Πόσα χρόνια σε ξέρω;
26 έγιναν φέτος. Σε ξέρω κι από την καλή κι από την ανάποδη. Το κακό όμως, είναι ότι δε σταματώ να εκπλήσσομαι . Το μυαλό μου δε λειτουργεί λες, ίσως αυτό να φταίει . Το χθεσινό δε συνέβη για πρώτη φορά και σίγουρα δε θα είναι η τελευταία. Το μούδιασμα που νιώθω όμως από τα ξημερώματα, η μαυρίλα μέσα μου, με φόντο το Χριστουγεννιάτικο δέντρο, δε λέει να μου φύγει.

Πίνεις από τα 12 σου, την πρώτη σου μπύρα την κέρασε ο μπαμπάς σου κι από τότε τα πίνατε μαζί. Ήσουν ο πρώτος άνθρωπος που γνώρισα και άντεχε το (τόσο πολύ) αλκοόλ. Όταν όλοι στην εφηβεία έπιναν δυο ποτά και τους μαζεύαμε από τα πατώματα, εσύ συνέχιζες να πίνεις και φαινόσουν πιο νηφάλιος από ποτέ. «Αντέχω» έλεγες από τότε που σε θυμάμαι. Τα χρόνια πέρασαν, μεγαλώσαμε, αυξήθηκαν οι υποχρεώσεις, τα προβλήματα. Μαζί αυξήθηκαν κι οι δόσεις του αλκοόλ. Οι μπύρες, τα κρασιά,οι τεκίλες,τα ουίσκυ.

Στην παραλία. Κάτω από τον ήλιο, ξεροσφύρι, δυο δυο τις κατέβαζες. Να μη δροσιστείς;
Στο μπαλκόνι το βράδυ, να μην πιεις καμιά 6άδα παγωμένες μπύρες,να χαλαρώσεις;
Στην ταβέρνα. Δυο τρία ουζάκια και 2 μπύρες παγωμένες μετά, να σβήσεις το κάψιμο.
Στο σπίτι. Τα θαλασσινά θέλουν τσίπουρο. Τα υπόλοιπα μπύρα ή κρασί.
Στον καναπέ αργά. Δυο μπύρες από τις άλλες, όχι τις κοινές που πίνεις με το φαγητό. Τις ιδιαίτερες, τις ακριβές, κάθε μια με το δικό της ποτήρι, μισές δουλειές θα κάνουμε;
Στην έξοδο. Να μην πιεις ένα καλό ουίσκυ; Ένα καπνιστό; Να μη σου καίει το λαιμό. Ένα ίσον κανένα, να μην πάρεις κι ένα δεύτερο; Με ένα ποτό θα τη βγάλεις όλο το βράδυ;

Έπαψα να αγοράζω αλκοόλ στο σπίτι. Το μόνο που υπάρχει πλέον,εδώ και χρόνια, είναι ένα ξεχασμένο μπουκάλι με λικέρ της γιαγιάς μου. Όλα τα άλλα μπουκάλια,εξαφανίζονται σε τρεις μέρες. Πήρα τεκίλα,την τέλειωσες σε 3 βράδια. Ουίσκυ, σε 4 βράδια. Κρασί, σε ένα βράδυ. Οι μπύρες μπαίνουν απόγευμα σε δωδεκάδες στο σπίτι και το πρωί τα μισά μισόλιτρα κουτάκια, είναι στην ανακύκλωση. Πρώτες καλοκαιρινές διακοπές, στις οποίες παρατήρησα πόσο πίνεις. 2 με 3 λίτρα μπύρα την ημέρα και τις 15 μέρες που μέτρησα.

Γυρίζεις από τη δουλειά και μυρίζεις αλκοόλ. 4 στις 5 μέρες της εβδομάδας. Σε κερνάει ο πελάτης, δε μπορείς να αρνηθείς. Ένα βράδυ που γύρισες, ήταν τόσο θολό το μάτι σου που τρόμαξα. Οδήγησες με αυτό το μάτι, για δύο ώρες, μέσα στο σκοτάδι. Μπήκες σπίτι και παραπατούσες, δε μπορούσες να πας στην τραπεζαρία να αφήσεις την τσάντα σου. Μετά ξάπλωσες και κοιμήθηκες σε δευτερόλεπτα. Όταν έρχεσαι έτσι ,σε αποφεύγω, αν κοιμούνται τα παιδιά. Περιμένω να ξεραθείς στον ύπνο, για να μη μου την πέσεις, εντελώς βάρβαρα λόγω ποτού και πρέπει να εκτελέσω τα συζυγικά μου καθήκοντα, όσο θα βρίζω μέσα μου.

Χθες όμως, ενώ ξάπλωσες λίγο να ισιώσει η πλάτη σου, μετά τα ατέλειωτα τσίπουρα και τις μπύρες στο καπάκι, ξύπνησες Θυμήθηκες κάτι μέσα στη ζαλάδα σου και άρχισες να το ψάχνεις σαν τρελός μέσα στο σπίτι. Κι όσο δεν το έβρισκες, χτυπούσες γροθιές στον τοίχο και στις πόρτες. Μια από αυτές βρήκε τον διακόπτη της πρίζας, που διαλύθηκε σε κομμάτια κι άνοιξες μια τρύπα στον τοίχο και βγήκαν τα καλώδια έξω. Την προηγούμενη φορά που θύμωσες ενώ είχες πιει, έκανες βαθούλωμα στην πόρτα. Μια άλλη φορά, φώναζες στα παιδιά σαν τρελός, επειδή είχες πιει τις μπυρίτσες σου κι έχασε η ομάδα σου στο ποδόσφαιρο.

Επόμενη φορά δε θα υπάρξει. Θα σε στείλω στον μπαμπά σου να σε καμαρώσει και να σε χαρεί με το θολό βλέμμα και τα βρισίδια και τις Χριστοπαναγίες. Πιστό αντίγραφό του έγινες… κι εγώ αρνούμαι να κάνω τα παιδιά μου σαν τα μούτρα σου.

 

Β.