Ρέκβιεμ για ένα όνειρο

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Η πρώτη μου επαφή με τα δίκυκλα ήταν σε μία τρυφερή ηλικία, γεμάτη ξεγνοιασιά. Ήταν ένα όμορφο καλοκαίρι. Παραθέριζα με την οικογένειά μου σε ένα υπέροχο δημοτικό κάμπινγκ, γεμάτο αρώματα θάλασσας και θυμαριού. Έκανα ακόμη ποδήλατο με βοηθητικές ρόδες, ώσπου μία μεγαλύτερη σε ηλικία ξαδέρφη μου αποφάσισε με το στανιό να τις βγάλει. Θυμάμαι που μου είχε πει “δεν χρειάζεσαι βοηθητικές, θα τα καταφέρεις”. Θυμάμαι να προσπαθώ να ισορροπήσω, με την ξαδέρφη μου να κρατάει το ποδήλατο όρθιο από τη σχάρα του, να το αφήνει ελεύθερο και να διαπιστώνω ότι μπορώ να μείνω όρθια. Η πρωτόγνωρη εκείνη χαρά που ένιωσα όταν διαπίστωσα ότι ισορροπώ σε δύο ρόδες, έμεινε ανεξίτηλη στη μνήμη μου.

Πέρασαν μερικά χρόνια, ώσπου πάλι ένα καλοκαίρι, σε ένα άλλο κάμπινγκ αυτή τη φορά, γνώρισα μία οικογένεια Γερμανών που είχαν νοικιάσει αυτόματα μηχανάκια για βόλτες. Είχαν ένα συνομήλικό κορίτσι, με την οποία γίναμε φίλες καρδιακές, και μου έδωσε το μηχανάκι να δοκιμάσω. Ήταν η πρώτη φορά που έπιανα γκαζιέρα στη ζωή μου. Ήταν έρωτας από την πρώτη στιγμή. Πόσο μου άρεσε η ανέμελη βόλτα με το αυτόματο μηχανάκι στο κάμπινγκ, ο αέρας που χάιδευε το πρόσωπό μου και έφερνε τη μυρωδιά των πεύκων και της θάλασσας. Ορκίστηκα να αγοράσω και εγώ ένα τέτοιο μηχανάκι. Το ήθελα όσο τίποτε άλλο. Δεν πέρασαν ούτε δύο χρόνια και απέκτησα το πρώτο μηχανάκι της ζωής μου στα 16 μου χρόνια – ένα φοβερά ζημιάρικο, μεταχειρισμένο Honda Lead, που μου στοίχισε όλο το χαρτζιλίκι μου. Ήταν αργό, φασαριόζικο και μπελαλίδικο αλλά το μικρόβιο είχε ήδη μπει: Ήμουν μηχανόβια. 19 χρονών αγόρασα μία μεταχειρισμένη παλιά Suzuki GSX 400 E από έναν οικογενειακό φίλο, και βόλταρα στην πόλη με τον αέρα βασίλισσας που καλπάζει πάνω στο πιο εκλεκτό άλογο. Η μηχανή μου δεν έλεγε και πολλά, αλλά ήμουν ένα 19χρονο κορίτσι σε μηχανή μεγάλου κυβισμού στη Θεσσαλονίκη, την εποχή που ήταν λίγο ασυνήθιστο να δεις γυναίκα να οδηγάει μηχανή. Λίγο αργότερα γνώρισα τον πρώτο σύντροφο της ζωής μου, μηχανόβιος και αυτός, και άρχισα να οδηγάω τις δικές του μηχανές: ένα Suzuki bandit 400, ένα Suzuki katana 750 και αργότερα ένα Honda CBR 600.  Από αυτά δεν θα ξεχάσω ποτέ το Κατάνα και την ιστορία του – πώς κατέβηκε από το κοντέινερ σαν γουρούνι στο σακί από την Ιαπωνία και με πόση αγάπη και επιμέλεια ο τότε σύντροφός μου το περιποιήθηκε και το έκανε μία από τις πιο μουράτες custom μηχανές της Θεσσαλονίκης. Όταν οδηγούσα αυτό το Κατάνα αισθανόμουνα μία θηλυκή εκδοχή του ιππότη της ασφάλτου. Ενίοτε οδηγούσα και χωρίς κράνος. Βασικά τι ενίοτε, όλη την ώρα. Ήθελα να βλέπω και να με βλέπουν. Ήθελα να αισθάνομαι ξεχωριστή.  Ήμουνα 20 χρονών και δεν κουβαλάγα τα μυαλά που κουβαλάω τώρα. Ευτυχώς είχα φύλακα άγγελο, και τα μυαλά έμειναν ακέραια στο κεφάλι μου.

