Μάνος: «Η πρώτη φορά που είδα την αγάπη μας ήταν στο μετρό, όπως έβγαινα από το βαγόνι. Ήμασταν ένα μεσήλικο ζευγάρι, ένας άντρας και μια γυναίκα από αυτούς που κανείς δεν τους προσέχει, δεν τους ρίχνει δεύτερη ματιά. Μέτριοι στο ύψος, με όλα τα σημάδια της ζωής ως τώρα φανερά επάνω μας. Θυμήθηκα ότι το ίδιο απόγευμα μας είχα δει σε ένα κατάστημα της Ζάρα. Κρατούσα κάποια δωροεπιταγή και είχαμε έρθει να αγοράσουμε για σένα κάποιο ρούχο. Φαινόταν ότι δεν είχαμε ξαναμπεί στο μαγαζί, δεν ήμασταν συνηθισμένοι να ψωνίζουμε σε τέτοια μέρη. Όταν πήραμε το ρούχο για σένα, στο πρόσωπο σου φάνηκε ένα ντροπαλό χαμόγελο ικανοποίησης, ίσα που διακρινότανε και το στήθος μου φούσκωσε από ένα αίσθημα περηφάνιας που είχα μπορέσει να σου προσφέρω κάτι.

Δεν περπατούσαμε αγκαλιασμένοι, ούτε χεράκι χεράκι, ούτε καν αγκαζέ, αλλά ήταν σαν να τα σώματα μας να είναι αντίβαρο το ένα στο άλλο, σαν να στηρίζονταν το ένα στο άλλο για να μην πέσουν, για να κρατηθούν όρθια. Δεν μιλάγαμε, αλλά τα μάτια μας που περιπλανιόταν τριγύρω, πάντα κατέληγαν στα μάτια του άλλου. Δεν ήμασταν σαν τα ζευγάρια που βλέπει κανείς στα περιοδικά ή στα κανάλια. Δεν θα μας διάλεγαν για να παίξουμε σε ριάλιτι, δεν θα ήμασταν το αγαπημένο ζευγάρι του Power of Love. ‘Όμως ποιος αποφασίζει τι εικόνα έχει η αγάπη;»

Άννα: «Είδα την αγάπη μας σε αυτή την φωτογραφία. Μας είχες βρει, εμένα και το παιδί μας σε ένα προσφυγικό καταυλισμό. Είχαμε αφήσει το σπίτι μας, είχαμε ξεκινήσει ένα ταξίδι άγριο, αβέβαιο, στο άγνωστο, στο πουθενά, χωρίς εσένα. Φτάσαμε χωρίς να ξέρουμε αν εσύ ζούσες και χωρίς εσύ να ξέρεις αν επιζήσαμε εμείς. Δεν ξέραμε αν θα σε ξαναδούμε ποτέ, δεν ήξερα αν το παιδί μου θα ξαναδεί τον πατέρα του. Δεν ήξερες αν θα μας ξαναδείς ποτέ, αν θα ξαναδείς το πρόσωπο της γυναίκας σου, αν θα ξανακούσεις το γέλιο του παιδιού σου. Κι όμως μας βρήκες. Άνοιξες τα χέρια σου και μας έκλεισες στην αγκαλιά σου και ορκίστηκες να μας χαρίσεις μια καλύτερη και ασφαλή ζωή. Μπορεί για κάποιους να είμαστε ξένοι, εισβολείς, ανεπιθύμητοι. Μπορεί σε κάποιους να μην αρέσει η γλώσσα που μιλάμε, να μην αρέσει το χρώμα που έχουν τα πρόσωπα μας. Όμως ποιος αποφασίζει τι εθνικότητα, τι θρησκεία, έχει η αγάπη; Ποιος αποφασίζει τι γλώσσα μιλάει η αγάπη;»

Μάνος: «Είδα την αγάπη μας ένα βράδυ στο Γκάζι. Δεν ήμασταν άντρας και γυναίκα, αλλά δύο νεαρά αγόρια, λίγο μετά τα είκοσι. Ήμασταν τόσο όμορφοι, με όλη την δόξα των νιάτων μας να μας στολίζει. Τόσο όμορφα ντυμένοι, τα ρούχα τόνιζαν τα νεαρά κορμιά μας. Γελάγαμε όλη την ώρα από αυτά που λέγαμε μεταξύ μας, νιώθαμε τόσο όμορφα που ταιριάζαμε και στα μάτια μας έλαμπε η χαρά της πρώτης γνωριμίας και η προσδοκία ενός έρωτα. Ο κόσμος γύρω μας είχε χαθεί, ήμασταν μέσα στην δική μας φούσκα, εκεί που δύο είναι αρκετοί. Ίσως κάποιοι να γύριζαν το βλέμμα αλλού, να ένιωθαν ντροπή, αμηχανία, ακόμα και αηδία στην εικόνα μας. Ίσως για κάποιους δεν θα έπρεπε να υπάρχει μέσα μας η λαχτάρα να ανήκουμε ο ένας στον άλλον. Για κάποιους δεν ήμασταν τα δύο φύλα που φτιάχνουν ένα ζευγάρι. ‘Όμως ποιος αποφασίζει τι φύλο έχει η αγάπη;»

Η Άννα άνοιξε την πόρτα του βιβλιοπωλείου. Το άρωμα του χώρου την κατέκλυσε. Την συνέπαιρνε, την γοήτευε η μυρωδιά του τυπωμένου χαρτιού. Δεν είχε ξαναμπεί στο μαγαζί αυτό, είχε λίγους μήνες που είχε ανοίξει στην γειτονιά της. Είχε αποφασίσει να ψωνίσει από εκεί ένα δώρο για το πάρτυ του γραφείου.

«Όλα τα είχε η Μαριορή» σκέφτηκε, «ο Secret Santa την μάρανε. Αντί να δώσει τίποτα από τους χρωστούμενους μισθούς η καινούργια διευθύντρια, οργανώνει παρτάκια». Από το βάθος είδε ένα παιδί που πλησίασε να την εξυπηρετήσει. Κοίταξε το πρόσωπο του και είδε τα πιο όμορφα μάτια που είχε δει ποτέ. Μάτια λουσμένα στου ουρανού το χρώμα.

Ο Μάνος άκουσε την πόρτα του μαγαζιού να ανοιγοκλείνει. Έβρεχε σήμερα και αυτό σήμαινε ότι δεν θα ήταν πολλοί οι πελάτες. Έτσι όπως πήγαινε το μαγαζί δεν τα έβλεπε καλά τα πράγματα, δεν θα μπορούσε να το κρατήσει. Και το αγαπούσε το μαγαζί του, ήταν η δική του δουλειά, την πόναγε. Υπομονή έκανε, μπορούσε να κάνει και τίποτα άλλο; Πλησίασε την γυναίκα που κοίταγε κάτι δωράκια. Εκείνη γύρισε και πριν μιλήσει του χαμογέλασε. Το πρόσωπο της φωτίστηκε από το πιο γλυκό χαμόγελο του κόσμου.

Η Άννα ένιωσε το χρώμα να απλώνεται στο πρόσωπο της. Είχε μείνει κολλημένη σε εκείνα τα μάτια, δεν μπορούσε να τραβήξει τα δικά της, δεν μπορούσε να κοιτάξει αλλού. Παρακολουθούσε το πρόσωπο του νεαρού και έτσι όπως γύρναγε αυτός από την μια μεριά στην άλλη, ακολουθούσε τις κινήσεις του κι εκείνη.

«Κοίτα να δεις», σκεφτόταν, «που τα μάτια της Ελίζαμπεθ Τέιλορ, βγαίνουν και σε αντρικό μοντέλο. Καλά πάει χάζεψα, οι έρωτες μου έλειπαν τώρα…» Και όμως όταν τον κοίταγε, ένιωθε να την πλημμυρίζει ηρεμία, ένιωθε εμπιστοσύνη, ένιωθε ότι επάνω του θα μπορούσε να ακουμπήσει και ας τον είχε μόλις γνωρίσει.

Ο Μάνος έσπαγε το κεφάλι του να βρει ένα τρόπο να γυρίσει την συζήτηση στο προσωπικό. Δεν το είχε ξανακάνει ποτέ αυτό στο μαγαζί, αν είναι δυνατόν να την πέφτει στις πελάτισσες. Το μαγαζί ήταν κοντά στο σπίτι του, μέχρι το περίπτερο πήγαινε και όλοι τον ήξεραν με το μικρό του όνομα.
«Έχω αρκετά στο κεφάλι μου» σκέφτηκε, «αλλά αυτήν την κοπέλα θέλω να την γνωρίσω καλύτερα. Και το πιο περίεργο απ’ όλα, θέλω να με γνωρίσει κι αυτή».

Η Άννα και ο Μάνος θα μπορούσαν να είναι ένα ευτυχισμένο ζευγάρι, σε μια εποχή που δεν υπάρχουν πολλά ευτυχισμένα ζευγάρια. Αλλά αυτό δεν έγινε ποτέ. Γιατί όσο και να γοητεύτηκαν ο ένας από τον άλλον, όσο και να αποζητούσαν ο ένας την συντροφιά του άλλου, όταν διαπίστωσαν ότι η Άννα ήταν 20 χρόνια μεγαλύτερη από τον Μάνο, τα χαμόγελα έσβησαν και οι επαφές σταμάτησαν. Ήξεραν ότι δεν θα μπορούσαν να κυκλοφορήσουν μαζί. ‘Όμως ποιος αποφασίζει τι ηλικία έχει η αγάπη;

Στις 14 Φεβρουαρίου η αγάπη έχει κόκκινο χρώμα, μυρίζει τριαντάφυλλο, μοιάζει με αρκουδάκι. Για μια μέρα. Τις υπόλοιπες 364 ημέρες πως είναι η αγάπη;

Κουμπούκα