Πόλεμος

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Η γυναίκα με τη χακί στολή και το υποπολυβόλο ανά χείρας ξεπρόβαλλε από το δάσος όταν σιγουρεύτηκε πως δεν υπήρχε εχθρός. Πλησίασε το ποτάμι, το οποίο χώριζε τους δύο αντίπαλους στρατούς. Στην αντίπερα όχθη, άλλο δάσος. Ολόιδιο με το δάσος της πλευράς της γυναίκας με τη χακί στολή.
Η μέρα ήταν ηλιόλουστη, ανοιξιάτικη. Λουλούδια ανθισμένα, γεμάτα χρώματα και ζωή. Τα δέντρα πρασίνιζαν και το χορτάρι μεγάλωνε. Ο αέρας φυσούσε ελαφρώς, σαν να ψιθύριζε ένα πένθιμο σκοπό.
Η γυναίκα έλεγξε ξανά γύρω της. Είχε ξεμακρύνει από το λόχο της, καθότι διψούσε και το νερό στο παγούρι της είχε τελειώσει. Γονάτισε και άφησε το όπλο της δίπλα της. Έβγαλε το κράνος. Έβαλε τα χέρια στο παγωμένο νερό. Ανατρίχιασε. Έφερε με τη χούφτα της το νερό στο πρόσωπό της και πλύθηκε όπως-όπως. Μετά ήπιε. Πολύ. Όσο περισσότερο μπορούσε. Μέχρι να νιώσει τον ξεραμένο της λαιμό να γαληνεύει και τη δίψα να χάνει έδαφος.
Πήρε βαθιές ανάσες. Εδώ και δύο μήνες ο πόλεμος μαινόταν σαν θαλασσοταραχή σε απέραντο ωκεανό. Οι δύο πλευρές μάζευαν νεκρούς και σκόρπιζαν νεκρούς. Όλοι πολεμούσαν. Άντρες και γυναίκες. Ακόμα και μερικά παιδιά είχαν βάλει να συνοδεύουν τα στρατεύματα, σαν βοηθητικό προσωπικό κυρίως. Οι καταστροφές, πολλές: είχαν καταστρέψει πόλεις και χωριά και δάση. Και είχαν σκοτώσει ζώα και ανθρώπους που μέχρι τότε, μέχρι δύο αντίπαλοι στρατοί να διασταυρωθούν, ζούσαν ειρηνικά.
Τα χέρια της ήταν λερωμένα και το νερό δεν ήταν ικανό να τα ξεπλύνει. Τα έτριψε μεταξύ τους κάτω από το ποτάμι που δεν έλεγε να σταματήσει τη ροή του, αλλά αυτά, γεμάτα ρόζους και μαυρίλες, παρέμεναν βρόμικα.
Το χορτάρι θρόισε. Ξανά και ξανά. Και ξανά και ξανά.
Άκουσε τα βήματα και σήκωσε το κεφάλι, ξέροντας τι επρόκειτο να δει.
Μια άλλη γυναίκα με χακί στολή και όπλο ανά χείρας. Είχε σταματήσει στη μέση της διαδρομής από το δάσος της δικής της πλευράς προς το ποτάμι. Κρατούσε το όπλο σταθερά, με την κάννη να «κοιτάζει» προς τα κάτω. Αλλά το βλέμμα της ήταν καρφωμένο στον εχθρό της. Ένα παγούρι ήταν κρεμασμένο από τον ώμο της.
Οι δύο γυναίκες αλληλοκοιτάχτηκαν για μερικά δευτερόλεπτα. Η μία σε στάση ετοιμοπόλεμη, η άλλη σε δεινή θέση, σχεδόν άοπλη. Το νερό στο πρόσωπο της γυναίκας άρχιζε να απορροφάται από το δέρμα, δίνοντας τη θέση του στον ιδρώτα του άγχους και του φόβου. Η άλλη γυναίκα ένιωθε έτοιμη να πέσει κάτω από την κούραση και τη δίψα, αλλά δεν έπρεπε να δείξει την αδυναμία της και πάλευε να φανεί ικανή να σηκώσει το όπλο έγκαιρα.
