Τον αγαπούσε τον Σωτήρη! Από μικρή τον αγαπούσε. Οκτώ χρόνια μεγαλύτερός της και μοναχογιός του κυρ Γιώργη, του μεγαλοκτηματία του χωριού. Ψηλός, με μαύρα πυκνά μαλλιά και φωτεινά πράσινα μάτια. Η καρδιά της χτυπούσε δυνατά κάθε Κυριακή που τον έβλεπε στην εκκλησία, ή όταν περνούσε με το άλογό του έξω απ’ το σπίτι της. Το παρουσιαστικό του σε συνδυασμό με την περιουσία του, τον έκαναν περιζήτητο γαμπρό στο χωριό, αλλά και στις γύρω περιοχές. Απ’ την άλλη η Άννα η μεγαλύτερη κόρη από τέσσερις αδερφές, κόρη του κυρ Ανδρέα,  εργάτη στα κτήματα του κυρ Γιώργη. Φτωχή η οικογένειά τους. Φτωχή αλλά αγαπημένη.

Δεν ήταν όμορφη η Άννα, λίγο τα καστανά φουντωτά μαλλιά της, που δεν είχαν αποφασίσει αν θέλουν να είναι ίσια ή σγουρά, λίγο η μύτη της η ελληνική, λίγο τα παραπανίσια κιλά της. Ήταν όμως άριστη νοικοκυρά, σεμνή και σοβαρή. Τον αγαπούσε, αλλά ήξερε καλά πως δεν θα τον είχε ποτέ. Αρχόντισσες τον ήθελαν, εκείνη θα γύριζε να κοιτάξει;
Είχε κλείσει τα 17 η Άννα, όταν έγινε εκείνο το πανηγύρι στο χωριό. Έφτιαξε τα μαλλιά της σε ένα σφιχτό κότσο να μην φουντώνουν πολύ, φόρεσε και τα παπούτσια της τα καλά, και αντάμα με τις αδερφές της περπάτησε προς την πλατεία.

«Σήμερα θα με προσέξει! Δεν μπορεί!» σκεφτόταν σ’ όλη τη διαδρομή. 25 ήταν ο Σωτήρης τότε και παρά τα προξενιά, παρά τα λυγερά κορίτσια που τον ήθελαν, ήταν ακόμη ανύπαντρος.
Το βράδυ κυλούσε με χορούς, φωνές και γέλια. Τα κορίτσια χόρευαν τους τοπικούς χορούς κι έριχναν κρυφά βλέμματα στα παλικάρια, ψάχνοντας ανάμεσά τους τον σύζυγό τους. Έτσι γινόταν τότε. Η Άννα δεν έπαιρνε τα μάτια της απ’ τον Σωτήρη. Είχε βάλει τα δυνατά της να χορεύει πιο όμορφα απ’ τις άλλες, έσερνε το χορό, μήπως και την προσέξει κι η αλήθεια είναι πως δυο τρεις φορές τα βλέμματά τους συναντήθηκαν. Το δικό της πετούσε σπίθες, το δικό του ήταν αδιάφορο και γεμάτο έπαρση. Ο Σωτήρης ήταν όμορφος άντρας και το ήξερε.

Στο δρόμο της επιστροφής οι αδερφές της Άννας μιλούσαν και γελούσαν, ενώ αυτή περπατούσε αμίλητη και σκεπτική. Δεν την είχε προσέξει ούτε σήμερα. Δεν θα την πρόσεχε ποτέ. Και γιατί να το κάνει άλλωστε; Αυτός θα μπορούσε να έχει όποια θέλει. Τι να την κάνει αυτή, με τα στραβοπατημένα παλιά παπούτσια και την μεγάλη μύτη; Μα ήταν ανάγκη να πάρει τη μύτη του πατέρα της; Χάθηκε ο κόσμος να έμοιαζε στη μαμά της, με την όμορφη κομψή μύτη και τα λεπτά χαρακτηριστικά;

Όπως περπατούσαν, κοίταξε με τρόμο την παλιά παράγκα στην αριστερή πλευρά του δρόμου. «Το σπίτι της μάγισσας». Από μικρή το φοβόταν αυτό το σπίτι, όλα τα παιδιά το φοβόντουσαν και δεν πλησίαζαν. Στο χωριό ακουγόταν, πως πριν χρόνια κάποια παιδιά είχαν πάει κοντά και της είχαν πετάξει πέτρες και την άλλη μέρα τα βρήκαν νεκρά. Ανατρίχιασε όσο τα σκεφτόταν αυτά. Τι τους είχε έρθει να κόψουν δρόμο νυχτιάτικα; Μόλις το προσπέρασαν, γύρισε το βλέμμα της και κοίταξε το σπίτι. Είδε στο παράθυρο τη μάγισσα να την κοιτάζει μ’ ένα βλέμμα άγριο, τρομαχτικό!
Την επόμενη μέρα Κυριακή ήταν, η Άννα δεν πήγε στην εκκλησία με όλη την οικογένεια όπως συνήθιζε. Πονούσε το κεφάλι της κι έμεινε να ξαπλώσει. «Μάτι θα έχεις κόρη μου!» είπε η μάνα της πριν ρίξει λάδι απ’ το καντήλι σ’ ένα ποτήρι με νερό για να την ξεματιάσει.

Λίγες μέρες αργότερα, την πόρτα του φτωχικού τους χτύπησε ο Αριστάκος, ένα δεκάχρονο ορφανό, που το είχαν για μικροθελήματα με αμοιβή λίγα καρύδια ή αυγά. Τους μήνυσε πως το ίδιο απόγευμα θα ερχόταν να ζητήσουν την Άννα. Ο Σωτήρης  ήθελε να την κάνει γυναίκα του!
Ο γάμος έγινε ένα μήνα αργότερα και η Άννα ένιωθε πως ζούσε σε όνειρο! Στο γλέντι που έγινε στην πλατεία, ήταν καλεσμένο όλο το χωριό. Το κρασί έρεε άφθονο κι ο κυρ Γιώργης, είχε φροντίσει να μη λείπει τίποτα. Τι κατσίκια, τι αρνιά, μέχρι γουρουνόπουλα είχε σφάξει. Τα όργανα έπαιζαν ασταμάτητα κι η Άννα καμάρωνε δίπλα στον Σωτήρη της. Επιτέλους ήταν δικός της!

Όταν το γλέντι τελείωσε, ο Σωτήρης ανέβασε τη γυναίκα του στο άλογό του κι έφυγαν για το σπίτι τους. Ο κυρ Γιώργης τους είχε παραχωρήσει ένα μεγάλο σπίτι δίπλα στο δάσος με τέσσερις κάμαρες και μια μεγάλη αυλή, γεμάτη με τριαντάφυλλα! Όπως κάλπαζαν γρήγορα για το σπίτι τους, συνέβη το κακό! Μέσα στη νύχτα κάτι τρόμαξε το άλογο και σήκωσε τα μπροστινά του πόδια ψηλά χλιμιντρίζοντας. Ο Σωτήρης που καθόταν πίσω από την Άννα, έχασε την ισορροπία του κι έπεσε. Έπεσε και γλίστρησε μέσα σε μια χαράδρα.

Τον έβλεπε ξαπλωμένο όλη μέρα στο κρεβάτι, με το βλέμμα του κολλημένο στο δικό της. Δεν μιλούσε, δεν χαμογελούσε, ζωντανός νεκρός. Καμιά επικοινωνία με το περιβάλλον. Έλιωνε η Άννα, πέθαινε κάθε μέρα μ’ αυτό που της είχε συμβεί. Δεν είχε καν προλάβει να χαρεί την καλή της τύχη.
Ένας χρόνος είχε περάσει απ’ το γάμο. Είχε βραδιάσει για τα καλά κι η Άννα βγήκε στην αυλή, κάθισε στο πλατύσκαλο κι έκλεισε το πρόσωπό της στα χέρια της κλαίγοντας. Επικρατούσε ησυχία, μέχρι που άκουσε ένα σύρσιμο στα ξερά χόρτα έξω απ’ την αυλή της. Η μάγισσα την κοίταξε μ’ ένα βλέμμα άγριο, τρομαχτικό.

«Ήρθα για το γιορντάνι…» της είπε με βραχνή φωνή. Η Άννα τότε κατάλαβε! Όρμηξε πάνω της με μανία να την χτυπήσει. Η μάγισσα παρότι γριά και μικροκαμωμένη, έπιασε τα χέρια της Άννας δυνατά και την ακινητοποίησε. Η Άννα ξαφνιάστηκε. Που βρήκε όλη αυτή τη δύναμη; Τα μάτια της μάγισσας μαγνήτιζαν τα δικά της. Κάτι απόκοσμο είχε αυτή η γυναίκα στο βλέμμα της. Δάκρυα άρχισαν να τρέχουν ποτάμι απ’ τα μάτια της Άννας.
Έτρεξε πίσω στο σπίτι, άνοιξε ένα μπαούλο και έβγαλε το γιορντάνι. Αυτό που της είχε περάσει η πεθερά της, όταν παντρεύτηκε με τον Σωτήρη. Μέσα στη νύχτα λαμπύρισαν τα χρυσά φλουριά, όταν το ακούμπησε στα χέρια της μάγισσας. Η γριά το κοίταξε, το έχωσε στην ποδιά της, σήκωσε το βλέμμα της στην Άννα και πριν γυρίσει την πλάτη της για να φύγει, της είπε:

«Στα μάτια να σε κοιτάει, να μην μπορεί να φύγει από δίπλα σου. Αυτό ζήτησες…»

Κική Γ.