. Είναι δυό φορές άδικο να χάνει το σπίτι του και να ταξιδεύει προς το άγνωστο με – κυριολεκτικά και μεταφορικά – βάρκα την ελπίδα. Είναι τριπλά άδικο να βρίσκεται εγκλωβισμένο σε μια ξένη χώρα, χωρίς σταθερό σπίτι και φαγητό. Και είναι χίλιες φορές άδικο αυτό το παιδί να πεθαίνει από καρκίνο.

Την επόμενη μέρα είχα πάρει μια τσάντα με λίγα ρούχακαι παιχνίδια, να τα δώσω στα δύο πιτσιρίκια. Δεν εμφανίστηκαν όμως. Δεν ξαναείδα ποτέ την Μάγια, την αδερφή της ή τον πατέρα τους. Με βολεύει να σκέφτομαι πως πήγαν Γερμανία, πως η μικρή έκανε την εγχείρηση και είναι καλά.

Κοιτάζω την πλατεία, κι εκείνο το περίπτερο από όπου της αγόραζα βλακειούλες και βλέπω το πρόσωπό της. Η πλατεία Βικτωρίας για μένα σημαίνει Μάγια…

Μοιράσου το!

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook