Το κινητό του καλεί, μια, δύο, τρεις φορές. Ακούω τον επαναλαμβανόμενο ήχο που έχει συντονιστεί με τους χτύπους της καρδιάς μου. Την πέμπτη φορά απαντώ. Μιλάμε για αδιάφορα πράγματα, κυρίως μιλάω εγώ, ίσως με την φωνή μου καταφέρω να σκεπάσω την αδιαφορία που κρύβεται στη δική του.
Κλείνω τα μάτια και τον βλέπω καθισμένο στην καρέκλα του γραφείου του. Με το δεξί χέρι αγγίζει το ποντίκι, με το αριστερό κρατάει το τηλέφωνο. Τα χαρακτηριστικά του προσώπου του έχουν σίγουρα σκληρύνει, τα μάτια του έχουν το χρώμα της θύελλας και η μύτη του ανεβοκατεβαίνει περισσότερο ανήσυχα από ότι συνήθως.

Βιάζεται να κλείσει. Κάπου εκεί ανάμεσα στο «σε άκουσα», που δηλώνει ακριβώς το αντίθετο και το «έλα γεια τώρα» το στομάχι μου σφίγγεται και μια άλλη γνώριμη φωνή ουρλιάζει μέσα στο αυτί μου, με την σκληρή σαν ατσάλι χροιά της, «είναι μαζί της».

Κλείνω το τηλέφωνο και μένω σιωπηλή. Οι αισθήσεις μου έχουν στήσει μικρό πανηγύρι, χορεύουν μπροστά μου με ξέπλεκα μαλλιά, οι λευκές μακριές τους φούστες θροΐζουν πάνω στα δάκρυά μου.

Τι χρώμα έχει άραγε η προδοσία; Ποιο είναι το άρωμά της; Ποια είναι η υφή της στις άκρες των δαχτύλων; Ποιος είναι ήχος της; Τι γεύση έχει;
Μια λέξη μικρή, μια λέξη πικρή, μια λέξη πυρακτωμένη. Προδοσία.

Πόσες λέξεις χρειάζονται για να την σκεπάσεις; Για να την κρύψεις βαθιά στη γη, για να την βγάλεις από το μυαλό σου;

Στέκεται εκεί στην άκρη αυτών των γραμμών, φορώντας το κόκκινο κραγιόν της, χαμογελώντας αυτάρεσκα την ώρα που στρίβει τη λεπίδα της σε όλα τα ζωτικά σου όργανα. Ο ήχος που βγαίνει από το στόμα της ακούγεται σαν γιορτή από το κέντρο της κόλασης, το φιλί της έχει γεύση από φρέσκο αίμα. Απλώνω το χέρι και αγγίζω το πρόσωπό της, είναι απαλό σαν μωρού κι έτσι δεν καταλαβαίνεις αμέσως τα μικροσκοπικά αγκάθια που μπήγονται σε ολόκληρη την παλάμη. Την τραβάω με δύναμη πάνω στο σώμα μου, την αγκαλιάζω με δύναμη και την αφήνω να νιώσει το ηφαίστειο που μόλις έχει ξυπνήσει στην καρδιά μου. Με κοιτάζει έκπληκτη. Νιώθει τα πόδια μου βαριά σαν ατσάλι πάνω στα δικά της, να την πατούν με όλο τους το βάρος, να συνθλίβουν πρώτα τους χόνδρους και μετά τα κόκαλα της. Την κοιτάζω βαθιά μέσα στα μάτια κι αυτή μου γυρίζει πίσω το απορημένο βλέμμα της. «Δεν πονάς;» με ρωτάει βουβά. «Δεν νιώθεις έτοιμη να καταρρεύσεις;».

Είναι η σειρά του δικού μου στόματος να ανοίξει. Το γέλιο ίδιο με βρυχηθμό λέαινας, ξεχύνεται μέσα στο δωμάτιο. Οι τοίχοι αλλάζουν χρώμα. Το βαθύ μπορντό ξεθωριάζει, ένα φωτεινό κίτρινο το σκεπάζει με θράσος και τόλμη. Τα παράθυρα ανοίγουν με θόρυβο και ο Σκίρων μου κλείνει το μάτι.
Το στόμα της έχει στραβώσει, το κόκκινο κραγιόν της πηδάει με χάρη κάτω από τα χείλη της, τα αφήνει γυμνά, κρύα και ζαρωμένα.

«Με είχες λυγίσει», της ψιθυρίζω.
«Άφησα τα μαύρα πέπλα σου να κρύψουν το φως. Παγίδευσες το στόμα μου με τα νυχτοπούλια σου, μ’ έβαλες στη μέση του κακοφορμισμένου λαβύρινθού σου για να με σκίσουν τα αγκάθια του. Ξέχασες όμως ότι εγώ είμαι νερό και άνεμος. Τίποτα δεν μπορεί να φυλακίσει την ψυχή μου για πάντα».

 

Λίνα Εξάρχου