Ένα πουλί έκρωξε. Κι άλλο ένα. Κι ένα τρίτο.
Η μάχη των βλεμμάτων φαινόταν αμφίρροπη. Καμία από τις δύο δεν είχε τη διάθεση να κάνει πίσω. Δεν έπρεπε να κάνουν πίσω. Οι λαοί τους ήταν σε πόλεμο. Κάποιος έπρεπε να επικρατήσει. Είχαν εντολές. Ήταν απλές φανταρίνες και είχαν ένα καθήκον να φέρουν εις πέρας.
Κι όμως, ενδόμυχα, ούτε η μία ούτε η άλλη είχαν όρεξη για μάχες και σκοτωμούς. Ήθελαν απλά λίγο νερό. Λίγη ζωή. Κάτι από ό,τι είχαν βιώσει πριν ξεκινήσει ο πόλεμος.
Ανάσες η μία.
Ανάσες και η άλλη.
Δάχτυλο στη σκανδάλη η μία.
Χέρι έτοιμο να αρπάξει το όπλο η άλλη.
Ένα δευτερόλεπτο.
Δύο.
Τρία.
Μια σπασμωδική κίνηση. Αυτό χρειάζονταν οι στρατηγοί τους.
Λίγο νερό. Αυτό χρειάζονταν και ήθελαν οι ίδιες.
Ιδρώτας από τους πόρους εκείνης που είχε πιει.
Ξεραμένος λαιμός σε εκείνη που μόλις είχε φτάσει.
Ένα.
Δύο.
Η γυναίκα που είχε γονατίσει στην όχθη ήταν αυτή που έριξε πρώτη το βλέμμα. Ξέροντας ότι μπορεί να ήταν το τελευταίο πράγμα που θα έκανε στη ζωή της, σήκωσε το χέρι της και έδειξε την άλλη όχθη. Πιες, έλεγε αυτή η κίνηση.
Η άλλη δεν σήκωσε το όπλο. Αντίθετα, πλησίασε. Γονάτισε, κοιτώντας τον εχθρό της. Άφησε απαλά δίπλα της το όπλο της. Μέτρησε μέσα της μέχρι το πέντε και μετά ήπιε. Ήπιε νερό και καθάρισε το πρόσωπό της. Προσπάθησε να καθαρίσει και τα χέρια της, αλλά οι αμυχές και η μαυρίλα δεν έφευγαν. Αλλά το νερό ήταν θεσπέσιο, ένα δώρο.
Οι γυναίκες έβγαλαν σιγά-σιγά τα παγούρια τους. Τα γέμισαν μέχρι το χείλος. Δεν κοιτούσαν η μία την άλλη, όχι απευθείας στα μάτια. Απλά φρόντιζαν η περιφερειακή τους όραση να καλύπτει ένα τμήμα του ποταμού και της αντίπαλης πλευράς, για να έχει μια ιδέα η μία του τι κάνει η άλλη.
Τα λεπτά κύλησαν.
Ήξεραν ότι έπρεπε να φύγουν, να επιστρέψουν στο στράτευμά τους. Ίσως το ξεχνούσαν όλο αυτό. Ίσως μπορούσε απλά να σηκωθεί η μία και να φύγει, και μετά να φύγει και η άλλη. Και μετά, ξανά στο καθήκον.
Τότε, όμως, η γυναίκα που είχε φτάσει πρώτη στο ποτάμι έκανε να βάλει το καπάκι στο παγούρι της, αλλά εκείνο γλίστρησε από τα χέρια της και έπεσε και κύλησε στο νερό.
Η άλλη ένιωσε την καρδιά της να τρέμει. Πέταξε το δικό της και έκανε να πιάσει το όπλο της. Και το άρπαξε. Και το ύψωσε.
Και βρήκε την πρώτη να τη σημαδεύει ήδη.
Οι σκανδάλες έτοιμες να πυροδοτήσουν το θάνατο.