Όλα τα ωραία έχουν ένα τέλος. Τέλος ο έρωτάς μου, τέλος το Κατάνα που τράκαρε και έγινε παλιοσίδερα στα χέρια του καινούριου ιδιοκτήτη. Τέλος και η φοιτητική, ξένοιαστη ζωή. Σύντομα μπήκα και εγώ στο λούκι. Ξενιτεύτηκα και άρχισα να δουλεύω. Μαζί με τη δουλειά έτρεχαν οι λογαριασμοί. Έτρεχαν τόσο πολύ, που δεν τους προλάβαινα. Με τα χίλια ζόρια μάζεψα λίγα λεφτά για να αγοράσω ένα αυτοκίνητο, να μπορώ να πηγαίνω στη δουλειά χωρίς να τρώω καθημερινά 3 ώρες στα τρένα. Η καρδιακή μου Γερμανίδα φίλη και ένα παλικάρι που γνώρισα στη Γερμανία μου δάνειζαν τις μηχανές τους πού και πού: ένα KTM LC 600 και ένα KTM supermoto. Oι πιο όμορφες στιγμές που έζησα στη Γερμανία ήταν πρώτον να ποδηλατώ και δεύτερον να οδηγάω αυτά τα KTM στους επαρχιακούς δρόμους δίπλα σε ολάνθιστα χωράφια και σε λίμνες, μέσα σε πυκνά δάση.

Όταν επέστρεψα από τη Γερμανία, με τα πρώτα λεφτά που μου περίσσεψαν αγόρασα ένα οικονομικό enduro μηχανάκι για τις μετακινήσεις μου στην πόλη, αλλά και να μπορώ να μπαίνω λίγο στο χώμα. Ωστόσο ήταν εντελώς ακατάλληλο για μεγαλύτερα ταξίδια. Αφού μετακόμισα σε μία ορεινή περιοχή, όργωσα μ’ αυτό το μηχανάκι τα δάση, αλλά δεν έπαψα ποτέ να ονειρεύομαι μία μηχανή για την άσφαλτο, με την οποία θα μπορέσω να γυρίσω όλη την Ελλάδα, να γνωρίσω καινούργιο κόσμο που μοιράζεται το ίδιο πάθος, να ζήσω όσα μου στέρησε η Γερμανία. Πέρασαν πολλά χρόνια από τότε, πάτησα και τα 40, και κάποια στιγμή είχα την οικονομική ευχέρεια να αποκτήσω επιτέλους μία μηχανή για την άσφαλτο. Σχεδόν  20 χρόνια είχαν περάσει από τις τελευταίες ασφάλτινές μου εξορμήσεις πάνω σε δίκυκλο, και ήθελα πάρα πολύ να ζήσω αυτή την εμπειρία ξανά. Στην αρχή σκόπευα να αγοράσω ένα απλό, οικονομικό supermoto μηχανάκι για κοντινές αποστάσεις. Ύστερα όμως από αρκετή σκέψη αποφάσισα να βάλω το χέρι λίγο βαθύτερα στην τσέπη, και να πάρω κάτι που θα μπορούσε να με πάει πιο άνετα και λίγο μακρύτερα. Και τι έκανα; διάλεξα μία και καλή τη Ferrari των μοτοσυκλετών –  μία Ducati, και συγκεκριμένα το hypermotard 796. Την αγόρασα μεταχειρισμένη σε πολύ καλή κατάσταση και τη μέρα που την έφερα στο σπίτι μου αισθανόμουν σαν ένα μικρό παιδί που μόλις είχε ανοίξει το πακέτο κάτω από το χριστουγεννιάτικο δέντρο. Αμέσως άρχισα να μαζεύω όλο τον απαραίτητο εξοπλισμό για μένα και για αυτήν. Επένδυσα ώρες ατελείωτες μπροστά από το κομπιούτερ μου, ψάχνοντας στο διαδίκτυο για τα κατάλληλα προϊόντα ρουχισμού και προστασίας αλλά και εξοπλισμού και αναβάθμισης για τη μηχανή. Πλήρωσα μία μικρή περιουσία για να αναβαθμίσω τόσο αυτήν όσο και εμένα. Άρχισα δειλά-δειλά να κάνω τις πρώτες μου βόλτες και να συμμετέχω στις πρώτες εκδρομές με άλλους μοτοσυκλετιστές, γνωρίζοντας καινούριο κόσμο που τόσο ήθελα, πίνοντας ανέμελα καφεδάκια δίπλα στη θάλασσα, με την αστραφτερή, κατακόκκινη μηχανή μου να λαμποκοπάει στο φόντο. Λάτρευα τα πάντα σε αυτή τη μηχανή – τη σπορ εμφάνισή της, το κατακόκκινο χρώμα, το αγριεμένο μουγκρητό της, την οδηγική αίσθηση. Ζούσα και πάλι το όνειρο, αυτή την απερίγραπτη αίσθηση ελευθερίας που κάθε μυημένος μοτοσυκλετιστής γνωρίζει. Τη χαρά του να βρίσκεσαι εκεί έξω και να βολτάρεις κάτω από τον ουρανό σε τοπία απόμερα, να νιώθεις τον αέρα της ελευθερίας στο πρόσωπό σου, να νιώθεις ζωντανός.

Μία μέρα διάβασα στο Facebook για μία εκδρομή που θα γινόταν στο Πήλιο – για μένα το πιο όμορφο μέρος της Ελλάδας – και θα ήταν αποκλειστικά για γυναίκες μοτοσυκλετίστριες. Ξετρελάθηκα από τη χαρά μου. Ήταν μία ευκαιρία να γνωρίσω και άλλες γυναίκες, που συμμερίζονται τα ίδια ενδιαφέροντα με μένα. Αγόρασα με απίστευτη χαρά βαλίτσες και σαμάρια για τη μηχανή μου. Της φόρεσα ολοκαινούρια λάστιχα. Αγόρασα μέχρι και ένα φούτερ με τα χρώματα της Ducati και έβαψα τα μαλλιά μου κόκκινα, για να είναι ασορτί με τη μηχανή. Η βόλτα στο Πήλιο με τις άλλες κοπέλες ήτανε μία εμπειρία που ξεπέρασε τις προσδοκίες μου και θα μου μείνει πραγματικά αξέχαστη. Όλα με μάγεψαν – η παρέα, τα τοπία, τα σεμινάρια, τα γελαστά πρόσωπα και ο ήλιος που έλαμπε στο πιο όμορφο μέρος της Ελλάδας, ακτινοβολώντας στις μηχανάρες μας. Αυτές είναι οι μικρές στιγμές που πραγματικά κάνουν τη ζωή να αξίζει.

Ήμουν πιο χαρούμενη και αναβαθμισμένη από ποτέ. Ήθελα να μάθω τα πάντα για την οδήγηση στην άσφαλτο. Οργάνωνα τις επόμενες εκδρομές και ετοιμαζόμουν για συμμετοχή σε σεμινάριο ασφάλτινης οδήγησης στην πίστα, για να αναβαθμίσω τις δεξιότητές μου ως οδηγού. Τίποτα δεν με σταματούσε. Ένα ηλιόλουστο πρωινό, λίγο μετά την επική εκδρομή στο Πήλιο, ξεκίνησα για το συνεργείο, για να κάνω ένα τυπικό σέρβις αλλαγής λαδιών στη μηχανή. Σε μία τεράστια διασταύρωση, ενώ κινούμουν σε δρόμο προτεραιότητας, είδα ένα SUV να κατεβαίνει από τα δεξιά μου και να σταματάει στο stop. Συνέχισα κανονικά την πορεία μου. Όταν είχα σχεδόν φτάσει στο ύψος του σταματημένου αυτοκινήτου, ο οδηγός του πάτησε το γκάζι.

Θυμάμαι να με κυριεύει στιγμιαία ένας πρωτόγνωρος τρόμος, να μην πιστεύω ότι αυτό που έβλεπα μπορούσε να συμβαίνει στα αλήθεια. Πάτησα στιγμιαία τέρμα και τα δύο φρένα, αλλά δεν υπήρχε τίποτα που μπορούσα να κάνω. Μόλις αισθάνθηκα τη μηχανή να κάνει κωλιά, ήξερα ότι ήδη είχα χάσει το παιχνίδι. Καρφώθηκα πάνω στο καπό του και ένιωσα να αποσπώμαι βίαια από τη μηχανή και να εκτοξεύομαι σαν ανήμπορο crash test dummy. Τα πάντα μαύρισαν. Πρόλαβα να κάνω φευγαλέα τη σκέψη ότι ήρθε το τέλος μου. Ένιωσα να σκάω στην άσφαλτο και ένα πολύ δυνατό χτύπημα στο κεφάλι. Φυσικά – και όχι ευτυχώς –  φορούσα κράνος και ένα σωρό άλλα προστατευτικά. Πέρασαν λίγα δευτερόλεπτα. Η επόμενη σκέψη μου ήταν “σκέφτομαι, άρα ζω”. Η δεύτερη σκέψη μου ήταν να αρχίσω να κουνάω όλο μου το σώμα. Αγωνιούσα αν κάτι δεν λειτουργούσε. Ήμουν ξαπλωμένη ανάσκελα. Έβαλα κάτω τα χέρια μου και πίεσα την πλάτη μου για να τη σηκώσω. Ένιωσα απίστευτη ζάλη και ήθελα να στηριχτώ κάπου. Άρχισα να σέρνω το σώμα μου προς το αμάξι του γέρου που μου με είχε χτυπήσει, το οποίο στο μεταξύ είχε σταματήσει. Για καλή μου τύχη στην ατυχία, τον είχαν δει ένα σωρό μάρτυρες και δεν τον έπαιρνε να την κοπανήσει. Ακούμπησα την πλάτη και το κεφάλι μου πάνω στο αυτοκίνητό του, χωρίς να βγάλω το κράνος μου. Αίμα έτρεχε από τη μύτη μου. Άρχισα να ψηλαφίζω το σώμα μου και διαπίστωσα ότι δεν μπορούσα να κουνήσω τον δείκτη και το μέσον του δεξιού χεριού. Τα υπόλοιπα είναι ιστορία – το νοσοκομείο, οι φυσιοθεραπείες, η μιζέρια (γιατί εγώ), η διαπραγμάτευση με την ασφαλιστική. Τελευταία φορά που είδα την όμορφη Ducati μου ήταν να μπαίνει στον βαν του αγοραστή της, στραπατσαρισμένη και στενοχωρημένη. Ο αγοραστής πάτησε τη μίζα της για να δει αν παίρνει μπροστά. Έχοντας μείνει από μπαταρία, η Ducati μου ξερόβηξε μερικές φορές και με αποχαιρέτησε μισοπεθαμένη, ενάμιση μόλις χρόνο αφότου την είχα αποκτήσει. Φορούσε ακόμα τα ολοκαίνουργια λάστιχά της.

Μία φωνή μέσα μου έλεγε να μην το βάλω κάτω, να μην παραιτηθώ. Μου έλεγε να πεισματώσω και να αγοράσω αμέσως καινούργια μηχανή. Να μην αφήσω έναν γεροξεκούτη οδηγό να μου καταστρέψει το όνειρο. Τα λόγια από ένα πολυαγαπημένο τραγούδι του Θανάση του Παπακωνσταντίνου γυρόφερναν στο κεφάλι μου: “άνθρωπέ μου, τι ξεφτίλα, να σου χαλάνε το όνειρο κι εσύ να τους αφήνεις…” Μία άλλη φωνή έλεγε ότι αντί να σπάσω το δάχτυλό μου μπορούσα να είχα σπάσει το σβέρκο μου. Πόσο ρίσκο άξιζε η ελευθερία σε δύο ρόδες, αναρωτήθηκα. Αποφάσισα να αφήσω αυτό το όνειρο να τελειώσει και να κρατήσω τις όμορφες αναμνήσεις που μου χάρισε. Γεγονός ήταν ότι δεν είχα αυτή τη μηχανή ούτε δύο χρόνια, και κόντεψα να σκοτωθώ. Αλλά το πικρό συναίσθημα παραμένει. Βλέπω μαγικές φωτογραφίες από τους φίλους και φίλες μου με τις μηχανάρες τους και φόντο τοπία ονειρικά, και νιώθω σαν το τρένο από το τραγούδι του Αγγελάκα. Το τρένο που μαζεύει τη σκουριά και βλέπει τα άλλα τρένα να περνούν. Το τρένο που ονειρεύεται να ξαναβάλει τις ρόδες του σε ράγες, και να κυλάει, να κυλάει, να κυλάει ξανά.

Μοιράσου το!

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Τα βιβλία μας

Φευγάτος
Αλέξανδρος Κουτρούλης - Φευγάτος
Μαργαρίτα Τσεντελιέρου - Το Μυστικό

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook