Μεσημέρι καθημερινής και χτυπάει ακόμα ένα τηλέφωνο μέσα σε όλα.
Είναι η γειτόνισσα μου, που μιλάει και πολύ και την βαριέμαι, αλλά το σηκώνω. Δεν μου είπε ούτε καλησπέρα, περίεργο.

– Έμαθες μήπως τίποτα για την κοπέλα που έπεσε από τον 5ο;

Δεν είχα μάθει τίποτα, αλλά με την περιγραφή από τη γειτόνισσα κάπου πήγε το μυαλό μου. Αποκλείεται, ήταν η πρώτη σκέψη. Η Χριστίνα τα έχει όλα.

Την ήξερα από παλιά. Το πατρικό της απέναντι από το δικό μου, παίζαμε, βγαίναμε στην ίδια γειτονιά. Την πέτυχα στη σχολή κάποιες χρονιές, δεν είχαμε και πολλά πολλά, ένα γεια και μια δυο γενικότητες για κοινά ενδιαφέροντα. Μετά άρχισε να φτιάχνει όμορφα αντικείμενα και πήγαινα ψώνιζα, ένα κουκλίστικο μαγαζάκι, οικογένεια δεμένη και οικονομικά άνετη. Οι γονείς μας γνωστοί αναντάμ παπαντάμ, οι αδερφές μας συμμαθήτριες. Όλες τους μετρημένα κορίτσια, σοβαρά.
Καλοπαντρεύτηκε, ας πούμε έναν ευχάριστο τύπο, με καλή δουλειά, έμεινε έγκυος λίγο μετά από εμένα, λέγαμε τα της εγκυμοσύνης, οπότε συναντιόμασταν, γέννησε ένα υγιέστατο παιδάκι.

Έκανα ένα search στο fb. Μπήκα στο προφίλ της να δω κι εγώ δεν ξέρω τι. Κάποιον οιωνό. Μπήκα στο προφίλ της αδερφής της. Έψαξα στο ίντερνετ και βρήκα μια ξερή είδηση. Πήρα τηλέφωνο την αδερφή μου. Τίποτα.

Τα εξοχικά κοντά, βρισκόμασταν στην παραλία κάνα δυο φορές τη σεζόν. Τελευταία φορά που την είδα μου είπε συνωμοτικά ότι μόλις έμαθε ότι ξαναείναι έγκυος, είναι αρχή ακόμα όμως, δεν το λέμε.
Μια μέρα είδα ότι ασχολούνταν με ένα έργο αρκετά σοβαρό στην πόλη και ζήλεψα, δεν το κρύβω.

Και μετά ήρθε το τηλεφώνημα.
Υπολόγισα ότι το δεύτερο παιδάκι της θα κόντευε το έτος….

Ο μεγάλος ήταν στο σχολείο. Άφησε την μικρή κάπου ασφαλώς και πλησίασε το παραθυράκι που κοιτούσε στο φωταγωγό.

Η Χριστίνα τα είχε όλα. Και επιλόχειο. Κρυφή πουτάνα η επιλόχειος.

Φέτος τα μεγάλα μας παιδιά μας είναι συμμαθητές. Είδα την μάνα της στον αγιασμό και μούδιασα. Κάθε μεσημέρι την συναντώ, που έρχεται και τον παίρνει. Χαζή κι εγώ, την ρώτησα μια μέρα τι κάνει. Έγνεψε και κούνησε κάπως τα χείλια της κι εγώ διάβασα “καλά”.

Μέσα στις παιδικές φωνούλες και τα χαμόγελα, ανάμεσα στις αγκαλιές και τα φιλιά, αντίκρισα τον πόνο της μάνας. Συγκαλυμμένο.

Της μάνας που δεν ήρθε στο άτυπο μνημόσυνο, που είχε στηθεί εκείνο το ανοιξιάτικο απόγευμα στην πλατεία της γειτονιάς.

Έχοντας πάει εντελώς τυχαία στο ίδιο σημείο να πάρω λίγο καθαρό αέρα και να ξεφορτωθώ τα παιδιά μου στην παιδική χαρά για να κλάψω με την ησυχία μου, έπεσα πάνω σε αδέρφια, φίλους, συνάδελφους και γνωστούς που μαζεύτηκαν να… τι; Να θρηνήσουν; Να απαλύνουν τον πόνο; Να συμπαρασταθούν; Μαζευτήκαμε πάντως. Εκεί είδα το φάντασμα του πατέρα. Τη μάνα όχι. Κάποιος έπρεπε να κοιτάξει τα παιδιά. Τα εγγόνια. Δηλαδή τα παιδιά.

Κρίμα για την κοπέλα (δεν ξέρω πως θα μπορούσε να είχε αποτραπεί όλο αυτό, ούτε μπορεί κανείς να ξέρει πραγματικά τι συμβαίνει μέσα σε ένα σπίτι όταν κλείνει η πόρτα του, πόσο μάλλον τι μπορεί να κρύβεται). Πολύ κρίμα για τα παιδιά (το μικρό ούτε θα την θυμάται καλά-καλά), αλλά δεν βρίσκω ούτε μια λέξη για την μάνα. Ούτε μια σκέψη. Ούτε μια ιδέα.

Μόλις μου στείλε μήνυμα η μάνα μου, ότι δεν μπορεί τελικά να μου κρατήσει τα παιδιά για να βγω.

Δεν πειράζει ρε μάνα. Δεν θα βγω. Θα κάτσω εδώ να τα φυλάω σαν κόρη οφθαλμού και μια που δεν προσεύχομαι, θα ελπίζω και θα εύχομαι να φύγω πριν από αυτά. Έστω κι ένα λεπτό νωρίτερα. Και θα γράψω και σημείωμα αν προλαβαίνω, να μαζευτούνε όσοι θέλουν στην πλατεία για ένα πρόχειρο μνημόσυνο. Είναι ωραία στην πλατεία. Έχει και παιδική χαρά. Ακούγονται παιδικές φωνούλες και ανυποψίαστα γέλια.
Κι εσύ μάνα, εύχομαι να έχεις φύγει, για να μην έρθεις στην πλατεία.

 

Μαμά σε αποδόμηση