Τώρα ίδρωναν και οι δύο. Τώρα είχαν ξεδιψάσει και οι δύο. Τώρα μπορούσαν να κάνουν το καθήκον τους και οι δύο. Τώρα, εδώ.
Ένα.
Δύο.
Τρία.
Άλλη μία ξαφνική κίνηση ήθελαν οι στρατηγοί τους.
Άλλη μία ξαφνική κίνηση απεύχονταν οι ίδιες.
Ένα.
Δύο.
Ξαφνικά, το βλέμμα της κάθε γυναίκας με τη χακί στολή συνέλαβε μια κίνηση πίσω από τον εχθρό. Στο δάσος. Τι; αναρωτήθηκε η κάθε μια στη γλώσσα της. Τι είναι αυτό;
Σκοτάδι είχε απλωθεί ανάμεσα στα δέντρα. Δεν υπήρχε δάσος, ούτε ζώα. Τα πουλιά δεν κελαηδούσαν. Ο αέρας δεν φυσούσε. Τα φύλλα και το χορτάρι δεν θρόιζαν.
Σκοτάδι.
Αλλά όχι μόνο σκοτάδι.
Δύο μάτια παραμόνευαν στο σκοτάδι.
Και μετά…
Η μια φανταρίνα, αυτή που είχε φτάσει δεύτερη, είδε εικόνες στο σκοτάδι. Είδε μια γυναίκα να φτάνει στα τριάντα, να παντρεύεται και να κάνει παιδιά. Την είδε να διασκεδάζει και να εργάζεται σε μια εταιρεία. Την είδε να κάνει μπάνια στη θάλασσα το καλοκαίρι, μαζί με την οικογένειά της. Την είδε να κάνει έρωτα με τον άντρα της. Την είδε να φτάνει τα πενήντα, τα παιδιά της να μεγαλώνουν. Είδε τα άσπρα της μαλλιά. Είδε το θάνατο μιας γηραιάς γυναίκας.
Της ίδιας γυναίκας που τώρα τη σημάδευε από τη δική της πλευρά του ποταμιού.
Αλλά κι εκείνη είδε εικόνες στο σκοτάδι. Είδε μια γυναίκα να διδάσκει παιδιά σε ένα νησί. Την είδε να ξενυχτάει πλάι στους γονείς της. Την είδε να φιλάει τον σύντροφό της σε μια αμμουδιά. Την είδε να βγάζει βόλτα το σκύλο της. Την είδε στα σαράντα της να γελάει στο χριστουγεννιάτικο τραπέζι. Την είδε με άσπρα μαλλιά να πενθεί τον σύντροφό της και τελικά να πεθαίνει και η ίδια.
Το σκοτάδι επανήλθε.
Τα μάτια επανήλθαν.
Κάτι περίμενε εκεί.
Ήξεραν και οι δύο γυναίκες τι ήταν αυτό και τι περίμενε.
Ήταν ο θάνατος και περίμενε να εκπυρσοκροτήσουν οι σκανδάλες.
Το βλέμμα δεν ήταν σταθερό πλέον.
Τα όπλα παρέμεναν σε θέση μάχης.
Ένα.
Δύο.
Τρία.
Τέσσερα.
Μια κίνηση. Μόνο αυτό χρειάζονταν οι στρατηγοί.
Μόνο αυτό ήθελε ο θάνατος.
Ανάσες η μία.
Ανάσες και η άλλη.
Εικόνες στο σκοτάδι η μία.
Εικόνες στο σκοτάδι και η άλλη.
Σκέψεις η μία.
Σκέψεις και η άλλη.
Ένα.
Δύο.
Στράφηκαν. Έκαναν μια περιστροφή, με τα όπλα προτεταμένα. Σημάδεψαν το σκοτάδι πίσω τους.
Δεν υπήρχε σκοτάδι.
Κοιτάχτηκαν άλλη μια φορά.
Δεν ήθελαν άλλο πόλεμο.
Έφυγαν, αφού πέταξαν τα όπλα τους.

Μοιράσου το!

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Τα βιβλία μας

Φευγάτος
Αλέξανδρος Κουτρούλης - Φευγάτος
Μαργαρίτα Τσεντελιέρου - Το Μυστικό

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook