Αχ βρε μπαμπά μου, πόσο λάθος με μεγάλωσες.

Από μωρό παιδί με παρότρυνες να δοκιμάζω. Να δοκιμάζω γεύσεις, να δοκιμάζω ρόλους, να δοκιμάζω τα όριά μου.
Κι ας φώναζε η μαμά από δίπλα:
«σιγά, θα πέσει!»,
«σιγά, θα χτυπήσει»,
«σιγά, είναι κορίτσι!»

Μου έμαθες την ελευθερία με όλους τους τρόπους.

Όταν ήμουν τεσσάρων ετών, να βγάλουμε τις βοηθητικές ρόδες από  το ποδήλατο. Με πήρες στην μονάδα που υπηρετούσες τότε, στο αεροδρόμιο, κι έτρεχες πίσω μου με τις ώρες.
«Μη φοβάσαι, σε κρατάω!».
«Προχώρα, τα πας πολύ καλά».
«Μη σταματάς, εδώ και ώρα είσαι μόνη σου!».

Μου έμαθες να αγαπώ την θάλασσα. Την ελευθερία να κολυμπάω μόνη μου μεσοπέλαγα. Μου έμαθες να αγαπάω την αδρεναλίνη, όταν με έριχνες από την δίμετρη εξέδρα, μέσα στην θάλασσα.
«Αμάν βρε Ντίνο, θα πνιγεί…», η μαμά.
«Έχε της εμπιστοσύνη, το πολύ πολύ να πιει νερό», εσύ.
Άπειρες ώρες να εξερευνούμε τον βυθό με τις μάσκες και τους αναπνευστήρες. Τότε που υπήρχε ζωή! Μόνο ψαροντούφεκο δεν μου έμαθες.

Εσύ μου έμαθες την μπάλα. Να κατεβαίνω στο δρόμο και να παίζω με όλα τα παιδιά! Τι κι αν ήταν αγόρια; Όλοι παιδιά ήμασταν.
Τι κι αν φώναζε η μαμά.
«Κορίτσι είναι, πρέπει να παίζει ΚΑΙ ποδόσφαιρο!».

Τίποτα δεν φοβήθηκα σαν παιδί. Ούτε και να μιλάω.
Και μίλαγα   π ο λ ύ.
Ακατάπαυστα. Και για όλα.
Κι ας ντρεπόταν η σοβαρή και μετρημένη αδελφή μου για μένα.
«Πάλι ρεζίλι μας έκανες, σταμάτα επιτέλους!».

Με ένα «αμάν» κι ένα «σταμάτα επιτέλους» μεγάλωσα σαν παιδί.
Κι εσύ πάντα δίπλα μου χαμογελούσες. «Μην τους ακούς, προχώρα».

Χειμερινοί κολυμβητές οι δυο μας! Παρκάραμε το αυτοκίνητο δίπλα ακριβώς από τη θάλασσα, με αναμμένη τη μηχανή (για το καλοριφέρ) και τρέχαμε να μπούμε μέσα στην θάλασσα…
«Θα κρυώσει, θα αρρωστήσει, θα κάνει απουσίες στο σχολείο!».
«Τίποτα δεν θα πάθει. Ίσα ίσα θα ψηθεί».

Περίμενα ανυπόμονα πότε δεν θα είχες βάρδια για να πάμε για μπάνιο.
Ή για να πλύνουμε το αυτοκίνητο.
Στην αρχή.

Μετά να κάνουμε εξαέρωση στα φρένα.
Τι κι αν δεν έφταναν τα πόδια μου στα πεντάλ;  Ξάπλωνα σχεδόν στο κάθισμά σου για να φτάνω. Πόναγαν τα πόδια μου από το τέντωμα, αλλά τις λάτρευα αυτές τις ώρες μας!

Και βάρδιες στην μονάδα κάναμε μαζί! Και για έφοδο πηγαίναμε. «Αλτ, τις ει».
«Σύνθημα».
«Παρασύνθημα».

Την τελευταία φορά που με πήρες μαζί σου, ήμουν δεκαπέντε χρονών. Στο λεωφορείο μέσα, όταν γυρνάγαμε, μου είπες:
«Μεγάλωσες αρκετά νομίζω για να έρχεσαι μαζί μου στην μονάδα…». Ναι μπαμπά μου, είχα μεγαλώσει, χωρίς να το καταλάβεις. Είχα γίνει μία ελκυστική έφηβη, χωρίς ποτέ να το προσέξουμε. Ούτε εσύ, μα ούτε κι εγώ. Γι’ αυτό και δεν θεώρησα κακό το να πάω στο ΚΑΨΙΜΙ και να παίξω τάβλι με τους σμηνίτες σου. Συγνώμη που σε αναστάτωσα και για τρεις ώρες έψαχνες σε όλη την μονάδα να με βρεις.

Σαν έφηβη, μύγα δεν δεχόμουν στο σπαθί μου. Ούτε οδηγίες, ούτε υποδείξεις. Ούτε καν από σένα. Πόσο πρέπει να σε πόνεσε αυτό.
Κι όμως, δεν μου απαγόρεψες ποτέ, τίποτα. Πάντα μου έλεγες «η γνώμη μου είναι αυτή, τώρα εσύ…»
Κι έκανα πάντα αυτό που ήθελα  ε γ ώ.
Ήθελα να λέω πάντα «Μπράβο Γιώτα» ή «Τα σκάτωσες Γιώτα».
Γιώτα όμως, όχι μπαμπά, ούτε μαμά, ούτε αδελφή, ούτε φίλη.
Αντράκι στη ζωή, από μικρή.

Στα δεκαοκτώ μου έμαθες και να οδηγώ. Και ας έκανα μαθήματα σε σχολή οδηγών. Παραήμουν ανεξάρτητη και αντιδραστική, για να μου μάθεις εσύ τα βασικά. Εσύ όμως με έβαλες στο αυτοκίνητό σου όταν πήρα το δίπλωμα και με πίεσες –Θεέ μου, πόσο με πίεσες- να μάθω να οδηγώ γρήγορα.
«Πάτα το, πάτα και άλλο το γκάζι. Τέρμα σου λέω, πάτα το. Φρένο τώρα, κοκάλωσέ το!».
Όταν σου εξομολογήθηκα ότι φοβάμαι, θυμάσαι τι μου είπες;
«Όταν θα πάρεις τις φίλες σου με το αυτοκίνητο και αρχίσεις να τρέχεις, να ξέρεις σε πόσα μέτρα σταματάει».
Ακόμη και όταν έκανα κόντρες με άντρες οδηγούς, αυτή σου την κουβέντα σκεφτόμουν.
Δεν θα ξεχάσω την έκπληξη των υπαλλήλων ενός βενζινάδικου, όταν δεκαεννιά χρονών σταμάτησα γιατί είχε ανεβάσει θερμοκρασία το Simca (ναι, το δικό σου, παλιό αμάξι) και με ύφος που δεν σήκωνε αντίρρηση τους δήλωσα πως μάλλον πάω για νέο καπάκι! Ακόμη θυμάμαι την ειρωνεία στο βλέμμα τους.
Το άφησα λίγο να κρυώσει, όπως μου είχες μάθει.
Ζήτησα ένα στουπί, για να ανοίξω το ψυγείο. Χρειαζόταν συμπλήρωμα. Τσέκαρα τα λάδια, καθαρά.
Έπεσα από κάτω, διαρροή δεν υπήρχε.
Συμπέρασμα:
«Καπάκι. Πριν λίγες μέρες συμπλήρωσα πάλι το νερό. Αν είχε σπάσει ή ραγίσει το ψυγείο, θα φαινόταν το νερό από κάτω. Αν είχε κάψει φλάντζα, θα πέρναγε το νερό στα λάδια».
Ακόμη κι εσύ αμφέβαλλες, όταν στο είπα.

Όταν μπήκαν οι άντρες στη ζωή μου, αν τα ήξερες όλα, πόσο θα γέλαγες!
Ένα αντρικό μυαλό με γυναικείο περίβλημα. Δεν κράτησα άντρα δίπλα μου πάνω από δύο, άντε τρεις μήνες!
Όχι αγάπη μου, δεν θα σου βάλω εγώ μυαλό, ούτε θα γίνω η μανούλα να σε κανακεύω!
Κι αν δεν μπορείς να με δεχτείς έτσι ατίθαση, απείθαρχη και αντισυμβατική, ταξίδι σου καλό, δεν σ’ αγαπώ.

Γι’ αυτό σου λέω μπαμπά μου, όλα λάθος τα έκανες.

Μου έμαθες να είμαι ανεξάρτητη.
Ακόμη και όταν ήταν να πάω διακοπές με τον αρραβωνιαστικό μου, μου έδωσες λεφτά (για πρώτη φορά) και μου είπες: «Μέχρι να παντρευτείς, κανείς δεν θα μπορεί να καυχηθεί ότι σε πήγε διακοπές».
Μου έμαθες να είμαι δοτική και πάντα διαθέσιμη για τους φίλους μου, για την οικογένειά μου, για τους συναδέλφους μου.
Μου έμαθες να αγαπάω δυνατά, με όλο μου το είναι.
Μου έμαθες να τα βγάζω πέρα μόνη μου. Να τιμώ τα παντελόνια μου.
Να είμαι αντράκι.

Ξέχασες όμως να μου μάθεις να προστατεύω την Γιώτα.
Όχι μόνο από τους άλλους, αλλά από τον ίδιο μου τον εαυτό.
Ξέχασες να με μάθεις να κουρνιάζω σε μια αγκαλιά.
Δεν μου διευκρίνισες ποτέ πως δεν είναι ανάγκη να είμαι εγώ η πιο δυνατή.
Δεν μου είπες πως δεν πειράζει, δεν γίνεται να τους στηρίζω όλους εγώ.

Και τώρα, στα πενήντα μου, κουράστηκα μπαμπά.

Κι έχω ανάγκη κάποιος να με πάρει αγκαλιά και να μου πει :
«Μην ανησυχείς, εγώ είμαι εδώ για σένα».